ΟΙ ΜΠΟΥΝΤΕΝΜΠΡΟΚ

στις

Όταν ο Τόμας Μαν εξέδωσε το 1901, σε ηλικία μόλις είκοσι έξι ετών, τους Μπούντενμπροκ, δεν έγραφε απλώς την ιστορία μιας οικογένειας εμπόρων. Έγραφε, χωρίς ίσως να το γνωρίζει ακόμη πλήρως, το πρώτο μεγάλο κεφάλαιο της δικής του λογοτεχνικής πορείας. Το βιβλίο περιγράφεται ως οικογενειακή σάγκα, αλλά,  μέσα από την ιστορία τεσσάρων γενεών μιας ευκατάστατης οικογένειας στο Λίμπεκ, από τις αρχές έως τα τέλη του 19ου αιώνα, αποτελεί και μια τοιχογραφία της γερμανικής αστικής τάξης, μια μελέτη της παρακμής και μια βαθιά διερεύνηση της σύγκρουσης ανάμεσα σε αυτό που ο άνθρωπος οφείλει να είναι και σε αυτό που αισθάνεται ότι είναι.

Αν και η ιστορία της οικογένειας Μπούντενμπροκ είναι απολύτως δεμένη με έναν συγκεκριμένο τόπο, μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη και μια συγκεκριμένη εποχή, οι προβληματισμοί που δημιουργεί είναι διαχρονικοί. Τι συμβαίνει όταν οι αξίες που ορίζουν την ταυτότητα ενός ατόμου αρχίζουν να γίνονται βάρος; Και τι συμβαίνει όταν η ίδια η ευαισθησία του το απομακρύνει από τον κόσμο στον οποίο κλήθηκε να ζήσει;

Οι Μπούντενμπροκ ανήκουν σε έναν κόσμο όπου η οικογένεια, η κοινωνική θέση και η επιχειρηματική επιτυχία δεν είναι διαφορετικές περιοχές της ζωής αλλά σχεδόν ένα και το αυτό. Η τιμή του ονόματος, η οικονομική ευρωστία, ο κατάλληλος γάμος, η συμπεριφορά στο τραπέζι, οι κοινωνικές συναναστροφές και η επιτυχία στην επιχείρηση συγκροτούν έναν αυστηρό κώδικα, τον οποίο κάθε μέλος της οικογένειας οφείλει να υπηρετεί. Ο Τ.Μαν δεν χρειάστηκε να περιγράψει μεγάλες ιστορικές καταστροφές, πολέμους ή επαναστάσεις για να δείξει ότι αυτός ο κόσμος αλλάζει. Η ιστορία εισχωρεί στη ζωή των ηρώων αθόρυβα, μέσα από τα γεύματα, τις οικογενειακές γιορτές, τις εμπορικές συναλλαγές, τους γάμους, τις συζητήσεις και τις μικρές καθημερινές τελετουργίες. Έτσι δημιουργείται ένα από τα πιο λεπτομερή λογοτεχνικά πορτρέτα της χανσεατικής αστικής τάξης του 19ου αιώνα, τη στιγμή ακριβώς που αυτή η τάξη βρίσκεται ήδη σε διαδικασία μετασχηματισμού.

Das Buddenbrookhaus in Lübeck, Mengstraße 4 (2008)

Στο κέντρο αυτού του κόσμου βρίσκεται το σπίτι της οικογένειας στην οδό Μένγκ Στράσε. Δεν είναι απλώς ο χώρος στον οποίο κατοικούν οι ήρωες της ιστορίας αλλά ένα είδος υλικής ενσάρκωσης της οικογενειακής συνέχειας. Το σπίτι έχει ήδη φιλοξενήσει μια προηγούμενη οικογένεια, τους Ράτενκαμπ, που γνώρισαν εκεί τη δική τους παρακμή. Όταν οι Μπούντενμπροκ το αποκτούν, μοιάζει σχεδόν σαν να κληρονομούν μαζί με το κτίριο και μια ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Απέναντί τους βρίσκεται η οικογένεια Χάγκενστρεμ, το αντίπαλο δέος των Μπούντενμπροκ που η παρουσία του οδηγεί στο ερώτημα κατά πόσο η παρακμή των Μπούντενμπροκ είναι αποτέλεσμα μιας ιδιαίτερης οικογενειακής μοίρας ή πρόκειται για έναν ευρύτερο κύκλο στον οποίο καμία κοινωνική δυναστεία δεν μπορεί να παραμείνει αιώνια. Ο Μαν δεν απαντά ευθέως αλλά παρατηρεί τους χαρακτήρες του με ακρίβεια και διακριτική ειρωνεία αφήνοντάς τους να εκθέσουν μόνοι τους τις αντιφάσεις τους.

Η παρακμή των Μπούντενμπροκ δεν παρουσιάζεται ως ένα ξαφνικό γεγονός. Δεν υπάρχει μία καταστροφή που να εξηγεί την πτώση αλλά μια προοδευτική εξασθένιση της ζωτικότητας μιας οικογενειακής γραμμής που κάποτε έμοιαζε ανεξάντλητη. Ο ιδρυτής της εμπορικής δυναστείας, ο πρεσβύτερος Γιόχαν, βρίσκεται στην αφετηρία αυτής της οικογενειακής διαδρομής. Πρακτικός, ρωμαλέος, σίγουρος για τον εαυτό του, άνθρωπος που δεν βασανίζεται από τις αμφιβολίες οι οποίες θα κατακλύσουν τους απογόνους του. Ο γιος του, ο Ζαν, διατηρεί την επιχειρηματική ικανότητα του πατέρα του, αλλά είναι περισσότερο θρησκευόμενος και εσωστρεφής, περισσότερο ευάλωτος στην ενοχή και στην αυστηρή ενδοσκόπηση. Στην τρίτη γενιά που εκπροσωπείται κυρίως από τον Τόμας και τον Κρίστιαν, η διάσπαση γίνεται πλέον εμφανής. Ο ένας προσπαθεί να διατηρήσει με κάθε κόστος τον οικογενειακό οίκο ενώ ο άλλος αδυνατεί ακόμη και να προσποιηθεί ότι μπορεί να ζήσει σύμφωνα με τους κανόνες του. Τέλος στην τέταρτη γενιά απομένει ένας μόνο απόγονος, ο Χάνο, ένα παιδί εύθραυστο, μουσικά προικισμένο και ουσιαστικά ξένο προς τον κόσμο του εμπορίου. Η αριθμητική αυτή συρρίκνωση της οικογένειας έχει συμβολική δύναμη. Από τους πολλούς απογόνους των προηγούμενων γενεών καταλήγουμε σε ένα μόνο παιδί, το οποίο μάλιστα δεν φαίνεται ικανό ή πρόθυμο να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση. Η παρακμή δεν είναι λοιπόν απλώς οικονομική. Είναι βιολογική, ψυχική και πνευματική. Η οικογένεια δεν χάνει μόνο την περιουσία ή το κύρος της. Χάνει σταδιακά την πίστη στον ίδιο τον τρόπο ζωής που τη δημιούργησε.

Η ιστορία της Τόνι Μπούντενμπροκ είναι ίσως η πιο καθαρή έκφραση αυτής της σύγκρουσης. Η Αντόνιε, η Τόνι, ερωτεύεται έναν νεαρό φοιτητή Ιατρικής, τον οποίο η οικογένεια θεωρεί κοινωνικά ακατάλληλο. Εκείνη όμως δεν έχει το δικαίωμα να αποφασίσει για τη ζωή της με βάση μόνο την επιθυμία της. Το οικογενειακό καθήκον υπερισχύει και οδηγείται σε έναν γάμο που θεωρείται κοινωνικά και οικονομικά κατάλληλος. Ο γάμος αποδεικνύεται καταστροφικός. Ο σύζυγός της χρεοκοπεί και η Τόνι αντιλαμβάνεται ότι η προίκα της ήταν ο κύριος λόγος γι’ αυτόν τον γάμο. Ο πατέρας της, ο Ζαν, συντρίβεται από την εξέλιξη και δεν ανακάμπτει ποτέ πραγματικά. Η φαινομενικά απλή, σχεδόν κοινότοπη αυτή ιστορία αποτυπώνει με σαφήνεια ότι τα κοινωνικά πρέπει μπορούν να αποδειχθούν πιο καταστροφικά από μια εξωτερική συμφορά. Η Τόνι είναι ένας από τους πιο ζωντανούς και συμπαθητικούς χαρακτήρες του βιβλίου. Έχει αυθορμητισμό, ζωτικότητα και μια φυσική χαρά για τη ζωή. Κι όμως, ακριβώς αυτό το στοιχείο του χαρακτήρα της θυσιάζεται στην ανάγκη να προστατευθεί το οικογενειακό όνομα. Ο δεύτερος γάμος της δεν αποκαθιστά την ισορροπία και η προσωπική της ζωή μοιάζει να έχει ήδη υποταχθεί σε έναν μηχανισμό που δεν της επιτρέπει πραγματικά να επιλέξει. Ο Τ. Μαν δεν καταγγέλλει αυτόν τον κόσμο αλλά αρκείται στο να δείξει τις συνέπειες των κανόνων του.

Ο Τόμας και ο Κρίστιαν είναι δύο διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο πνιγηρό σύστημα. Ο Τόμας είναι ο άνθρωπος που κάνει όλα όσα απαιτεί από αυτόν η οικογένεια. Αναλαμβάνει την επιχείρηση, εργάζεται αδιάκοπα, υπερασπίζεται το κύρος του οίκου και παντρεύεται από έρωτα αλλά και με αρκετό υπολογισμό τη Γκέρντα Άρνιολντσεν, μια όμορφη και μουσικά προικισμένη γυναίκα. Εξωτερικά, ο Τόμας είναι ο επιτυχημένος διάδοχος. Εσωτερικά, όμως, είναι ένας άνθρωπος που οδηγείται αργά αλλά σταθερά στην εξάντληση. Όσο περισσότερο προσπαθεί να ανταποκριθεί στον ρόλο του, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από τον εαυτό του με τη δημόσια αυτοκυριαρχία του να γίνεται σταδιακά η προσωπική του φυλακή. Ο Κρίστιαν, αντίθετα, είναι ο αδερφός που δεν τα κατάφερε ποτέ να προσαρμοστεί. Διασκεδαστικός, με ταλέντο στη μίμηση που θα μπορούσε να τον κάνει εξαιρετικό ηθοποιό, αλλά και συναισθηματικά ασταθής, αποδεικνύεται ανίκανος να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εμπορικής ζωής. Η κατάστασή του επιδεινώνεται σταδιακά σε κάτι που σήμερα θα αναγνωρίζαμε ως σοβαρή ψυχική διαταραχή, με υποχονδριακές εμμονές. Σε μια σκληρή αντιπαράθεση των δύο αδερφών, ο Τόμας κατηγορεί τον Κρίστιαν για τεμπελιά και ο Κρίστιαν του απαντά ότι δεν μπορεί απλώς να δουλέψει όσο κι αν το θέλει, επειδή η ίδια η θέληση δεν είναι κάτι που μπορεί να επιστρατεύσει κατά βούληση. Η αναγνώριση ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν αποτυγχάνουν από οκνηρία ή έλλειψη χαρακτήρα, αλλά επειδή κάτι μέσα τους δεν λειτουργεί όπως λειτουργεί στους περισσότερους, αποτελεί μια από τις πιο σύγχρονες στιγμές ενός μυθιστορήματος γραμμένου περισσότερο από έναν αιώνα πριν (η πρώτη έκδοση το βιβλίου χρονολογείται από το 1901). Η κρίση του Τόμας γίνεται ακόμη βαθύτερη όταν έρχεται αντιμέτωπος με τη σκέψη του Σοπενχάουερ. Ο Τ.Μαν, που διάβασε το βιβλίο Ο Κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση, το 1899, ενώ έγραφε τους Μπούντενμπροκ,  περιέγραψε αυτή την φιλοσοφία ως μια εμπειρία πνευματικής μέθης και αποκάλυψης. Μέσα από αυτή,  αντιμετωπίζει το θέμα της παρακμής όχι κατ’ ανάγκην ως αποτυχία αλλά ως ενδεχόμενη μετατόπιση της συνείδησης σε μια μεγαλύτερη επίγνωση του εαυτού, του θανάτου και της ύπαρξης που συμβαίνει όσο κανείς απομακρύνεται από την αφελή βεβαιότητα της ζωής. Έτσι ο Τόμας, στο μυθιστόρημα, γίνεται κάτι περισσότερο από έναν αποτυχημένο επιχειρηματία. Γίνεται ο άνθρωπος που, ενώ προσπαθεί μέχρι τέλους να υπηρετήσει τον κόσμο στον οποίο γεννήθηκε, έχει ήδη αρχίσει να βλέπει τα όριά του. Η φιλοσοφία γίνεται το τελευταίο φως του πριν από το σβήσιμο.

Η τέταρτη και τελευταία γενιά της οικογένειας συγκεντρώνεται σε ένα και μοναδικό πρόσωπο, τον Χάνο, γιο του Τόμας και της Γκέρντα. Είναι ο μοναδικός  φυσικός διάδοχος του ονόματος και της επιχείρησης αλλά από την αρχή μοιάζει να μην ανήκει στον κόσμο των Μπούντενμπροκ. Εύθραυστος και ασθενικός, δεν έχει καμία κλίση προς το εμπόριο. Η μουσική είναι το μόνο πεδίο όπου αισθάνεται πραγματικά ελεύθερος. Στο πιάνο βρίσκει έναν χώρο έξω από τις απαιτήσεις της οικογένειας ενώ ο αυτοσχεδιασμός του είναι μία από τις πιο έντονες στιγμές του μυθιστορήματος. Μια στιγμή ευτυχίας, που περιγράφεται με σχεδόν αισθησιακό τρόπο, όπου ο Χάνο δεν χρειάζεται να είναι ο γιος του Τόμας, ο κληρονόμος ενός ονόματος ή ο συνεχιστής μιας παράδοσης. Αυτή είναι ίσως η μόνη πραγματική ζωή που κατάφερε ποτέ να βιώσει πλήρως ο νεαρός ήρωας. Η τέχνη, στον κόσμο του Τ. Μαν, δεν είναι μια εύκολη λύτρωση αλλά ταυτόχρονα δύναμη και απομάκρυνση από τη ζωή. Ο Χάνο είναι το πιο ευαίσθητο μέλος της οικογένειας και συγχρόνως εκείνο που βρίσκεται πιο μακριά από τη δυνατότητα να τη συνεχίσει. Ο θάνατός του από τύφο, στα δεκαπέντε του χρόνια, είναι το τέλος μιας οικογένειας που είχε ήδη εξαντλήσει τις σωματικές και ψυχικές αντοχές της.

Τι λένε λοιπόν οι Μπούντενμπροκ για τους λόγους που οδηγούν μια οικογένεια με παράδοση και μέσα σε  παρακμή; Φταίνε  οι ιστορικές συνθήκες ή  κάτι πιο βαθύ, σχεδόν μοιραίο, δηλ. η ίδια η ανθρώπινη φύση; Ο Τ.Μαν δεν δίνει εύκολες απαντήσεις. Οι ήρωές του, από τη μια, παίρνουν αποφάσεις μέσα σε συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, σε μια εποχή που η αστική τάξη στήριζε την ταυτότητά της σε αυστηρούς κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς, γάμου, επαγγελματικής επιτυχίας. Από την άλλη, αφήνει να διαφανεί ότι κάτι μέσα σε αυτούς τους ανθρώπους όπως μια εσωτερική κλίση προς την ενδοσκόπηση, την καλλιτεχνική ευαισθησία ή την αδυναμία θέλησης, θα τους οδηγούσε ίσως στην ίδια κατάληξη ανεξάρτητα από την εποχή. Χαρακτηριστικό είναι πώς κάθε γενιά φαίνεται να κερδίζει σε ευαισθησία και εσωτερικό βάθος ό,τι χάνει σε πρακτική ευρωστία. Ο πρεσβύτερος Γιόχαν δεν αμφιβάλλει ποτέ για τίποτα. Ο Τόμας αμφιβάλλει συνεχώς, αλλά προσπαθεί να κρύψει τις αμφιβολίες του πίσω από μια προσεγμένη δημόσια εικόνα. Ο Χάνο δεν προσπαθεί καν να τις κρύψει, γιατί έχει ήδη παραιτηθεί από την ιδέα ότι θα μπορούσε ποτέ να ζήσει όπως οι πρόγονοί του.  

Ο εικοσιεξάχρονος Τόμας Μαν, ήδη στο πρώτο μεγάλο έργο του, τους Μπούντενμπροκ, είχε πλήρως διατυπωμένη μέσα του τη σύγκρουση ανάμεσα στη δύναμη της ζωής και στη συνείδηση, την αστική τάξη και την τέχνη, την πειθαρχία και την εσωτερική ελευθερία, και σ’ αυτή τη σύγκρουση θα επιστρέφει και στα επόμενα έργα του. Στον Τόνιο Κρέγκερ, τη νουβέλα που γράφει αμέσως μετά τους Μπούντενμπροκ, η ίδια αντίθεση γίνεται πλέον ρητή, με τον ήρωα να νιώθει ξένος ανάμεσα στους ανθρώπους με γαλανά μάτια, αυτούς που ζουν χωρίς να αναρωτιούνται γιατί ζουν, και ομολογεί μια οδυνηρή αγάπη γι’ αυτούς ακριβώς επειδή του είναι απρόσιτοι. Στον Θάνατο στη Βενετία, η ίδια αντίθεση παίρνει τραγική μορφή σ’ έναν συγγραφέα που έχει χτίσει ολόκληρη τη ζωή του πάνω στην πειθαρχία και τον αυτοέλεγχο και καταρρέει μόλις έρθει σε επαφή με την ομορφιά. Στο Μαγικό Βουνό, ο ήρωας εγκαταλείπει την υγιή ζωή του κάτω στην πεδιάδα για να χαθεί σε έναν κόσμο ασθένειας και στοχασμού. Σε κάθε νέο έργο, ο Τ. Μαν μοιάζει να ξαναγράφει το ίδιο βασικό ερώτημα, μόνο που κάθε φορά η απάντηση γίνεται πιο σκοτεινή. Απόδειξη ότι.

Η προσωπική διάσταση του βιβλίου είναι αναμφισβήτητη. Ο Τ.Μαν μετέτρεψε τον κόσμο της οικογένειας και του κοινωνικού της περιβάλλοντος σε λογοτεχνικό υλικό και τον εξέθεσε στους συμπολίτες του. Ο πατέρας του, έμπορος και γερουσιαστής, αποτέλεσε το πρότυπο για τον χαρακτήρα του Ζαν, ενώ η μητέρα του, με τη βραζιλιάνικη καταγωγή και την καλλιτεχνική της ευαισθησία, συνδέεται με ορισμένα χαρακτηριστικά της Γκέρντα. Οι αναγνωρίσιμες αναφορές προκάλεσαν αντιδράσεις στο Λίμπεκ. Άνθρωποι της πόλης αναγνώρισαν πρόσωπα και συμπεριφορές στις σελίδες του μυθιστορήματος και δεν ήταν όλοι ευχαριστημένοι από αυτό. Η πιο προσωπική όμως σχέση του συγγραφέα με το μυθιστόρημα βρίσκεται στον Τόμας. Ο ίδιος ο Μαν αισθανόταν μια τριπλή συγγένεια μαζί του αφού τον έβλεπε ταυτόχρονα ως πατέρα, ως απόγονο και ως ένα είδος σωσία του. Στον Τόμας αναγνώριζε τη σύγκρουση ανάμεσα στην υποχρέωση απέναντι στην παράδοση και στην εσωτερική έλξη προς έναν διαφορετικό τρόπο ζωής. Αλλά και στον Χάνο υπάρχει ένα κομμάτι του στην παιδική ευαισθησία, τη μουσική, την αίσθηση ότι δεν ταιριάζει απόλυτα στον κόσμο γύρω του. Είναι αυτό το κομμάτι που θα αποκτήσει λίγο αργότερα μια νέα λογοτεχνική μορφή στον Τόνιο Κρέγκερ.

Οι Μπούντενμπροκ δεν υπήρξαν απλώς το ξεκίνημα της καριέρας του Μαν. Αποτέλεσαν τον θεμέλιο λίθο της λογοτεχνικής του καταξίωσης. Η πρώτη έκδοση του 1901 κυκλοφόρησε σε δύο τόμους και αρχικά κινήθηκε σχετικά συγκρατημένα. Η επανέκδοσή του σε ένα τόμο το 1903, γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία και έκανε τον νεαρό συγγραφέα γνωστό πολύ πέρα από τα όρια της Γερμανίας. Ακόμη όμως σημαντικότερη είναι η θέση που απέκτησε το μυθιστόρημα στη συνολική πορεία του Μαν. Ήδη εδώ μπορεί κανείς να βρει τις βασικές εμμονές της ώριμης γραφής του, την αστική ζωή απέναντι στην τέχνη, την παρακμή ως διαδικασία εσωτερικής μεταμόρφωσης, την ειρωνική απόσταση του αφηγητή, την αυστηρή αρχιτεκτονική της αφήγησης και τη μουσικότητα των επαναλαμβανόμενων μοτίβων. Όταν το 1929 ο Μαν τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, οι Μπούντενμπροκ κατείχαν ήδη τη θέση ενός κλασικού έργου της σύγχρονης λογοτεχνίας.

Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί τι έχει να πει σε έναν σημερινό αναγνώστη ένα μυθιστόρημα για μια γερμανική οικογένεια εμπόρων του 19ου αιώνα. Σε μια εποχή που μιλάμε συνεχώς για επαγγελματική επιτυχία, για την ανάγκη να ανταποκρινόμαστε σε συγκεκριμένα πρότυπα ζωής, οι Μπούντενμπροκ διαβάζονται σχεδόν σαν προφητικό κείμενο για το κόστος αυτής της προσαρμογής. Για το τι χάνεται όταν μια οικογένεια, μια κοινωνία, ή ένας άνθρωπος επιμένει να μετρά την αξία του αποκλειστικά με όρους εξωτερικής επιτυχίας. Ο Τόμας, ο Κρίστιαν και ο Χάνο δεν είναι μακρινές, ξένες φιγούρες μιας άλλης εποχής. Είναι, με άλλα ρούχα, άνθρωποι που αναγνωρίζουμε γύρω μας, ίσως και μέσα μας. Άνθρωποι που παλεύουν ανάμεσα σε αυτό που πρέπει να είναι και σε αυτό που πραγματικά είναι, ανάμεσα στην ασφάλεια μιας παράδοσης και στην ανησυχία μιας εσωτερικής φωνής που ζητά κάτι διαφορετικό. Το βιβλίο τους αντιμετωπίζει όλους με μια σπάνια, σχεδόν στοργική κατανόηση, ακόμη και όταν αποτυγχάνουν, ακόμη και όταν καταστρέφονται. Αυτή η ανθρώπινη θέρμη, σε συνδυασμό με την αρχιτεκτονική ακρίβεια της αφήγησης, είναι που κάνει το μυθιστόρημα να διαβάζεται σήμερα, όχι σαν ιστορικό ντοκουμέντο αλλά σαν κάτι εντελώς ζωντανό. Μια ιστορία που μας ρωτά, έμμεσα αλλά επίμονα, τι είμαστε πρόθυμοι να θυσιάσουμε για να ανήκουμε κάπου και τι μένει από εμάς όταν το κάνουμε.

Το μυθιστόρημα του Τόμας Μαν ‘Οι Μπούντενμπροκ’ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ σε μετάφραση και εξαιρετικό επίμετρο της Έμης Βαϊκούση.

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.