Μια καλοκαιρινή βραδιά, κάτοικοι και τουρίστες ενός ιταλικού θέρετρου σπεύδουν να παρακολουθήσουν μια διαφημισμένη παράσταση. Ένας παραμορφωμένος ταχυδακτυλουργός ανεβαίνει στη σκηνή. Το κοινό αρχίζει να γελάει, έπειτα δυσφορεί, στη συνέχεια γοητεύεται και, σχεδόν χωρίς να το αντιληφθεί, αρχίζει να τον υπακούει. Μέσα σε αυτό το απλό σκηνικό ο Τόμας Μαν στη νουβέλα του ‘Ο Μάριο και ο Μάγος’, συμπυκνώνει έναν από τους πιο οξυδερκείς στοχασμούς που γράφτηκαν τον 20ο αιώνα πάνω στη φύση της εξουσίας.
Γραμμένη το 1929, στο κατώφλι της καθόδου του σύγχρονου κόσμου στη νύχτα του ολοκληρωτισμού, το σπουδαίο αυτό έργο επιχειρεί να φωτίσει τους μηχανισμούς με τους οποίους γεννιέται κάθε μορφή αυταρχικής εξουσίας.

Η ιδέα της ιστορίας προέρχεται από το ταξίδι του συγγραφέα και της οικογένειάς του το 1926 στην Ιταλία όπου ο φασισμός είχε ήδη εδραιωθεί ενώ την ίδια εποχή στη Γερμανία διαμορφώνονταν οι συνθήκες που λίγα χρόνια αργότερα θα οδηγούσαν στην άνοδο του ναζισμού. Τρία χρόνια αργότερα, και ενώ η πολιτική σκέψη του Μαν βρισκόταν σε ένα κρίσιμο μεταίχμιο, ο συγγραφέας μετέπλασε το χρονικό των διακοπών του σε μια αφήγηση με βαθιές πολιτικές προεκτάσεις αποτυπώνοντας σ’ αυτό τη μετάβαση της σκέψης του από την παραίτηση μιας συγκεκριμένης πολιτικής πραγματικότητας στον ευρύτερο προβληματισμό του τρόπου που ένας άνθρωπος ή μια κοινωνία απομακρύνεται από την ελευθερία της βούλησής της και παραδίδεται σε μια εξουσία που την ταπεινώνει.
Η ιστορία ξεκινά με μια οικογένεια Γερμανών που φτάνουν στην Ιταλία, στο μικρό θέρετρο Τόρε ντι Βένερε, κατά μήκος των ακτών του Τυρρηνικού Κόλπου, περιμένοντας ήλιο, θάλασσα και ηρεμία. Αντί γι’ αυτό όμως, βρίσκουν μια ατμόσφαιρα ήδη φορτισμένη από εθνικισμό και μικροπρεπείς εντάσεις με τους ντόπιους. Οι κάτοικοι της πόλης είναι βυθισμένοι σε ένα διογκωμένο αίσθημα εθνικής υπερηφάνειας και συλλογικής αξιοπρέπειας που απαιτεί απόλυτη συμμόρφωση και βλέπει κάθε ξένο ως απειλή. Μέσα από μια σειρά κωμικές αλλά δυσοίωνες συγκρούσεις της οικογένειας με τους ντόπιους, η νουβέλα προβάλει το ύπουλο ξύπνημα του αυταρχισμού. Αρχικά η οικογένεια καλείται να μετακομίσει από το κεντρικό κτίριο του ξενοδοχείου μετά από απαίτηση μιας Ιταλίδας πριγκίπισσας που ενοχλείται από τον ήπιο βήχα των παιδιών. Λίγες μέρες αργότερα όταν η οκτάχρονη κόρη του αφηγητή βγάζει το μαγιό της για να το ξεπλύνει στη θάλασσα, ένα πλήθος ντόπιων ξεσπά σε ηθική οργή προκαλώντας την επέμβαση της αστυνομίας και την επιβολή προστίμου. Παρά τη δυσφορία της όμως, η οικογένεια, παραμένει δέσμια μιας αόρατης κοινωνικής πίεσης και δεν αποφασίζει να φύγει μακριά από αυτό το νοσηρό περιβάλλον αντανακλώντας έτσι σε μια πρώτη, μικρή κλίμακα το κεντρικό θέμα της δυσκολίας να αντισταθεί κανείς σε συλλογικές δυνάμεις που τον παρασύρουν.
Το αποκορύφωμα έρχεται όταν η οικογένεια του αφηγητή αποφασίζει να παρακολουθήσει την παράσταση του διάσημου ταχυδακτυλουργού Τσιπόλα. Ενώ το κοινό περιμένει έναν Μάγο με βελούδινη κάπα και ασημένιο ραβδί που θα προσφέρει ένα θέαμα κατάλληλο και για παιδιά, ο ξακουστός Τσιπόλα φτάνει βαδίζοντας αργά, και ανεβαίνει στη σκηνή κρατώντας ένα μαστίγιο. Ένα μεγάλο ποτήρι δυνατό κονιάκ και αμέτρητα φθηνά τσιγάρα τον συνοδεύουν επίσης σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Ο περίφημος Μάγος προκαλεί δυσφορία όχι μόνο με την αποκρουστική όψη του παραμορφωμένου σώματός του αλλά και με την συμπεριφορά του που είναι απρόσμενα επιθετική και ειρωνική. Είναι η προσωποποίηση του γκροτέσκου – ένας καμπούρης με κοφτερή γλώσσα, αλαζονικό χλευασμό και μια παράξενη ικανότητα να διαβάζει την ανθρώπινη αδυναμία. Αν και δεν διαθέτει τίποτε από την κλασική γοητεία ενός ηγέτη, εντούτοις μέσα σε λίγες ώρες, καταφέρνει να αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο πάνω στο κοινό του και αυτό γιατί εμφανίζεται σε μια κοινωνία που είναι ήδη εξοικειωμένη σε διάφορες μορφές επιβολής, διάκρισης και υποταγής.

Ο βασικός προβληματισμός του Τόμας Μαν στο «Ο Μάριο και ο Μάγος» αποτυπώνεται στις τρομακτικές αλληλεπιδράσεις του Τσιπόλα με το κοινό και Ιδιαίτερα με εκείνους που προσπαθούν να του αντισταθούν. Αξιοσέβαστοι πολίτες αναγκάζονται να χορεύουν σαν μαριονέτες, να αποκαλύπτουν προσωπικά μυστικά και να υφίστανται δημόσιες ταπεινώσεις ενώ το κοινό χειροκροτεί, παγιδευμένο σε ένα μαζικό ξόρκι συλλογικής γοητείας. Η αντίσταση του κοινού δεν καταρρέει απότομα παρά φθείρεται σταδιακά, μέχρι τη στιγμή που η υπακοή φτάνει να μοιάζει σχεδόν φυσιολογική. Ο Μάγος δεν κυριαρχεί επειδή είναι ισχυρός αλλά επειδή γνωρίζει την ανθρώπινη ψυχολογία. Παρατηρεί, δοκιμάζει, προκαλεί, ταπεινώνει και, κυρίως, αντιλαμβάνεται πόσο εύκολα μπορεί να μετατρέψει την περιέργεια σε υπακοή. Είναι το απόλυτο λογοτεχνικό μοντέλο της εξουσίας που βασίζεται στη γοητεία, την υποβολή, τον ευτελισμό, τον φόβο και την κατάργηση της ατομικής βούλησης .
Η αναζήτηση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί σε έναν άνθρωπο η οικειοθελής παράδοση της ελευθερίας του είναι το κύριο θέμα της ιστορίας με την απάντηση του Τόμας Μαν α νεντοπίζεται όχι στις σκηνές ύπνωσης του Μάγου, αλλά στις τάσεις της κοινωνίας που έχουν εδραιωθεί πολύ πριν την εμφάνιση του Τσιπόλα. Δεν είναι τυχαίο ότι στο έργο επανέρχεται διαρκώς η συζήτηση γύρω από τη βούληση, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα αν οι επιλογές μας είναι πραγματικά ελεύθερες ή αν διαμορφώνονται από δυνάμεις που δεν αντιλαμβανόμαστε. Ο ίδιος ο αφηγητής αναγνωρίζει ότι θα έπρεπε να είχε φύγει από την παράσταση αφού η ατμόσφαιρα γινόταν ολοένα και πιο δυσάρεστη, τα παιδιά είχαν κουραστεί και ο Τσιπόλα του προκαλούσε αποστροφή. Κι όμως, δεν έφυγε. Αυτή η αδυναμία απομάκρυνσης είναι ίσως η πρώτη ήττα της ελεύθερης βούλησης.
Διασκεδάζαμε; Και ναι και όχι. Τα αισθήματά μας για τον καβαλιέρε Τσιπόλα ήταν ανάμεικτα – όπως, αν δεν απατώμαι, και ολόκληρης της αίθουσας˙ κι όμως κανείς δεν έφευγε. Ήμασταν άραγε υποταγμένοι στη γοητεία που εξέπεμπε αυτός ο άνθρωπος, ο οποίος κέρδιζε το ψωμί του με τόσο παράδοξο τρόπο – σε μια γοητεία που δρούσε και ανάμεσα στα νούμερα, παραλύοντας τις αποφάσεις μας; Ίσως. Εξίσου πιθανή είναι όμως και η απλή περιέργεια. […] Η αίθουσα έμοιαζε πηγή κάθε παραδοξότητας, κάθε ανοίκειου αισθήματος και κάθε τεταμένης φόρτισης που βάραινε τις διακοπές μας˙ και ο άνθρωπος την επιστροφή του οποίου περιμέναμε τα προσωποποιούσε όλα αυτά. Αφού δεν είχαμε φύγει γενικότερα, θα ήταν, κατά μία έννοια, ασυνεπές να φύγουμε τώρα. Δεχτείτε το ως εξήγηση της αδράνειάς μας – ή και όχι. Κάτι πειστικότερο δεν μπορώ να σκεφτώ.
Η κορύφωση της ιστορίας έρχεται όταν ο Τσιπόλα καλεί στη σκηνή τον νεαρό σερβιτόρο Μάριο. Ο Μάγος αναγνωρίζει σ’ αυτόν τον συνεσταλμένο νέο το πόσο ευάλωτος είναι και αφού τον υπνωτίζει, τον αναγκάζει να εκδηλώσει δημόσια τον έρωτά του για μια κοπέλα, μετατρέποντάς τον έτσι σε αντικείμενο χλευασμού. Δεν αρκείται όμως μόνο στο να αποδείξει την ισχύ του, αλλά επιδιώκει να καταστρέψει την αξιοπρέπεια του νέου, πείθοντάς τον, μέσω μιας σκηνοθετημένης ψευδαίσθησης, ότι φιλά τη γυναίκα που αγαπά, ενώ στην πραγματικότητα φιλά τον ίδιο τον Μάγο. Το θέατρο ξεσπά σε σκληρά, βροντερά γέλια. Ο Τσιπόλα καυχιέται θριαμβευτικά για την απόλυτη υποβάθμιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αλλά τη στιγμή που σπάει η σωματική επαφή και η υπνωτική έκσταση διαλύεται, ο Μάριο επανέρχεται στην πλήρη συνείδηση και αντιλαμβανόμενος την ταπείνωσή του, βγάζει ένα περίστροφο και πυροβολεί τον Μάγο, σκοτώνοντάς τον. Η εξουσία, μας λέει ο συγγραφέας, ολοκληρώνεται όταν μπορεί να εισβάλει στον πιο ιδιωτικό χώρο του ανθρώπου. Ο Τσιπόλα εκμεταλλεύτηκε τα αισθήματα του Μάριο και τον ευαίσθητο χαρακτήρα του και, σε αντίθεση με τα προηγούμενα θύματά του, τον ταπείνωσε στον πιο προσωπικό πυρήνα της ύπαρξής του.
Με τον πυροβολισμό που σκότωσε τον Τσιπόλα, ο Μαν χάρισε στην νουβέλα του ένα από τα πιο αμφίσημα λογοτεχνικά φινάλε του 20ού αιώνα. Ο πυροβολισμός μπορεί να ερμηνευτεί ως πράξη απελευθέρωσης, πράξη εκδίκησης, βίας, καταστροφή της αυταρχικής εξουσίας, αλλά και αποτυχία μιας κοινωνίας να βρει έναν δημοκρατικό τρόπο αντίστασης . Το έργο αφήνει ανοικτό το ερώτημα καλώντας τον αναγνώστη να αποφασίσει μόνος του αν η ελευθερία μπορεί να αποκατασταθεί με τη βία ή αν κάθε τέτοια νίκη κουβαλά ήδη μέσα της μια νέα ήττα.
Το βιβλίο του Τόμας Μαν « Ο Μάριος και ο Μάγος» παραμένει ένα επίκαιρο ανάγνωσμα, γιατί δεν αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή αλλά στους μηχανισμούς με τους οποίους η εξουσία διεισδύει στην ανθρώπινη συνείδηση διαχρονικά. Σε μια εποχή αλγοριθμικής πειθούς, χαρισματικών διαδηλωτών οργής και κλιμακούμενης πόλωσης, η νουβέλα του Μαν του 1930 διαβάζεται και ως καθρέφτης που αντανακλά τις δικές μας αδυναμίες.
Το βιβλίο ‘Ο Μάριο και ο Μάγος’ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, σε μετάφραση Μαρίας Μαντή, εμπλουτισμένο σημαντικά από το επίμετρο της μεταφράστριας που λειτουργεί ως πολύτιμος οδηγός για την ιστορική συγκυρία, τις συμβολικές διαστάσεις και τα μεγάλα ερωτήματα που θέτει η νουβέλα.