‘Η μικρή πεθαίνει, ακούτε τώρα; Η μικρή πεθαίνει και παραμένει νεκρή, χωρίς να έχει καμία σημασία από πού θα ξεκινήσω εγώ.
Αλλά ούτε ο θάνατος είναι τόσο απλός, σε αυτό, ναι, συμφωνούμε. Συμβαίνει με αυτόν κάτι παρόμοιο με το μήκος και το πλάτος μιας σκιάς. Αλλάζει από άνθρωπο σε άνθρωπο, από ζώο σε ζώο, από δέντρο σε δέντρο. Δεν υπάρχουν δυο ολόιδιες σκιές επάνω στην επιφάνεια της γης, ούτε δύο ολόιδιοι θάνατοι. Κάθε αρνί, κάθε αράχνη, κάθε σπουργίτι πεθαίνει με τον τρόπο του. […] Για άλλους, αντίθετα, αρκεί μια απλή πνευμονία, ένα ρεύμα κρύου αέρα, ένα κουκούτσι που έφραξε το λαιμό. Και κάποιοι λίγοι, όπως η μικρή, χρειάζονται μόνο μια ιδέα. Μια ιδέα επικίνδυνη, γεννημένη σε μια στιγμή αδυναμίας. Θα σας μιλήσω για αυτή την ιδέα, θα σας διηγηθώ πότε αναδύθηκε. Τώρα αφήστε αυτό που κάνετε και δώστε προσοχή.’

Το μυθιστόρημα της Άλια Τραμπούκο Θεράν (Alia Trabucco Zerán, 1983 – ) με τίτλο ‘Το όνομά μου είναι Εστέλα’ που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση Εύης Σέμπου, ξεκινά από μια σχεδόν ασφυκτική συνθήκη. Τον θάνατο της επτάχρονης Χούλια και μια φυλακισμένη γυναίκα που φαίνεται να έχει κατηγορηθεί για αυτόν. Μια γυναίκα που θυμάται, σχολιάζει, δικαιολογεί, αποκρύπτει, παρατηρεί και ερμηνεύει πώς μια καθημερινότητα που αρχικά έμοιαζε απολύτως συνηθισμένη μπόρεσε σταδιακά να μετατραπεί σε τραγωδία.
Είναι η Εστέλα, μια σαραντάχρονη γυναίκα που έφυγε από το χωριό της στον νότο της Χιλής όπου ζούσε με τη μητέρα της μια στερημένη ζωή και πήγε στο Σαντιάγο για να εργαστεί ως εσωτερική οικιακή βοηθός σε ένα σπίτι αστραφτερό και αποστειρωμένο, λουσμένο στην ψευδαίσθηση μιας τέλειας, ελεγχόμενης ζωής. Εκεί ανέλαβε όλες τις οικιακές εργασίες και, κυρίως, τη φροντίδα της μικρής Χούλια. Για επτά ολόκληρα χρόνια η ζωή της Εστέλα ήταν περιορισμένη στους χώρους του σπιτιού, στις καθημερινές δουλειές, στις ανάγκες της οικογένειας και στις ελάχιστες διαδρομές που έκανε έξω από αυτό. Γνώριζε τα πάντα για την οικογένεια, βρισκόταν τόσο κοντά στην καθημερινή ζωή των εργοδοτών της ώστε να είναι απαραίτητη, αλλά τόσο μακριά από αυτούς ώστε να παραμένει ουσιαστικά μόνη. Ταυτόχρονα μέρος της δουλειάς της ήταν η φροντίδα της Χούλια, του παιδιού της οικογένειας που γεννήθηκε λίγο μετά την άφιξη της Εστέλα. Ένα παιδί που έμοιαζε να διεκδικεί, από την πρώτη μέρα της ζωής του και με κάθε τρόπο, αυτό που του έλειπε περισσότερο, προσοχή, φροντίδα, νοιάξιμο. Ένα παιδί που έσπασε ακόμη και το δάχτυλό του για να αποφύγει τα μαθήματα πιάνου που του επέβαλε ο πατέρας του. Η Χούλια ήταν για την Εστέλα το παιδί που αγάπησε αλλά και το παιδί που της ανέθεσαν να μεγαλώσει. Η συναισθηματική σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσά τους γίνεται έτσι πηγή παρηγοριάς αλλά και παγίδα.
Οι εργοδότες της Εστέλα και γονείς της Χούλια δεν περιγράφονται στην ιστορία ως άνθρωποι συνειδητά σκληροί ή άδικοι με την υπάλληλό τους. Η σχέση τους μαζί της είναι πιο σύνθετη και γι’ αυτό πιο ενδιαφέρουσα. Προσπαθούν κατά διαστήματα (όταν, για παράδειγμα, πεθαίνει η μητέρα της), να την πλησιάσουν, να τη φροντίσουν, να της δείξουν το ενδιαφέρον τους. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η εκδήλωση αλληλεγγύης παραμένει εγκλωβισμένη στη σχέση εργοδότη και εργαζομένης. Το ενδιαφέρον τους για την Εστέλα τελικά μοιάζει με αυτό που θα έδειχνε κανείς για την καλή λειτουργία ενός ακριβού εργαλείου. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν η Εστέλα βρίσκει μια αδέσποτη σκυλίτσα και αποφασίζει να τη φροντίσει κρυφά, οι εργοδότες της απομακρύνουν χωρίς δεύτερη σκέψη το σκυλάκι από το σπίτι, υπογραμμίζοντας έτσι την πλήρη αποστέρηση της ιδιωτικότητας και των συναισθημάτων της. Η Εστέλα, από την πλευρά της, δεν επιτρέπει εύκολα την προσέγγιση. Είναι μια γυναίκα που έχει μάθει να προστατεύεται με την απόσταση και τη σιωπή. Η σιωπή της δεν είναι απλώς αποτέλεσμα της κοινωνικής της θέσης αλλά ένας μηχανισμός άμυνας που έχει τις ρίζες του στην παιδική της ηλικία. Όταν οι άλλοι δεν σε ακούν πραγματικά η σιωπή γίνεται η δική σου μορφή αντίστασης.
Σε μια από τις ενδιαφέρουσες αντιστοιχίες του βιβλίου η Εστέλα και η Χούλια αντιδρούν με αντίθετους τρόπους στην ίδια βασική ανάγκη. Η Εστέλα παραμένει πεισματικά αποστασιοποιημένη από τις προσπάθειες των άλλων να την πλησιάσουν. Ένα πείσμα ανάλογο με αυτό που επιδεικνύει και η Χούλια. Η μία απαιτεί να την προσέξουν. Η άλλη αρνείται να επιτρέψει στους άλλους να την πλησιάσουν. Η μία καταφεύγει σε ακραίες πράξεις για να γίνει ορατή. Η άλλη καταφεύγει στη σιωπή για να μην μπορεί κανείς να την πληγώσει. Και οι δύο βρίσκονται έτσι στις δύο πλευρές της ίδιας ανάγκης. Να κάνουν τους άλλους να τις δουν πραγματικά.
Μετά τον θάνατο της Χούλια, όμως, η Εστέλα έχει να πει πολλά. Να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Να ανασυνθέσει όσα συνέβησαν. Να εξηγήσει τον θάνατο του παιδιού. Να δείξει ότι μια τραγωδία τόσο μεγάλη δεν μπορεί να αποδοθεί εύκολα σε έναν μόνο άνθρωπο. Γιατί σε αυτή την ιστορία δεν υπάρχει ούτε ένας μοναδικός ένοχος ούτε πραγματικά αθώοι. Αντίθετα η συγγραφέας οδηγεί τον αναγνώστη σε μια πιο δύσκολη απάντηση καταγγέλλοντας όχι ένα πρόσωπο αλλά ένα σύστημα σχέσεων. Ένα πλέγμα ταξικής ανισότητας, κοινωνικής απομόνωσης, οικονομικής εξάρτησης, καταπίεσης και καθημερινής αδιαφορίας. Μια μορφή βίας που δεν χρειάζεται να είναι θεαματική για να είναι καταστροφική αλλά υφαίνεται αργά, μέσα στις καθημερινές συνήθειες, στις σιωπές, στις παραλείψεις, στις προσδοκίες που θεωρούνται αυτονόητες. Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι αυτό το πλέγμα δεν βρίσκεται μόνο από τη μία πλευρά. Υφαίνεται και από τις δύο. Οι εργοδότες εγκλωβίζονται στους δικούς τους ρόλους, η Εστέλα στον δικό της, το παιδί στον ρόλο του παιδιού που πρέπει να είναι υπάκουο και ευτυχισμένο. Όλοι βρίσκονται μέσα σε ένα σύστημα που τους έχει ήδη μάθει πώς πρέπει να συμπεριφέρονται. Μόνο που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι συμβαίνει όταν οι ρόλοι αυτοί πάψουν να λειτουργούν.
Η ένταση μέσα στο σπίτι αυξάνεται αργά. Δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο γεγονός που να εξηγεί την τραγωδία. Σιγά σιγά συσσωρεύονται μικρές καθημερινές εντάσεις, παραλείψεις, ανείπωτες επιθυμίες και σχέσεις εξάρτησης και χτίζουν τελικά μια αίσθηση αναπόφευκτης καταστροφής. Από την αρχή ο αναγνώστης γνωρίζει το αποτέλεσμα και παρακολουθεί την καθημερινότητα της οικογένειας αναζητώντας τα σημάδια που θα μπορούσαν να το εξηγήσουν. Η παρουσία απειλητικών στοιχείων όπως μια συκιά που ξεραίνεται αναίτια, το δηλητήριο για τους αρουραίους που κρύβεται σ’ ένα ντουλάπι, μια ληστεία, ένα κρυμμένο όπλο ενισχύουν σταδιακά αυτή την αίσθηση.
Σε μια αφήγηση γεμάτη ρωγμές, παραμορφώσεις και απρόβλεπτα ξεσπάσματα καταπιεσμένης έντασης, η Θεράν χρησιμοποιεί τη σιωπή ως άμυνα και τον λόγο ως ύστατη πράξη διεκδίκησης για να αναδείξει τα θέματα τόσο της ταξικής ανισότητας όσο και της ανθρώπινης ανάγκης για αγάπη και προσοχή.