
Πίσω από το όνομα Αλμπέρτο Σαβίνιο (Alberto Savinio) βρίσκεται ο Andrea De Chirico, γεννημένος στην Αθήνα το 1891, γιός του Εβαρίστο ντε Κίρικο, του μηχανικού που σχεδίασε το σιδηροδρομικό δίκτυο της Θεσσαλίας και μικρότερος αδελφός του κύριου ιδρυτή και εκπροσώπου της Μεταφυσικής Ζωγραφικής Τζόρτζο ντε Κίρικο. Μουσικός, συγγραφέας, ζωγράφος, σκηνογράφος, κριτικός, ένας αληθινός πολυτεχνίτης της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας, ο Σαβίνιο έζησε ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς και καλλιτεχνικούς κόσμους. Από την Αθήνα και τον Βόλο των παιδικών του χρόνων, στο Μόναχο, το Μιλάνο, τη Φλωρεντία και κυρίως το Παρίσι, όπου γνώρισε τον Γκιγιόμ Απολινέρ και ήρθε σε επαφή με τις πρωτοποριακές καλλιτεχνικές τάσεις της εποχής διαμορφώνοντας μια προσωπική αντίληψη για την τέχνη που αρνείται να χωρίσει το πραγματικό από το φανταστικό. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που ο κόσμος του είναι γεμάτος ανθρώπους που αλλάζουν μορφή. Ακόμη και το όνομά του είναι μια μικρή πράξη μεταμόρφωσης. Ο Andrea De Chirico άλλαξε το όνομά του σε Alberto Savinio για να χαράξει τη δική του καλλιτεχνική ταυτότητα, μακριά από τη σκιά του διάσημου αδελφού του, ενώ στο έργο του εμφανίζονται διάφορα αυτοβιογραφικά προσωπεία του με γνωστότερο τον Nivasio Dolcemare (Comandatore Nivasio είναι το ψευδώνυμο που δίνει ο Σαβίνιο στον πατέρα του Εβαρίστο ντε Κίρικο – Nivasio είναι αναγραμματισμός του Savinio).
Η έκδοση του Κυρίου Μίνστερ, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις LOGGIA σε μετάφραση και με αναλυτικό επίμετρο της Δήμητρας Δότση, μας συστήνει ένα από τα πιο αινιγματικά και πρωτοποριακά κείμενα του Σαβίνιο. Γραμμένο το 1943, μέσα στη δίνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, είναι ένα παράδοξο πνευματικό παιχνίδι που παραμορφώνει τόσο πολύ τον γνώριμο κόσμο, ώστε ο αναγνώστης αρχίζει σταδιακά να πιστεύει ότι η πραγματικότητα ήταν εξαρχής κάτι πολύ πιο παράξενο απ’ όσο νόμιζε.
Ο ήρωας της ιστορίας, ο κύριος Μίνστερ, δεν είναι ένας ήρωας με τη συμβατική έννοια. Είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, ένας άνθρωπος ηττημένος ‘από το γκρίζο, το αναπόφευκτο γραφτό της ζωής’, και τώρα, με τον πιο παράδοξο τρόπο, ερασιτέχνης και στον θάνατο. Η ζωή του μοιάζει μάλλον επίπεδη και ασήμαντη, μέχρι τη στιγμή που συμβαίνει το αδιανόητο, αρχίζει να πεθαίνει ενώ εξακολουθεί να είναι ζωντανός και να έχει πλήρη συνείδηση. Το σώμα του αποσυντίθεται σταδιακά, ενώ ο ίδιος παρακολουθεί αυτή την αποσύνθεση με μια παράξενη ψυχραιμία, σαν να παρατηρεί ένα επιστημονικό πείραμα.
Ο θάνατος δεν προκαλεί στον κύριο Μίνστερ τον τρόμο που θα περίμενε ο αναγνώστης. Αντίθετα, όσο απομακρύνεται από τη ζωή, τόσο ελαφραίνει. Οι επιθυμίες, οι ανάγκες, οι αναμνήσεις, η αίσθηση του εαυτού του αρχίζουν να χάνουν τη σημασία τους. Σαν να πρέπει πρώτα να διαλυθεί ο άνθρωπος που νόμιζε ότι ήταν, για να μπορέσει να δει κάτι που μέχρι τότε δεν μπορούσε να δει. Ο θάνατος γίνεται έτσι όχι μόνο τέλος αλλά μεταμόρφωση. Και εδώ ο Κύριος Μίνστερ φέρνει αναπόφευκτα στον νου ένα άλλο εμβληματικό έργο του 20ού αιώνα, τη Μεταμόρφωση του Κάφκα όπου ο Γκρέγκορ Σάμσα ξυπνά ένα πρωί και ανακαλύπτει ότι έχει μεταμορφωθεί σε ένα τεράστιο έντομο. Ο κύριος Μίνστερ, αντίστοιχα, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια σωματική μεταμόρφωση που ανατρέπει την προηγούμενη ύπαρξή του. Και στους δύο συγγραφείς το σώμα παύει να είναι ένα αυτονόητο καταφύγιο της ταυτότητας. Ενώ όμως ο Κάφκα βλέπει τη μεταμόρφωση ως αποξένωση, ο Σαβίνιο μετατρέπει την αποσύνθεση σε αποκάλυψη.
‘Όπως η γη, έτσι και το σώμα του κυρίου Μίνστερ αρχίζει να βυθίζεται στο σκοτάδι. Όσο η ύλη του αποκοιμιέται, τόσο η ψυχή του γίνεται ολοένα και πιο διαυγής.’

Ο Σαβίνιο επέλεξε για τον ήρωά του το όνομα Μίνστερ (Münster ) που στα γερμανικά σημαίνει καθεδρικός ναός υπονοώντας ίσως έτσι έναν χώρο μέσα στον οποίο συντελείται μια αποκάλυψη. Ένα τόπο όπου το φανερό και το κρυφό, το ιερό και το γελοίο, η ζωή και ο θάνατος συναντιούνται για να προτείνουν μια νέα οπτική του κόσμου. Ο κύριος Μίνστερ δεν οδηγείται απλώς έξω από την ανθρώπινη μορφή αλλά έξω από την κοινή αντίληψη της πραγματικότητας διερευνώντας έναν διαφορετικό τρόπο για να την κατανοήσει. Ο κύριος Μίνστερ είναι ο άνθρωπος που, εξαιτίας του θανάτου του, αποκτά για λίγο το προνόμιο να κοιτάξει πίσω από την κουρτίνα. Περνά έτσι σιγά σιγά, σε έναν κόσμο όπου τα όρια ανάμεσα στη ζωή, το όνειρο, τη μνήμη, την τέχνη και τον μύθο καταργούνται. Οι πίνακες ζωγραφικής εισβάλλουν στη σκέψη του και οι άνθρωποι γύρω του θυμίζουν μορφές έργων τέχνης. Οι αρχαίοι θεοί εμφανίζονται στους δρόμους της σύγχρονης Ρώμης. Η μυθολογία δεν βρίσκεται σε κάποιο μακρινό παρελθόν αλλά κατοικεί δίπλα του, μόνο που έχει χάσει την επίσημη και μεγαλοπρεπή της φορεσιά.
‘Ο κύριος Μίνστερ εισέρχεται σε κατάσταση χάριτος. Τώρα τα μάτια του βλέπουν αυτό που δεν είχαν αντικρίσει ποτέ ξανά μέχρι στιγμής, αυτό που κανένα ανθρώπινο μάτι δεν έχει δει ποτέ ως τώρα, και μόνο μια εξαιρετική αντίληψη, η έσχατη και η πιο διεισδυτική, επιτρέπει να δει: αυτό που βλέπει το μάτι ενός αγίου, ενός θαυματοποιού, ενός επίδοξου θεού – αυτό που βλέπει το ύστατο βλέμμα κάποιου που πεθαίνει.’
Ο Σαβίνιο κατεβάζει το υψηλό στο επίπεδο του καθημερινού για να αποκαλύψει το παράλογο που κρύβεται μέσα του. Η Μέδουσα γίνεται ένας τρόπος να μιλήσει ο κύριος Μίνστερ για τον τρόμο της αυτοεικόνας του. Ο Δίας, ο Ερμής και οι άλλοι θεοί αποκαλύπτονται σαν ηθοποιοί ενός θεάτρου. Και στο τέλος η Ηώ, η προσωποποίηση της Αυγής, εμφανίζεται όχι ως αιθέρια θεά αλλά σαν μια γυναίκα κουρασμένη, ατημέλητη και σχεδόν χυδαία. Και μέσα σ’ αυτό το γκροτέσκο σκηνικό ο κύριος Μίνστερ καταλαβαίνει ότι ο μύθος, οι θεοί, οι άνθρωποι γύρω του, ακόμη κι αυτός ο ίδιος είναι στην πραγματικότητα πολύ διαφορετικοί από αυτό που πιστεύουν. Κατανοεί όμως και ότι η αποκάλυψη αυτή δεν μπορεί να καταργήσει την ψευδαίσθηση. Η Αυγή θα εξακολουθήσει να ανατέλλει, οι άνθρωποι θα εξακολουθήσουν να τη βλέπουν όμορφη και ο μύθος θα εξακολουθήσει να ζει.
Και ο κύριος Μίνστερ θα εξαφανιστεί. Το σώμα του στο τέλος δεν είναι παρά ένα σωρός από κουρέλια, ενώ η Ηώ απομακρύνεται στον ορίζοντα, ξαναβρίσκοντας από απόσταση την ομορφιά της. Η πραγματικότητα έχει αποκαλυφθεί και, ταυτόχρονα, δεν έχει αλλάξει καθόλου. Ο Σαβίνιο αφήνει τον αναγνώστη ακριβώς εκεί όπου σταματούν οι βεβαιότητες, ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, στο όνειρο και την πραγματικότητα, στον άνθρωπο και το προσωπείο του, στον μύθο και την απομυθοποίησή του. Και το κάνει με χαρακτηριστική ειρωνεία, που δεν είναι απλώς μια επιλογή ύφους αλλά ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο ο Σαβίνιο αντιμετωπίζει το μεταφυσικό. Η φύση κρύβεται, ο κόσμος μεταμφιέζεται και ο άνθρωπος καλείται να παίξει το παιχνίδι χωρίς να ξεχνά ότι δεν είναι παρά ένα παιχνίδι.