ΜΑΡΙΑ, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΩΝ ΣΥΜΠΤΩΣΕΩΝ

στις

Ο Τζόναθαν Κόου (Jonathan Coe, 1961-), πολύ πριν αποκτήσει τη χαρακτηριστική φωνή που τον καθιέρωσε με τα μεταγενέστερα έργα του, γράφει το μυθιστόρημα ‘Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων’ (εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, μετάφραση Άλκηστις Τριμπέρη), ένα έργο διαφορετικό από όσα ακολούθησαν. Ενώ διακρίνεται ήδη η αιχμηρή πρόζα, το λεπτό βρετανικό χιούμορ και ο σαρκασμός που θα γίνουν το σήμα κατατεθέν του, απουσιάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά τα κοινωνικά και πολιτικά σχόλια που χαρακτηρίζουν την ώριμη δημιουργική του περίοδο. Σ’ αυτό το πρώτο του μυθιστόρημα το ενδιαφέρον του είναι αποκλειστικά στραμμένο στον εσωτερικό κόσμο μιας γυναίκας και στη σιωπηλή αδυναμία της να κατοικήσει πραγματικά τη ζωή της..

Η Μαρία δεν είναι μια συνηθισμένη ηρωίδα. Ακόμη και το όνομά της ακούγεται παράταιρο για μια δεκαεπτάχρονη Αγγλίδα στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Είναι εξαιρετική μαθήτρια και γίνεται δεκτή στην Οξφόρδη, ένα γεγονός που συγκινεί περισσότερο τους γύρω της παρά την ίδια. Η συναισθηματική της αποστασιοποίηση είναι σχεδόν απόλυτη. Δυσκολεύεται να νιώσει χαρά, ενθουσιασμό ή προσδοκία. ‘Η Μαρία δεν ήταν ποτέ καλή στο να εκφράζει την ικανοποίησή της, αν και διέθετε μια σχετική ικανότητα να τη νιώσει, με τον δικό της τρόπο.’ Η μεγαλύτερη επιθυμία της δεν είναι η επιτυχία ούτε η προσωπική ολοκλήρωση, αλλά η γαλήνια ύπαρξη του γάτου της, του Σέφτον, που περιορίζεται στις στοιχειώδεις ανάγκες του δηλ. να τρώει, να είναι καθαρός και να κοιμάται. Μέσα σε αυτή την απλή επιθυμία συμπυκνώνεται όλη η αδυναμία της να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που οι άλλοι προβάλλουν επάνω της και, τελικά, να συμμετάσχει ουσιαστικά στη ζωή.

Η πλοκή του βιβλίου είναι αραιή και αντιστέκεται επίμονα στη δραματοποίηση. Ο Κόου παρακολουθεί τη Μαρία στα σημαντικότερα σημεία της ζωής της, τα χρόνια των σπουδών της στην Οξφόρδη, τον γάμο, τη μητρότητα, την οικογενειακή καθημερινότητα, τη διάλυση του γάμου και την υπαρξιακή της κρίση, χωρίς όμως να δημιουργεί κορυφώσεις ή να προσπαθεί να προκαλέσει εύκολη συγκίνηση. Αντίθετα, μοιάζει να καταγράφει με ψυχραιμία μια ζωή που μοιάζει με χιλιάδες άλλες, μια ζωή όπου οι ευκαιρίες παρουσιάζονται αλλά δεν αξιοποιούνται, οι ανθρώπινες σχέσεις υπάρχουν αλλά δεν βιώνονται σε βάθος και οι επιλογές μοιάζουν να γίνονται περισσότερο από αδράνεια παρά από επιθυμία.

Παρά τη συναισθηματική της αποστασιοποίηση η Μαρία τρυπώνει σταδιακά στη συνείδηση ​​του αναγνώστη στην αρχή από περιέργεια, στη συνέχεια με συμπονετικό ενδιαφέρον και τέλος με την αναγνώριση οικείων στοιχείων που εντοπίζει στον τρόπο σκέψης της. Γιατί ποιος δεν έχει γνωρίσει περιόδους βαθιάς ανίας, όπου η ζωή μοιάζει να συνεχίζεται μόνο από συνήθεια; Ποιος δεν έχει δει μέρες να περνούν χωρίς να αφήνουν πραγματικό αποτύπωμα ή σχέσεις να καταλήγουν σε αδιέξοδο, αφήνοντας τελικά την αίσθηση πως δεν συνέβησαν ποτέ; Ο Κόου δεν ενδιαφέρεται να προσφέρει απαντήσεις. Απλά,  κεντρίζει διαρκώς το ενδιαφέρον του αναγνώστη, παίζει μαζί του και, σε ορισμένα σημεία, τον πιέζει ακριβώς εκεί όπου πονά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σχέση ανάμεσα στον αφηγητή και τη Μαρία. Στην πραγματικότητα, ο πιο γοητευτικός χαρακτήρας του βιβλίου είναι συχνά ο ίδιος ο αφηγητής, ένας χαρακτήρας που συχνά εμφανίζεται πιο ζωντανός από την ίδια την ηρωίδα. Την παρατηρεί με ειρωνεία αλλά και διακριτική συμπάθεια, την ερμηνεύει, προσπαθεί να δώσει νόημα στις πράξεις και στις σιωπές της, ενώ εκείνη παραμένει πεισματικά απρόσιτη. Απευθύνεται στον αναγνώστη και τον καθοδηγεί σε έναν συνεχή στοχασμό πάνω στη σχέση ανάμεσα στην τύχη, την προσωπική ευθύνη και τις χαμένες δυνατότητες καλλιεργώντας έτσι μια ιδιότυπη ένταση που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον ακόμη και όταν εξωτερικά συμβαίνουν ελάχιστα.

Αλλά και ο τίτλος αφήνει ένα αίσθημα αβεβαιότητας. Οι συμπτώσεις του τίτλου δεν γίνονται ποτέ απολύτως σαφείς στη ζωή της Μαρίας. Περισσότερο από μια αλληλουχία σημαδιακών συμπτώσεων, η ζωή της μοιάζει να καθορίζεται από το τυχαίο, από μικρές περιστάσεις που τη μετακινούν παθητικά από το ένα στάδιο στο επόμενο, χωρίς η ίδια να αναλαμβάνει πραγματικά το τιμόνι της ύπαρξής της.

Το βιβλίο ‘Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων’ είναι ένα ενδιαφέρον πρώιμο δείγμα της γραφής του Τζόναθαν Κόου και μια αφορμή για στοχασμό πάνω στην αθέατη καθημερινότητα, στις χαμένες ευκαιρίες και στην ανθρώπινη αδυναμία να ζήσει κανείς πραγματικά το παρόν. Ένα διακριτικό, μελαγχολικό όσο και σαρκαστικό μυθιστόρημα που αφήνει λιγότερο έντονες αναμνήσεις από άλλα έργα του συγγραφέα, αλλά περισσότερα ερωτήματα από όσα αρχικά φαίνεται να θέτει.

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.