ΟΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ

στις

Τι είναι εκείνο που απομένει από μια σχέση όταν οι άνθρωποι έχουν πια χαθεί από τη ζωή μας;  Στο μικρής έκτασης αλλά μεγάλης συναισθηματικής και στοχαστικής πυκνότητας βιβλίο της ‘Οι Λεπτομέρειες’ (εκδόσεις Gutenberg, μετάφραση Γρηγόρη Ν. Κονδύλη) η Σουηδή συγγραφέας Ία Γκένμπεργκ (Ia Genberg, Στοκχόλμη 1967-), φαίνεται να απαντά ότι αυτό δεν είναι οι μεγάλες στιγμές αλλά οι λεπτομέρειες. Μια αφιέρωση σ’ ένα βιβλίο, μια κοινή διαδρομή, μια χειρονομία, μια φράση που επιστρέφει απρόσκλητη χρόνια αργότερα, όλες αυτές οι ανεπαίσθητες στιγμές που έχουν τη δύναμη όχι μόνο να ανασυστήσουν περασμένες σχέσεις αλλά και να συγκροτήσουν την ίδια μας την ταυτότητα, αποτελούν τα συστατικά του βιβλίου που χάρισε στη δημιουργό του εκτός από το σημαντικό βραβείο August Prize, διεθνή αναγνώριση και μια θέση στη βραχεία λίστα του International Booker Prize το 2024.

Η αφήγηση ξεκινά με μια γυναίκα που βρίσκεται στο κρεββάτι λόγω μιας ίωσης που της έχει επιφέρει έναν υψηλό πυρετό. Στη θολούρα του πυρετού ανοίγει ένα βιβλίο του Πολ Όστερ ( Η Τριλογία της Νέας Υόρκης ) και η ξεχασμένη αφιέρωση στην πρώτη του σελίδα γίνεται το νήμα  για μια επιστροφή στις σχέσεις που στιγμάτισαν τη ζωή της και για μια προσεκτική παρατήρηση των τρόπων με τους οποίους  η ίδια διαμορφώθηκε μέσα από αυτές. 

‘Το εγώ δεν είναι τίποτε άλλο από αυτό, ή το υποτιθέμενο «εγώ»: απομεινάρια ανθρώπων πάνω στους οποίους τριβόμαστε.’

Το βιβλίο είναι δομημένο σε τέσσερα αυτόνομα αλλά αλληλένδετα κεφάλαια, καθένα από τα οποία αποτελεί το πορτραίτο ενός ανθρώπου που πέρασε από τη ζωή της αφηγήτριας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 και μέχρι τις αρχές της νέας χιλιετίας. Κάθε κεφάλαιο φέρει το όνομα του χαρακτήρα στον οποίο επικεντρώνεται, ενώ η ίδια η αφηγήτρια παραμένει ανώνυμη στο παρασκήνιο της αφήγησης, ορατή μόνο μέσα από τις αντανακλάσεις των σχέσεων της. Αν και η Γκένμπεργκ αντλεί το υλικό της από προσωπικές της εμπειρίες από τα χρόνια της νιότης της, εντούτοις το βιβλίο δεν αποτελεί εξομολόγηση ή πιστή καταγραφή των βιωμάτων της αλλά διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο η μνήμη μετατρέπει την εμπειρία σε αφήγηση.

Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται στην Γιοχάνα την πρώην σύντροφο της αφηγήτριας, μια σχέση που συνδέεται με τη νεότητα, τον έρωτα και την πνευματική της συγκρότηση. Η σχέση τους ξεκίνησε στη Στοκχόλμη στις αρχές της δεκαετίας του 1990 όπου έζησαν μια περίοδο έντονης οικειότητας, συζητήσεων, λογοτεχνικών αναζητήσεων και ονείρων. Η Γιοχάνα περιγράφεται ως κοινωνικά προνομιούχα, χαρισματική, γεμάτη αυτοπεποίθηση αλλά και χειριστικά γενναιόδωρη, συγκροτημένη, με μια παγωμάρα στη συμπεριφορά της που λειτουργούσε ως εργαλείο επιβίωσης και επιτυχίας. Η σχέση τους κάποια στιγμή τελείωσε και δεν ξαναβρέθηκαν ποτέ, όμως το αποτύπωμα του δυνατού χαρακτήρα της Γιοχάνα έμεινε για πάντα χαραγμένο στην αφηγήτρια.

Στο δεύτερο κεφάλαιο ανασύρονται οι μνήμες από τη Νίκι, μια  φίλη, συγκάτοικο και συνοδοιπόρο σε μια περίοδο νεανικής ελευθερίας. Η Νίκι ζούσε τη ζωή της σαν να συμμετείχε σε μια ατέλειωτη παράσταση. Χαοτική, κυκλοθυμική, γεμάτη δράμα και απρόβλεπτη, γνώρισε στην αφηγήτρια την έξαλλη νυχτερινή ζωή και τις εναλλακτικές κοινότητες της εποχής. Ένα φθαρμένο βιβλίο, ξεχασμένο στον πάτο μιας τσάντας,  «Η κόρη του βασιλιά των βάλτων» της Μπιργκίτα Τρότσιγκ  απέμεινε σαν κειμήλιο, να θυμίζει τη  φιλία τους που διακόπηκε απότομα. Ένα βιβλίο που η αφηγήτρια αρνείται να δανείσει αναγνωρίζοντας τη σημασία της Νίκι στη ζωή της. Μετά τη Νίκι σειρά έχει η σχέση της αφηγήτριας με τον Αλεχάντρο,  τον μεγάλο έρωτα που  εμφανίστηκε στη ζωή της στο ξεκίνημα της νέας χιλιετίας, σε μια Στοκχόλμη που μεταμορφωνόταν από την εξωστρέφεια της νέας εποχής και τις διαφορετικές κουλτούρες. Η σχέση τους, που είχε όλα τα χαρακτηριστικά του εφήμερου, σαρκικού έρωτα, αν και τελείωσε σύντομα, όπως ήταν προδιαγεγραμμένο να τελειώσει, εντούτοις το αποτύπωμά της παραμένει έντονο και ζωντανό.

Στο τελευταίο κεφάλαιο, η Γκένμπεργκ  μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τις σχέσεις επιλογής στις σχέσεις καταγωγής και στρέφει τον φακό της στη μητέρα της αφηγήτριας,. Η Μπιργκίτε μια γυναίκα που πάλευε με την ψυχική ασθένεια και το άγχος δεν αποτυπώνεται αποκλειστικά μέσα από τον μητρικό της ρόλο, αλλά ως αυτόνομη παρουσία με προσωπικές αγωνίες, επιθυμίες και περιορισμούς. Η αφηγήτρια επιχειρεί να ανασυνθέσει τη ζωή της και επισημαίνοντας ζητήματα οικογενειακής μνήμης, διαγενεακής κληρονομιάς και γυναικείας εμπειρίας στο πλαίσιο της μεταπολεμικής σουηδικής κοινωνίας για να οδηγηθεί μοιραία στην αναγνώριση των πηγών πολλών δικών της χαρακτηριστικών.

Οι αναμνήσεις της αφηγήτριας δεν οργανώνονται γύρω από δραματικές κορυφώσεις αλλά γύρω από τυχαία αντικείμενα, χειρονομίες, βιβλία, τραγούδια, διαδρομές, μυρωδιές, δείχνοντας έτσι ότι αρκεί μια αφιέρωση σε ένα βιβλίο, το άκουσμα ενός τραγουδιού, ένα φόρεμα ξεχασμένο σε μια ντουλάπα για να ξεσκεπαστεί πάλι μπροστά μας  το χνάρι που άφησαν πάνω μας οι άνθρωποι που πέρασαν από τη ζωή μας.

Η Στοκχόλμη της δεκαετίας του ’90 καταλαμβάνει επίσης μια σημαντική θέση στο βιβλίο. Η πόλη αποτυπώνεται νοσταλγικά μέσα από τα μικρά διαμερίσματα, τις βιβλιοθήκες, τις μουσικές σκηνές και τις παρέες που έμεναν να συζητούν μέχρι αργά τη νύχτα στα γεμάτα καπνό μπαρ, εκεί όπου οι προσωπικές εμπειρίες συναντούσαν τις ευρύτερες κοινωνικές και πολιτισμικές μεταβολές. Ζητήματα που απασχόλησαν τη μεταπολεμική σουηδική κοινωνία όπως  η κοινωνική ισότητα, η πολιτισμική καλλιέργεια, η ατομική ελευθερία αλλά και οι, λιγότερο ορατές, ταξικές διαφοροποιήσεις επισημαίνονται επίσης από τη συγγραφέα με μια γραφή που χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακή καθαρότητα και αξιοσημείωτη παρατηρητικότητα και από την οποία δεν λείπει κάπου κάπου κι ένα χαμηλών τόνων χιούμορ.

Μέσα από ένα κείμενο λιτό, ακριβές και βαθιά στοχαστικό, αποφεύγοντας τις αφηγηματικές εξάρσεις, η Γκένμπεργκ  αναδεικνύει σ’ αυτό το βιβλίο τις πιο μικρές καθημερινές λεπτομέρειες των σχέσεων με τους άλλους ως χώρους μνήμης που κρύβουν μέσα τους σημαντικά υπαρξιακά νοήματα.

‘Ζούμε τόσες πολλές ζωές μέσα στη ζωή μας, ζωές μικρότερες με ανθρώπους που έρχονται και πάνε, με φίλους που εξαφανίζονται, παιδιά που μεγαλώνουν, και ποτέ δεν καταλαβαίνω ποια από τις ζωές αυτές έχει, εντέλει, τη μεγαλύτερη βαρύτητα. Όταν έχω πυρετό ή είμαι ερωτευμένη, όλα μου φαίνονται τόσο αυτονόητα, το «εγώ» μου υποχωρεί και δίνει τη θέση του σε μια ανώνυμη ευτυχία, ένα σύνολο που διατηρεί όλες τις λεπτομέρειες αδιαχώριστες και απόλυτα σαφείς, τη μία δίπλα στην άλλη. Αργότερα θυμάμαι την κατάσταση ως μια μορφή χάριτος. Ίσως έτσι να μπορεί να περιγράψει κάποιος τη συνολική εμπειρία, με ανθρώπους που διαβαίνουν μέσα κι έξω από την ύπαρξή μου χωρίς κάποια ιεραρχία. Χωρίς «αρχή» και «τέλος», χωρίς κάποια συγκεκριμένη χρονολογική σειρά, παρά μόνο στιγμές που αναδύονται, και αυτό που γεννιέται μέσα σ’ αυτές.’

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.