Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟ ΚΑΤΑΧΕΙΜΩΝΟ

στις

Όταν το 1999 ο Κέβιν Μπάρρυ (Kevin Barry , 1969 -)  βρέθηκε στο Κορκ της Ιρλανδίας, σε μια περιοχή με εγκαταλελειμμένα, ήδη από το 1880, ορυχεία χαλκού και έμαθε ότι οι εργαζόμενοι σ’ αυτά αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Μοντάνα όπου υπήρχαν ανάλογες ευκαιρίες για δουλειά, μια ιστορία άρχισε να δημιουργείται στο μυαλό του. Χρειάστηκαν λίγο περισσότερο από 20 χρόνια για να αποκτήσουν μορφή οι κύριοι χαρακτήρες της ιστορίας και να προχωρήσει στη δημιουργία ενός βιβλίου που συνδυάζει αριστοτεχνικά την ιρλανδική μελαγχολία με την αγριότητα της αμερικανικής υπαίθρου. Η Καρδιά το Καταχείμωνο’, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γεννήτρια σε μετάφραση Δημήτρη Καρακίτσου, είναι μια ιστορία απώλειας και αυτοκαταστροφής που υπερβαίνει τα όρια του γουέστερν για να εξελιχθεί σε μια στοχαστική ανατομία της ανθρώπινης ανάγκης για ελπίδα, σύνδεση και αγάπη.

Σκηνικό της ιστορίας είναι η πόλη Μπιούτ της Μοντάνα το 1891, μια πόλη που παρουσιάζεται περίπου σαν τόπος εξορίας, ένας καταυλισμός μεταναστών που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους για να γλιτώσουν από την πείνα που προκάλεσε η καταστροφή της συνολικής παραγωγής της  πατάτας στη χώρα, κάτι που ο Μπάρρυ υπονοεί υπέροχα στην πρώτη σελίδα του βιβλίου.

‘Ένα βράδυ στην οδό Γουαϊόμινγκ ένας το δίχως άλλο Ιρλανδός πέρασε τρεκλίζοντας, ήταν ένα γερο-βλακόμουτρο, ένας παράφρων μέσα στα κουρέλια και τα βρωμερά τομάρια, με τρίχες να πετάγονται απ΄ τα αυτιά, τα μάτια του τη μια να καίνε σαν πυρακτωμένα αστέρια την άλλη να κλείνουν σφιχτά σαν σε έκσταση, κι όλο σκόνταφτε και παραπατούσε με ένα ζευγάρι διαλυμένες μπότες, σαν κάνα υπερτροφικό παιδί βγαλμένο από εφιάλτη, σαν κάνα τεράστιο σακάτικο καθυστερημένο παιδί, πριν αρχίσει να διαλαλεί την πραμάτεια του, μειλίχια, καθαρά, τραγουδιστά –

Πα-τά-τεϊς!

Ψητές πα-τά-τεϊς!

Ψητές πα-τά-τεϊς, μία πένα η μερίς!

Το τροπάρι του αντιλαλούσε στον άδειο χωμάτινο δρόμο και γύριζε πίσω, μελωδικό, αλλά πατάτες πουθενά ο γέρος.

Εκεί λοιπόν σ’ αυτόν τον σκληρό τόπο που οι άνθρωποι κινούνται σαν να έχουν  αποδεχθεί την μοίρα τους, που ο καημένος ο γέρος παραληρεί στους δρόμους και  από κάθε στενό αναδύεται η βία της συνοριακής ζωής ανακατεμένη με την καταπίεση της θρησκοληψίας, ο Μπάρρυ ζωγραφίζει έναν μοιραίο έρωτα.

Ο Τομ Ρουρκ, ποιητής της συμφοράς και απατεώνας της καθημερινότητας, ζει πότε γράφοντας ερωτικές επιστολές για λογαριασμό άλλων και πότε βοηθώντας στο τοπικό φωτογραφείο. Εξαρτημένος από το όπιο, ονειροπόλος και αυτοκαταστροφικός, αναζητά επίμονα κάποια μορφή ομορφιάς μέσα στο χάος. Η Πόλλυ Γκιλλέσπυ είναι μια ‘νύφη δι’ αλληλογραφίας’ που μόλις έφτασε στην πόλη για να παντρευτεί έναν ευσεβή αλλά αδιάφορο διευθυντή ορυχείου.  Μια γυναίκα με ασαφές και σκοτεινό παρελθόν, που κουβαλά τη δική της σιωπηλή εξέγερση απέναντι στον κόσμο. Η  Πόλλυ συναντά τον Τομ όταν επισκέπτεται με τον σύζυγό της το φωτογραφείο για την παραδοσιακή γαμήλια φωτογραφία και η πρώτη μεταξύ τους ματιά ‘ήταν η στιγμή ακριβώς που η καρδιά του πήρε φωτιά’.

Κάπως έτσι ξεκινά η παθιασμένη σχέση τους και λίγο αργότερα το ζευγάρι αποφασίζει να φύγει από το Μπιούτ  για το Σαν Φρανσίσκο, μια απόφαση που λειτουργεί σαν εισαγωγή στην πορεία μιας προαναγγελθείσας καταστροφής. Ο Μπάρρυ δεν παρουσιάζει τον έρωτα ως λύτρωση για τους χαρακτήρες του αλλά ως την αναπόφευκτη αναμέτρησή τους  με τα σκοτάδια τους.  Αυτό το αίσθημα του μοιραίου, εκείνη η χαρακτηριστική ιρλανδική μοιρολατρία που διαπερνά τη μεγάλη λογοτεχνική παράδοση της χώρας, η βαθιά επίγνωση ότι η ζωή σπάνια συμμορφώνεται με τις επιθυμίες μας,  διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο.

Ο Τομ κλέβει χρήματα και ένα άλογο, και ξεκινούν μέσα στο άγριο χειμωνιάτικο τοπίο για τον αμφίβολο προορισμό τους. Στο κατόπι τους βρίσκονται τρεις αμείλικτοι διώκτες από την Κορνουάλη, πληρωμένοι από τον ντροπιασμένο σύζυγο, φιγούρες σχεδόν γκροτέσκες, που μοιάζουν λιγότερο με ανθρώπους και περισσότερο με προσωποποιήσεις μιας ανελέητης μοίρας. Ο Μπάρρυ διαχειρίζεται την βία με εντυπωσιακό τρόπο αφήνοντάς τη να συμβαίνει μακριά από τα μάτια του αναγνώστη, σαν ηχώ ή απειλή, δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα σε όσα προηγούνται ή ακολουθούν, αναδεικνύοντας έτσι τις συνέπειές που αφήνει πίσω της στην ψυχή ή το σώμα του θύματος.

Η καταδίωξη, ωστόσο, είναι μόνο η εξωτερική όψη της ιστορίας γιατί στην ουσία της βρίσκεται η εσωτερική περιπλάνηση δύο ανθρώπων που προσπαθούν να αποδράσουν όχι τόσο από τους διώκτες τους όσο από τον ίδιο τους τον εαυτό. Η σκληρή και συνάμα εκθαμβωτική φύση των παγωμένων βουνών που διασχίζουν εντείνει την αίσθηση της απομόνωσης και του κινδύνου. Ο χειμώνας επιβάλλει τους δικούς του νόμους πάνω στα σχέδια των δύο φυγάδων ενώ στο έρημο τοπίο συναντούν από περιπλανώμενους τροβαδούρους που βρίσκονται υπό την επήρεια παραισθησιογόνων μανιταριών μέχρι μεθυσμένους κληρικούς και φιλοσοφημένους δολοφόνους, μορφές που μοιάζουν να ανήκουν περισσότερο σε όνειρο παρά στην πραγματικότητα. Αυτό το έντονο στοιχείο μαγείας που μπλέκεται στην ιστορία, μαζί με τη σχέση με το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, τις παραισθήσεις, την τρέλα και την γοητεία που φαίνεται να ασκεί ο θάνατος στους Ιρλανδούς, αλλά και οι σκέψεις για τον Θεό και τη μοίρα, δίνουν τον ξεχωριστό τόνο στην ατμόσφαιρα της αφήγησης.

Kevin Barry

‘Η καρδιά το καταχείμωνο’ είναι μια ιστορία χτισμένη πάνω σε μια αλληλουχία αποσπασματικών σκηνών που ο αναγνώστης καλείται να συναρμολογήσει μόνος του, καθώς ο συγγραφέας αποφεύγει συστηματικά τις πλήρεις εξηγήσεις και τις εύκολες συνδέσεις. Μια αφήγηση πλούσια και υπνωτική, άλλοτε πυρετώδης και άλλοτε βαθιά τρυφερή, γεμάτη εικόνες που μένουν στη μνήμη και εκρήξεις λυρισμού που αναδύονται μέσα από τη σκληρότητα του κόσμου της. Με το Η Καρδιά το Καταχείμωνο, ο Κέβιν Μπάρρυ, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ιρλανδούς πεζογράφους, παραδίδει ένα μυθιστόρημα που καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα γουέστερν, ερωτική τραγωδία και στοχασμός πάνω στην ανθρώπινη ανάγκη για σωτηρία.

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.