ΟΙ ΙΤΙΕΣ

στις

Δημοσιευμένες το 1907, οι Ιτιές του Άλτζερνον Μπλάκγουντ (εκδόσεις ΔΩΜΑ, μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου) εξακολουθούν, περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, να διαβάζονται με το ίδιο ενδιαφέρον. Η ιστορία ακολουθεί δύο φίλους που διασχίζουν τον φουσκωμένο από τις πλημμύρες Δούναβη με ένα κανό. Στα μισά του ταξιδιού τους, ενώ πλέουν στα άγρια ​​έλη μεταξύ Βιέννης και Βουδαπέστης, η άνοδος των υδάτων τους αναγκάζει να κατασκηνώσουν σε ένα μικρό, αμμώδες νησί που είναι καλυμμένο από πυκνές συστάδες ιτιών. Καθώς η στάθμη του ποταμού ανεβαίνει επικίνδυνα και το νησί με κάθε ώρα που περνά μοιάζει να συρρικνώνεται, οι ιτιές και ο άνεμος που φυσάει ανάμεσά τους, δημιουργούν στους ταξιδιώτες μια αίσθηση απειλής που όμως δεν μπορεί να βασιστεί σε κάτι συγκεκριμένο.  Ο Μπλάκγουντ αρνείται να εξηγήσει το μυστήριο, αφήνοντας τον αναγνώστη να βιώσει την ίδια αβεβαιότητα με τους ήρωες, έναν φόβο που έρχεται όχι από τις αλλόκοτες μορφές που διακρίνονται στα μαύρα νερά του ποταμού, τους μυστηριώδεις βαρκάρηδες ή τους ανεξήγητους θορύβους, αλλά από τη σταδιακή συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος ίσως δεν είναι τόσο κατανοητός όσο εκείνοι πιστεύουν.

Η δύναμη της ιστορίας αυτής που χαρακτηρίστηκε  από τον Χ.Φ.Λάβκραφτ ως  το μεγαλύτερο αριστούργημα της λογοτεχνίας του παράδοξου, βρίσκεται στην ατμόσφαιρα και στον τρόπο με τον οποίο ο Μπλάκγουντ μετατρέπει το φυσικό τοπίο σε πηγή αβεβαιότητας και δέους επισημαίνοντας ότι το πιο βαθύ αίσθημα του αλλόκοτου γεννιέται όταν ενώ ο κόσμος παραμένει ακριβώς όπως ήταν, εμείς αρχίζουμε να τον βλέπουμε με διαφορετικά μάτια.

‘Μέσ’ απ’ τους θάμνους περνούσε ένα ψυχρό γκρίζο φως και απλωνόταν στην άμμο που γυάλιζε αμυδρά. Ο ουρανός ακριβώς από πάνω μας ήταν ακόμα κατάστικτος από αστέρια, κι ο άνεμος ούρλιαζε επιβλητικά, μα η φωτιά δεν είχε πια καμία λάμψη, και μέσα από τα δέντρα είδα τις κόκκινες γάζες της ανατολής. Πρέπει να είχαν περάσει πολλές ώρες από τότε που πρωτοστάθηκα εκεί και κοίταζα τις μορφές που ανυψώνονταν, αλλά η ανάμνησή τους επέστρεψε φρικιαστική, σαν κακό όνειρο. Ω, πόσο πολύ  με κούραζε εκείνος ο ασταμάτητος λυσσασμένος άνεμος! Κι όμως, παρά τη βαθιά εξάντληση απ’ την αγρύπνια, τα νεύρα μου πάλλονταν από μια εξίσου ακοίμητη ανησυχία, η οποία απέκλειε οποιαδήποτε σκέψη ανάπαυσης. Είδα πως το ποτάμι είχε φουσκώσει κι άλλο. Ο βροντερός του ήχος γέμιζε τον αέρα, κι ένιωθα τις ψεκάδες να διαπερνούν το λεπτό ρούχο που είχα για τον ύπνο.’

Το ποτάμι, ο άνεμος και οι ιτιές δεν αποτελούν απλώς το σκηνικό αυτής της υπέροχης αφήγησης, αλλά αποκτούν τη δική τους αυτόνομη παρουσία. Μια παρουσία, πιο βαθιά και πιο παλιά από τον άνθρωπο, που στέκεται αδιάφορη απέναντι στις ανάγκες και τις ερμηνείες του.

Στις Ιτιές, ο Μπλάκγουντ αντλεί τον τρόμο από τον αρχέγονο φόβο του άγνωστου, ζητώντας από τον αναγνώστη να παρατηρήσει τη φύση διαφορετικά. Όχι ως τόπο όπου συμβαίνει κάτι παράξενο, αλλά σαν ένα κόσμο που υπήρχε πριν από εμάς και θα συνεχίσει να υπάρχει και χωρίς εμάς.

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.