ΤΡΙΑ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ

στις

‘Ένας ξένος καταφθάνει σε μια άγνωστη πόλη μετά από μακρύ ταξίδι. Έχει χωριστεί καιρό τώρα από την οικογένειά του˙ κάπου υπάρχει μια σύζυγος, ίσως κι ένα παιδί.’

Μ’ αυτές τις δύο προτάσεις, που επαναλαμβάνονται κι άλλες φορές μέσα στο βιβλίο, ο καθηγητής ανθρωπιστικών επιστημών και κλασικής λογοτεχνίας στο Bard College, Ντάνιελ Μέντελσον (Daniel Mendelsohn) εισάγει τον αναγνώστη στο σύντομο αλλά εξαιρετικά πυκνό βιβλίο του με τίτλο Τρία Δαχτυλίδια. Μια ιστορία για την Εξορία, την Αφήγηση και τη Μοίρα’ (εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου),  έναν στοχασμό πάνω στην εξορία, τη μνήμη, τη μοίρα και τη λογοτεχνία αλλά και έναν ύμνο στις παρεκβάσεις που ανατρέπουν την ευθεία πορεία των γεγονότων μόνο για να δείξουν πως αυτές οι μικρές στάσεις και διαδρομές τελικά μετρούν περισσότερο από τον ίδιο τον προορισμό.

Με αφορμή το συγγραφικό μπλοκάρισμα που βίωσε όταν προσπαθούσε να βρει τη φόρμα για το βιβλίο του Μια Οδύσσεια’, ο Μέντελσον,  εξηγεί ότι ξεπέρασε αυτή την προσωπική απορία – λέξη δανεισμένη από τα αρχαία ελληνικά που εκφράζει την αίσθηση σύγχυσης και ακινησίας, μια αδυναμία, μια έλλειψη μέσων ώστε να βρεις τη διέξοδο από ένα πρόβλημα – μέσα από την τεχνική της κυκλικής σύνθεσης, μιας αφηγηματικής τεχνικής που επισημαίνει αρχικά στην Οδύσσεια του Ομήρου, όπου η ιστορία απομακρύνεται προσωρινά από την κύρια δράση, τρέχει σε παράλληλες διαδρομές, και μετά επιστρέφει στο κέντρο, γεμάτη νέες συνδέσεις.

Ο Μέντελσον δανείζεται την τεχνική αυτή για να μιλήσει όχι μόνο για τη γραφή, αλλά και για τη ζωή του εξόριστου, ο οποίος περιφέρεται σε άγνωστα τοπία αλλά πάντα γυρίζει γύρω από τις θεματικές της πατρίδας, της μνήμης και του παρελθόντος. Η εξορία δεν παρουσιάζεται μόνο ως ιστορικό γεγονός αλλά ως μια υπαρξιακή εμπειρία. Ο άνθρωπος που χάνει την πατρίδα του, ο συγγραφέας που χάνει τη φωνή του, ο αναγνώστης που προσπαθεί να κατανοήσει το παρελθόν, όλοι κινούνται μέσα στους ίδιους κύκλους αναζήτησης, ανάμεσα σε κείμενα, εποχές και μνήμες αναζητώντας έναν δρόμο επιστροφής. Ως οδηγό σ’ αυτόν τον συλλογισμό του χρησιμοποιεί τον Όμηρο, το πιο γνωστό παράδειγμα κυκλικής σύνθεσης στη δυτική λογοτεχνία,  και στη συνέχεια τα έργα τριών σημαντικών λογοτεχνών από διαφορετικές εποχές και χώρες αλλά με κοινή εμπειρία την εξορία. Τρία Δαχτυλίδια, τρείς αφηγηματικοί κύκλοι που αναζητούν τον τρόπο με τον οποίο η ζωή μετατρέπεται σε αφήγηση.

Αρχικά επισκέπτεται την εμπειρία του Γερμανοεβραίου φιλολόγου Έριχ Άουερμπαχ  για να επισημάνει την επιρροή των ιστορικών συνθηκών στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αλήθεια. Ο Άουερμπαχ το 1936 κατέφυγε ως πρόσφυγας στην Κωνσταντινούπολη για να γλιτώσει από τους Ναζί. Εκεί, μακριά από τα μεγάλα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και τις βιβλιοθήκες τους, έγραψε το μνημειώδες έργο ‘Μίμησις, μια από τις σημαντικότερες μελέτες για τη δυτική λογοτεχνία. Η ανάλυση του Άουερμπαχ, αναδεικνύει το θεμελιώδες ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνεται η πραγματικότητα στη λογοτεχνία και επισημαίνει δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Η πρώτη προσέγγιση είναι αυτή του Ομήρου, ο αισιόδοξος τρόπος. Εδώ όλα παρουσιάζονται με εξαντλητική λεπτομέρεια, όλα είναι φανερά, λουσμένα στο φως και την ευκρίνεια οδηγώντας και την αφήγηση παρά τις παρεκβάσεις να βρει τον δρόμο της προς την επιστροφή και την ενότητα. Ο δεύτερος τρόπος είναι ο Βιβλικός ή Εβραϊκός τρόπος, ο απαισιόδοξος που αφήνει την πραγματικότητα κρυμμένη, γεμάτη σκιές και κενά και τα κίνητρα των χαρακτήρων ανεξήγητα σκοτεινά και αδιαφανή. Για έναν άνθρωπο που βίωσε τον εκτοπισμό και την κατάρρευση του κόσμου του όπως ο Άουερμπαχ,  ίσως οι σιωπές και οι ασάφειες να μοιάζουν πιο κοντά στην πραγματική εμπειρία από μια αφήγηση που φαίνεται να εξηγεί τα πάντα.

Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του ο Μέντελσον ακολουθεί τον Φρανσουά Φενελόν, έναν Γάλλο αρχιεπίσκοπο του 17ου αιώνα, για να παρατηρήσει αφενός το τρόπο που η λογοτεχνία μπορεί να γίνει πράξη αντίστασης, και αφετέρου το πώς η εξουσία φοβάται πάντοτε τις ιστορίες που αποκαλύπτουν τις αδυναμίες της. Ο Φενελόν έγραψε το βιβλίο ‘Οι Περιπέτειες του Τηλέμαχου στο οποίο χρησιμοποίησε την ομηρική τεχνική για να ασκήσει κριτική στην εξουσία του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Το βιβλίο του υπήρξε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα έργα της εποχής του, αλλά ταυτόχρονα οδήγησε τον δημιουργό του στην πολιτική απομόνωση και την εξορία.

Το τρίτο δαχτυλίδι αφορά στον Γερμανό συγγραφέα Β. Γκ. Ζέμπαλντ, ο οποίος επέλεξε την αυτοεξορία στο Νόριτς της Αγγλίας, ανίκανος να αντέξει τη μεταπολεμική σιωπή της πατρίδας του για τα εγκλήματα του ναζισμού. Για τον Ζέμπαλντ, η διαδικασία της γραφής δεν είναι δρόμος/πόρος προς την αυτογνωσία ή την επιστροφή στην πατρίδα, αλλά μια καταγραφή της απώλειας και της αδυναμίας του ανθρώπου να βρει σταθερό έδαφος σε έναν κόσμο που έχει προδοθεί από την ιστορία. Στο έργο του Οι Δακτύλιοι του Κρόνου’ χρησιμοποιεί μοναδικά την περιπλανώμενη, κυκλική δομή,  μόνο που αντίθετα από τον Οδυσσέα που επιστρέφει τελικά στην Ιθάκη, ο Ζέμπαλντ μοιάζει να κινείται σ’ έναν κόσμο όπου η επιστροφή μοιάζει αδύνατη.

Ντάνιελ Μέντελσον

Κάπου ανάμεσα στις προσεγγίσεις του Ομήρου και των τριών συγγραφέων-οδηγών του τοποθετείται και ο ίδιος ο Μέντελσον. Ως συγγραφέας του βιβλίου Χαμένοι. Αναζητώντας έξι από τα έξι εκατομμύρια΄, στο οποίο αναφέρεται στην επιρροή του Ολοκαυτώματος στους απογόνους αυτών που το βίωσαν, γνωρίζει ότι υπάρχουν τραύματα που αντιστέκονται στην αφήγηση, όμως  εξακολουθεί να πιστεύει στη δύναμη της λογοτεχνίας να δημιουργεί συνδέσεις. Ίσως τελικά αυτό να είναι το βαθύτερο μήνυμα του Μέντελσον σ’ αυτό το βιβλίο, ότι δηλαδή η ζωή, όπως και η αφήγησή της, δεν ακολουθεί ποτέ ευθείες γραμμές. Προχωρά μέσα από παρεκβάσεις, αναβολές, απρόσμενες συναντήσεις και αόρατες συνδέσεις που αποκαλύπτονται μόνο όταν κοιτάξουμε προς τα πίσω. Άνθρωποι που δεν γνωρίστηκαν ποτέ, βιβλία που γράφτηκαν σε διαφορετικές γλώσσες και εποχές, εκτοπισμοί που εκτυλίχθηκαν σε διαφορετικούς τόπους και για διαφορετικούς λόγους, αποδεικνύονται μέρη του ίδιου αφηγηματικού ιστού, συνδεδεμένα από νήματα που συχνά γίνονται ορατά μόνο εκ των υστέρων.

Η πίστη σε αυτή τη μυστική συνδεσιμότητα των πραγμάτων διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο και αντανακλά την βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να επιστρέφουμε ξανά και ξανά στα γεγονότα που μας διαμόρφωσαν, αναζητώντας μέσα τους ένα νόημα που ίσως δεν βρίσκεται ποτέ στο τέλος του ταξιδιού αλλά στην ίδια τη διαδικασία της επιστροφής. Όπως στους ομόκεντρους κύκλους μιας κυκλικής σύνθεσης, κάθε ιστορία κρύβει μέσα της μια άλλη ιστορία και κάθε κατάληξη αποτελεί ταυτόχρονα την αφετηρία μιας νέας διαδρομής. Γι’ αυτό και οι οδηγοί του Μέντελσον, ο Όμηρος, ο Άουερμπαχ, ο Φενελόν, ο Ζέμπαλντ, αλλά και ο Προυστ, και οι λόγιοι που μετανάστευσαν από το Βυζάντιο μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, δεν φαίνεται να αναζητούν απλώς έναν τόπο επιστροφής. Αναζητούν έναν τρόπο να δώσουν μορφή στην εμπειρία, να μετατρέψουν το χάος της μνήμης και της ιστορίας σε αφήγηση. Και όπως ακριβώς στην Οδύσσεια, οι σημαντικότερες διαδρομές δεν είναι εκείνες που μας οδηγούν σε άγνωστους προορισμούς, αλλά εκείνες που μας φέρνουν ξανά στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε, μόνο που πλέον το αντικρίζουμε με διαφορετικά μάτια. Η επιστροφή δεν αναιρεί το ταξίδι, είναι η δικαίωσή του. Και η λογοτεχνία, φαίνεται να μας λέει ο Μέντελσον, είναι ίσως ο πιο ανθεκτικός τρόπος να χαρτογραφήσουμε αυτούς τους κύκλους της μνήμης, της απώλειας και του νόστου.

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.