ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΙΣ

στις

Ένα από τα μεγαλύτερα χαρίσματα των έργων του Τζούλιαν Μπαρνς (Julian Barnes, 1946 -) είναι η ευχαρίστηση που αντλεί κανείς τόσο από τη λεκτική του ευρηματικότητα όσο και από τη σκέψη που τη διατρέχει. Οι βαθύτεροι προβληματισμοί του συχνά αναδύονται μέσα από τα μυθιστορήματά του, αλλά αποτελούν και τα εμφανή θέματα της μη μυθοπλασίας του. Και τα δύο είδη όμως μοιάζουν να καθοδηγούνται από παρόμοια ερωτήματα. Οι Αναχωρήσεις (εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, μετάφραση Κατερίνας Σχινά), το τελευταίο -κατά δήλωσή του – βιβλίο της συγγραφικής του καριέρας, είναι ένα βιβλίο που δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία αλλά δοκιμάζει τα όρια της ίδιας της αφήγησης. Ένα βιβλίο που αρνείται να υπακούσει σε είδη και κατηγορίες. Ένα κράμα αυτοβιογραφίας, δοκιμίου και μυθοπλασίας αφιερωμένο στους στοχασμούς του Βρετανού συγγραφέα για την ηλικία, την ασθένεια, τον θάνατο, τη μνήμη και τη σύνδεσή μας με το παρελθόν.

‘[…] είμαι πλέον εβδομήντα οχτώ ετών και αυτό θα είναι οπωσδήποτε το τελευταίο μου βιβλίο – η επίσημη αναχώρησή μου, η τελική συνομιλία μου μαζί σου. Το να τελειώσω το τελευταίο μου βιβλίο στον δικό μου χρόνο και μετά να σωπάω έχει τουλάχιστον αυτή τη χρήσιμη συνέπεια: σημαίνει ότι δεν θα με διακόψει ο θάνατος – όπως φοβόταν ο Μπράιαν Μουρ – στη μέση της συγγραφής. Με αυτόν τον τρόπο αρνείσαι στον θάνατο την εξουσία. Αν και, το παραδέχομαι, δεν έχεις πολλά περιθώρια.’

Το βιβλίο είναι κτισμένο γύρω από την ιστορία του Στήβεν και της Τζιν που γνωρίστηκαν και αγαπήθηκαν στα φοιτητικά τους χρόνια, αλλά χώρισαν και ξανασυναντήθηκαν 40 χρόνια αργότερα. Αυτή η παλιά ιστορία αγάπης, δεν είναι μια ιστορία που επιδιώκει να συγκινήσει με την πλοκή της, αλλά παρουσιάζεται για να φωτίσει την αδυναμία της ίδιας της ζωής να αποκτήσει αφηγηματική συνοχή.  Ο αφηγητής είναι ένας συγγραφέας που ονομάζεται Τζούλιαν (με εμφανείς ομοιότητες με τον ίδιο τον συγγραφέα), που ζει στο βόρειο Λονδίνο, παλεύει με έναν διαχειρίσιμο καρκίνο, και λειτουργεί ως ένας ελεεινός προξενητής, προσπαθώντας να επιβάλει μια λογική συνέχεια στις ζωές των φίλων του. Οι χαρακτήρες του λειτουργούν περισσότερο ως φορείς διαφορετικών τρόπων ύπαρξης μέσα στο χρόνο και λιγότερο ως πρόσωπα. Από τη μία, ο Στήβεν που αναζητά μια συνεχή αφήγηση, μια μοίρα και από την άλλη, η Τζιν που βιώνει τη ζωή επεισοδιακά, νιώθοντας ξένη προς τον νεότερο εαυτό της. Αυτή η αδυναμία συμφιλίωσης του ποιοι υπήρξαμε με το ποιοι γίναμε διαπερνά το βιβλίο σαν ένας υπόκωφος στεναγμός. Και κάπου εκεί ο συγγραφέας επισημαίνει τη σύγκρουση των δύο τρόπων με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και παραδέχεται ότι η ζωή σπάνια διαθέτει το καθαρό αφηγηματικό τόξο ενός βιβλίου και το χρονικό κενό στην ιστορία τους δεν μπορεί να γεφυρωθεί ούτε από τη μνήμη αλλά ούτε και από τη φαντασία.

Αυτό που προβάλει σαν το κεντρικό θέμα των Αναχωρήσεων είναι το θέμα του θανάτου ιδωμένο μέσα από τα μάτια ενός δηλωμένου αγνωστικιστή. Ο Μπαρνς περιγράφει την κατάσταση της υγείας του ως ισοπαλία, μια εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στη θεραπεία και τον μαρασμό. Δεν παρουσιάζει όμως τον θάνατο σαν μεταφυσικό μυστήριο αλλά, αντίθετα, τον ενσωματώνει στην καθημερινότητα, τον απογυμνώνει από κάθε δραματικότητα και αποδέχεται ψύχραιμα τη φθορά και την αναπόφευκτη απώλεια αφού το σύμπαν κάνει τη δουλειά του.  Η γραφή του, όταν περιγράφει την περιπέτεια της υγείας του, παραμένει στεγνή, γεμάτη από ψύχραιμη αποδοχή κι εκείνο το βρετανικό, περήφανο χιούμορ που απογυμνώνει την τραγωδία από τον στόμφο της. Μια αποδοχή που οδηγεί σε μια πιο έντονη προσήλωση στο παρόν και τις μικρές χαρές της ζωής. Ο ηλικιωμένος σκύλος που κληρονομεί ο αφηγητής είναι μια σπαρακτική απεικόνιση της συντροφικότητας και της φθοράς από την οποία δεν δραπετεύει κανείς. Τα γηρατειά, παράλληλα, δεν παρουσιάζονται σαν εποχή της σοφίας, αλλά σαν εποχή της απογύμνωσης από τις ψευδαισθήσεις, ο χρόνος όπου το σώμα καταρρέει και οι αναμνήσεις αλλοιώνονται, αφού, όπως δανείζεται από τον Τ.Σ.’Ελιοτ, όσο κι αν τους τυλίξεις με καμφορά, οι σκόροι θα τρυπώσουν.

Το βιβλίο είναι γεμάτο από αναφορές σε συγγραφείς όπως ο Προυστ. Ο Τ.Σ. Έλιοτ, ο Χένρι Τζέιμς ή ο Γκαίτε και βιβλία τα οποία ο Μπαρνς αξιοποιεί ως ζωντανό μέρος της σκέψης του για να ενισχύσει τους βασικούς στοχασμούς του για τη μνήμη, τον χρόνο και τον θάνατο, δημιουργώντας έναν διακριτικό διάλογο με τη λογοτεχνική παράδοση.

Το κύκνειο άσμα του Τζούλιαν Μπαρνς είναι χαμηλόφωνο αλλά μένει επίμονα στη συνείδηση του αναγνώστη. Το κλείσιμο του βιβλίου είναι ένας τρυφερός αποχαιρετισμός που δεν γίνεται μέσα από την πλοκή και τους χαρακτήρες αλλά μέσα από την ίδια την πράξη της συγγραφής με την αποδοχή ότι ούτε οι ζωές αλλά ούτε τα βιβλία διαθέτουν πάντα μια σαφή κατάληξη.

Οι Αναχωρήσεις είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε σαν η τελευταία πράξη μιας μακράς διαδρομής. Ο Μπαρνς επιλέγει να θέσει ο ίδιος το τέλος σ’ αυτή την πορεία, έχοντας παίξει όλες τις μελωδίες του και όσο ακόμη έχει κάτι ουσιαστικό να πει, πριν η γραφή του αρχίσει να επαναλαμβάνεται και, κυρίως, αρνούμενος να το εγκαταλείψει στην τύχη ή τον θάνατο, δίνοντας έτσι σ’ αυτή του την απόφαση μια ηθική διάσταση.

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.