ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΑΚΕΛΑΡΗ

στις

Περίπου δύο δεκαετίες μετά το θάνατό του ο Τζον Γουίλιαμς (John Edward Williams, 1922-1994), γνωρίζει την παγκόσμια κριτική αναγνώριση που στερήθηκε όσο ζούσε, με τις πρόσφατες επανεκδόσεις των τριών μυθιστορημάτων του ‘Το Πέρασμα του Μακελάρη’, ‘Στόουνερ’ και ‘Αύγουστος’. Το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα χάρη στις εκδόσεις Gutenberg γνώρισε έναν συγγραφέα που χαρακτηρίζεται από ενδοσκοπική ματιά, καθαρό λόγο και χαρακτήρες εσωτερικούς, με ευαισθησίες, προβληματισμένη σκέψη και σταθερές αξίες. Οι χαρακτήρες του Γουίλιαμς είτε διαβάζουν σε μια σκονισμένη βιβλιοθήκη, είτε μιλούν στη Ρωμαϊκή αγορά ή διασχίζουν τα στεγνά τοπία της Δύσης, όλοι τους δείχνουν τον προβληματισμό του συγγραφέα για το πώς τα νεανικά όνειρα διαμορφώνονται από τις ατυχίες της ζωής, πώς βρίσκει κανείς νόημα στη ζωή, πώς μαθαίνει να αγαπάει, να συμβιώνει ή να συμβιβάζεται με την αποτυχία. Σύμφωνα με τον κριτικό Morris Dickstein  και τα τρία του μυθιστορήματα, παρόλο που διαφέρουν ως προς το θέμα τους έχουν εντούτοις ένα κοινό αφηγηματικό τόξο, δείχνουν «τη μύηση ενός νεαρού άνδρα, τους ανήθικους ανδρικούς ανταγωνισμούς, τις  λεπτές εντάσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών, πατεράδων και θυγατέρων, και τέλος μια ζοφερή αίσθηση απογοήτευσης, ακόμη και ματαιότητας». (https://en.wikipedia.org/wiki/John_Edward_Williams )

Πέντε χρόνια πριν τον Στόουνερ – το βιβλίο που του χάρισε το τίτλο του συγγραφέα που έγραψε το τέλειο μυθιστόρημα – , ο Τζον Γουίλιαμς έγραψε το βιβλίο ‘Το Πέρασμα του Μακελάρη’ – το μόνο από τα τρία μυθιστορήματα του Γουίλιαμς που δεν έχει για τίτλο του το όνομα του ήρωά του – ένα γουέστερν στο οποίο παράλληλα με την εξερεύνηση της φύσης επιχειρεί να αφηγηθεί και την ιστορία της παρακμής της αμερικανικής Δύσης μέσω της διερεύνησης του κύριου χαρακτήρα του.

Ένας από τους κυρίαρχους μύθους στην πορεία της αμερικανικής αυτο-κατανόησης και κουλτούρας είναι ότι με την προώθηση κάποιου προς τα δυτικά και το αντάμωμα με την ερημιά και την άγρια φύση θα διαλυθούν οι στενοί δεσμοί του παλιού κόσμου και ο μετανάστης θα γίνει Αμερικάνος. Ο Τζον Γουίλιαμς επιχειρεί να τοποθετηθεί σταθερά στην αμερικανική παράδοση με ‘Το Πέρασμα του Μακελάρη’ που χαρακτηρίζεται από έντονα στοιχεία αλληγορίας και εθνικού μύθου.

Το βιβλίο ξεκινά με την πιο αντιπροσωπευτική γουέστερν σκηνή, με έναν ξένο να φτάνει με την άμαξα στην ομώνυμη πόλη.  Μια πόλη που είναι υπό ανάπτυξη,  ένα σκονισμένο σταυροδρόμι στο Κάνσας που περιμένει το πέρασμα του σιδηρόδρομου. Ο ξένος που φτάνει εκεί είναι ο νεαρός Γουίλιαμ Άντριους, ο οποίος εμπνευσμένος από τον Έμερσον, εγκαταλείπει την πανεπιστημιακή ζωή στη Βοστώνη και ταξιδεύει μέχρι τις ερημιές του Κάνσας για να αναζητήσει τον εαυτό του ως άνθρωπο επικοινωνώντας με τη φύση. Σε γενικές γραμμές, ο Άντριους είναι ένας αντίστροφος ‘Στόουνερ’, γιατί ενώ ο Στόουνερ εγκατέλειψε τη φύση για τις σπουδές  στο πανεπιστήμιο, ο Άντριους αφήνει το Χάρβαρντ για να αναζητήσει τη φύση και να αναμετρηθεί μαζί της.

Το βιβλίο προλογίζεται από δύο σημαντικά αποσπάσματα που όχι μόνο βοηθούν τον αναγνώστη στον εντοπισμό του κινήτρου του ήρωα αλλά τον προϊδεάζουν και  για την τύχη του. Το πρώτο προέρχεται από το δοκίμιο του Ραλφ Έμερσον (1803-1882) ‘Φύση’ και  εξαίρει την επαφή με τη φύση, ενώ το δεύτερο από τον ‘Φενακιστή’ του Χέρμαν Μέλβιλ (1819-1891) προειδοποιεί για την κατάληξη μιας τέτοιας φιλοδοξίας.

… ό,τι είναι ζωντανό, εκδηλώνει σημάδια ικανοποίησης, και τα κοπάδια τα βουβάλια που τα βλέπεις ξαπλωμένα καταγής, θαρρείς και κάνουν σκέψεις σπουδαίες και γαλήνιες. Τις αλκυόνες είναι πιο σίγουρο να τις απαντήσει κανένας εκείνες τις καθάριες μέρες του Οκτώβρη που τις λέμε μικρό καλοκαιράκι. Η ημέρα, απροσμέτρητα μεγάλη, πλαγιάζει σε λόφους απλόχωρους και λιβάδια απέραντα, ζεστά. Το να ζει κανείς τις τόσες ηλιόλουστες ώρες είναι σαν ν’ αγγίζει την αιωνιότητα. Οι απόμεροι τόποι δεν φαντάζουν πιά τόσο μοναχικοί. Στις πύλες του δάσους ο κατάπληκτος άνθρωπος του σύγχρονου κόσμου αναγκάζεται ν’ απαρνηθεί τις ιδέες που κουβαλάει από την πόλη, για το τί είναι μεγάλο και τί μικρό, τί είναι σοφό και τί κουτό. Το σακίδιο της συνήθειας του πέφτει από την πλάτη με το πρώτο βήμα του μέσα σ’ αυτές τις περιοχές. Εδώ υπάρχει μια αγιότητα που ντροπιάζει τις θρησκείες μας και μια πραγματικότητα που αποκαθηλώνει τους ήρωές μας. Εδώ διαπιστώνουμε πως η Φύση είναι η συνθήκη που κάνει κάθε άλλη συνθήκη να φαντάζει σπιθαμιαία, είναι ο θεός που κρίνει όποιον άνθρωπο πηγαίνει προς αυτήν. (Ραλφ Γουόλντο Έμερσον, Φύση)

Με τη θεωρία του Έμερσον στο μυαλό του ο Γουίλιαμ Άντριους φτάνει μετά από ταξίδι  δύο εβδομάδων με την άμαξα, στο Πέρασμα του Μακελάρη. Εκεί συναντιέται με τον έμπειρο κυνηγό βουβαλιών, τον Μίλερ, έναν άνθρωπο της δράσης που γνωρίζει τον τόπο και που φαίνεται να καταλαβαίνει τι ψάχνει ο Άντριους. Ενώ τα αλλεπάλληλα κυνήγια των τελευταίων ετών έχουν σχεδόν εξαφανίσει τα μεγάλα κοπάδια των βουβαλιών της περιοχής, ο Μίλερ ισχυρίζεται ότι γνωρίζει μια μυστική κοιλάδα που είναι πέρασμα μεγάλων κοπαδιών και ο Άντριους αποφασίζει να χρηματοδοτήσει ένα κυνήγι λίγων εβδομάδων και να μυηθεί στη ζωή στην άγρια φύση. Αρχηγός της αποστολής θα είναι ο Μίλερ και μαζί τους θα έχουν ακόμη τον Φρεντ Σνάϊντερ, τον γδάρτη, και τον Τσάρλι Χότζ που θα βοηθάει με τα ζώα και το μαγείρεμα.  

Το ταξίδι αποδεικνύεται μακρύ και δύσκολο με τον Μίλερ να οδηγεί την ομάδα από την πιο άμεση δυνατή διαδρομή, ακόμη και όταν αυτό σημαίνει ότι θα διακινδυνεύσει η ζωή των συντρόφων του και των ζώων τους. Η ζέστη και η έλλειψη νερού, η  φυσική εξάντληση, η έλλειψη εναλλαγών στο τοπίο, η μονότονη ρουτίνα των ίδιων εργασιών ξανά και ξανά, ακόμα και το ίδιο φαγητό που τρώνε καθημερινά βασανίζει τόσο τους έμπειρους της ομάδας όσο και τον άπειρο Άντριους και ο Γουίλιαμς είναι ιδιαίτερα επιδέξιος στην αποτύπωση αυτών των δυσκολιών.

Όταν τελικά βρίσκουν την κοιλάδα με τα βουβάλια, κατασκηνώνουν και ο Μίλερ χωρίς να χάσει χρόνο, ξεκινά με ψυχρό, σταθερό ρυθμό τον αποδεκατισμό του κοπαδιού. Για ώρες γεμίζει το όπλο του και πυροβολεί σπέρνοντας το θάνατο. Ο Άντριους με τα μάτια του να τσούζουν από τον καπνό, τα γόνατα πληγιασμένα  από το πολύωρο μπουσούλημα πίσω από τους θάμνους και τα χέρια γεμάτα φουσκάλες από την καυτή κάννη του όπλου, τον παρακολουθεί και αισθάνεται να κλονίζεται από αυτή την παράλογη αγριότητα.

‘Αλλά όσο δυνάμωνε ο πόνος στο κορμί, τόσο ο νους του αποσυνδεόταν από τον πόνο, θαρρείς και ψήλωνε, θαρρείς και μπορούσε τώρα να δει και τον εαυτό του και τον Μίλερ πιο καθαρά απ΄ όσο πρωτύτερα. Σ’ αυτή την τελευταία ώρα του μακελειού άρχιζε να βλέπει τον Μίλερ σαν ένα είδος μηχανισμού, ένα αυτόματο που έμπαινε σε κίνηση από ένα κινούμενο κοπάδι· άρχιζε να βλέπει πώς μακέλευε ο Μίλερ τα βουβάλια όχι σαν δίψα για αίμα ούτε σαν δίψα για τα δέρματα ούτε σαν δίψα για το τι θα απέφεραν τα δέρματα, τελικά ούτε καν σαν την τυφλή δίψα της παραφοράς που δούλευε δόλια μέσα του – άρχιζε να βλέπει αυτή την καταστροφή σαν ψυχρή, αλόγιστη αντίδραση στη ζωή όπου είχε βουλιάξει ίσαμε το λαιμό ο Μίλερ. Έβλεπε και τον εαυτό του, να σέρνεται σαν ηλίθιος πίσω από τον Μίλερ στον πάτο της κοιλάδας, μαζεύοντας τα άδεια φυσίγγια που είχε χρησιμοποιήσει εκείνος, σέρνοντας το βαρελάκι με το νερό, φροντίζοντας το τουφέκι, να είναι καθαρό  κι έτοιμο για χρήση με το που θ‘ άπλωνε ο Μίλερ το χέρι του – έβλεπε τον εαυτό του και δεν ήξερε ούτε ποιος ήταν ούτε πού πήγαινε.’

Οι δυσκολίες όμως για τον  Άντριους συνεχίζονται με το τρομακτικό, μηχανικό έργο του γδαρσίματος των ζώων, το οποίο, μετά από τις πρώτες ατυχείς προσπάθειες, φέρνει τελικά εις πέρας για να περάσει όμως γρήγορα στο επόμενο στάδιο της ιδιότυπης αυτής εκπαίδευσης που περιλαμβάνει και τον τεμαχισμό του ζώου. Μια δοκιμασία που αφήνει στη μέση όταν το τρέμουλο και η αυξανόμενη αηδία τον κάνουν να απομακρυνθεί γρήγορα για να συνέλθει. Είναι η μύησή του σ’ αυτό που έψαχνε, σ’ αυτό που ρομαντικά είχε φανταστεί στην ασφάλεια του πανεπιστημίου ότι θα μπορούσε να δοκιμάσει και τώρα αποδεικνύεται σκληρό και κτηνώδες και μάταιο∙ είναι εκείνο το καίριο σημείο όπου οι φιλοσοφικές ψευδαισθήσεις του συγκρούονται αποφασιστικά με την πραγματικότητα.  

‘… του πέρασε η σκέψη πως εκείνο που τον είχε αρρωστήσει, και γι’ αυτό είχε φύγει τρέχοντας, ήταν το σοκ να βλέπει το βουβάλι, μόλις πριν από λίγα λεπτά περήφανο κι επιβλητικό, με όλη τη μεγαλοπρέπεια της ζωής πάνω του, τώρα άκαμπτο και ανήμπορο, ένα κομμάτι αδρανές κρέας, απογυμνωμένο από τον εαυτό του, ή από την ιδέα που είχε για τον εαυτό του, να αιωρείται γελοία, περιπαιχτικά μπροστά του. Δεν ήταν πια ο εαυτός του· ή έστω δεν ήταν ο εαυτός που εκείνος το είχε φανταστεί πως ήταν. Εκείνος ο εαυτός είχε δολοφονηθεί· κι αυτή η δολοφονία τον είχε κάνει να αισθανθεί πως κάτι είχε καταστραφεί και μέσα στον ίδιο και του ήταν αδύνατον να το αντιμετωπίσει. Γι’ αυτό και είχε πάρει δρόμο.’

Τις επόμενες μέρες η ομάδα συνεχίζει να σκοτώνει και να γδέρνει εκατοντάδες βουβάλια, με τον Μίλερ να φαίνεται αποφασισμένος να σκοτώσει όλο το κοπάδι ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα αφήσει ένα μεγάλο μέρος από δέρματα για να τα φέρει πίσω στην επόμενη άνοιξη. Ο ίδιος ο θάνατος αποδυναμώνεται σχεδόν με έμφαση στην ιστορία καθώς τα βουβάλια που περιγράφονται τόσο όμορφα και περήφανα όσο περιφέρονται ελεύθερα, χάνουν το μεγαλείο τους όταν κείτονται νεκρά καταδεικνύοντας έτσι ότι ένα κυνήγι σαν αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από μια φοβερή, άσκοπη σφαγή.

Η μανία του Μίλερ, – όχι τόσο για τον πλούτο που θα του αποφέρουν τα δέρματα όσο για τη φήμη που θα του προσδώσει αυτό το μεγαλειώδες κυνήγι – καθυστερεί την αναχώρηση της ομάδας και ο χειμώνας τους προλαβαίνει στα βουνά. Παγιδευμένοι από το χιόνι προσπαθούν να παραμείνουν ζωντανοί μέχρι την άνοιξη. Κι όταν πια τα χιόνια λιώνουν και επιστρέφουν, το Πέρασμα του Μακελάρη έχει μεταμορφωθεί. Η αγορά των δερμάτων των βουβαλιών έχει καταστραφεί και σαν συνέπεια αυτού η γη είναι πια χωρίς αξία, ο σιδηρόδρομος θα παρακάμψει την περιοχή, ενώ το κρέας των ζώων, που ο Μίλερ και η παρέα του έχουν αφήσει αλόγιστα να σαπίζει στην κοιλάδα, έχει ανεβάσει σημαντικά την τιμή του. Είναι εκείνη τη στιγμή που μετά την απόλυτη εκμετάλλευση της φύσης για την αναζήτηση του κέρδους και μπροστά στη ματαίωση των σχεδίων του και την απογοήτευση που αυτή συνεπάγεται, αναδύεται η σκοτεινή πλευρά του Μίλερ ενώ για τον Άντριους ο ιδεαλισμός του δίνει τη θέση του στη στωική κατανόηση της ματαιότητας των ανθρώπινων ονείρων.

Ο λεπτομερής τρόπος που ο Γουίλιαμς καταγράφει τις περιπέτειες των ηρώων του ή περιγράφει το περιβάλλον τους, κλειδώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη που αισθάνεται ότι βλέπει, μυρίζει και βιώνει τα πάντα.  Είναι δύσκολο να αποκοπεί κανείς από αυτή την Άγρια Δύση την εντελώς απαλλαγμένη από ηρωισμό και αίγλη ή και από τις περιγραφές της φρίκης που απεικονίζονται μέσω της ήρεμης και ανεπιτήδευτης γλώσσας του συγγραφέα∙ μια γλώσσα που υποστηρίχθηκε αποφασιστικά στην ελληνική έκδοση του βιβλίου από την εμπνευσμένη μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου. Ο Γουίλιαμς είναι κύριος της τέλεια συνταγμένης πρότασης που την έχει φροντίσει με λεπτομερή επιμέλεια αφήνοντας στον αναγνώστη την αίσθηση ότι επεξεργάστηκε κάθε λέξη και τη θέση της με τη μέγιστη προσοχή πριν ακουμπήσει το μολύβι του στο χαρτί. Η σκόνη του δρόμου, το ξεδίψασμα μετά από την πολύωρη έλλειψη νερού, η βαριά μυρωδιά των κουφαριών των βουβαλιών, το αίμα, αλλά και τα συναισθήματα των ηρώων περνάνε σχεδόν με κινηματογραφική πιστότητα μπροστά από τον αναγνώστη που βρίσκεται έκθαμβος να διαβάζει αυτό το υπαρξιακό δράμα που φοράει τα ρούχα του γουέστερν.

John Edward Williams

‘Μάλιστα, και οι ποιητές ξαποστέλνουν τ’ αρρωστημένο τους το πνεύμα σε καταπράσινα λιβάδια, σαν κάποιους που αμολάνε ξεπετάλωτα τα κουτσαμένα άλογά τους έξω στο χορτάρι, να γιάνουν τις οπλές τους. Κάτι σαν τους κομπογιαννίτες, με τον τρόπο τους κι οι ποιητές τσαμπουνάνε πως για τις πονεμένες καρδιές, μα και για τα πονεμένα πνευμόνια, καλύτερος γιατρός από τη φύση δεν υπάρχει. Όμως ποιος φταίει που πέθανε ο ζευγάς μου στο λιβάδι από το κρύο; Ποιος φταίει που βγήκε κουνημένος ο Πέτερ, το Αγόρι των Δασών;’ (Χέρμαν Μέλβιλ, ο Φενακιστής)


Το βιβλίο του Τζον Γουίλιαμς ‘Το Πέρασμα του μακελάρη’ συζητήθηκε στη Λέσχη Ανάγνωσης Passe Partout Reading με την ευγενική συμβολή της μεταφράστριάς του κυρίας Αθηνάς Δημητριάδου. Αρκετές από τις θέσεις του πιο πάνω κειμένου εκφράστηκαν από τα μέλη της Λέσχης.

3 Σχόλια Προσθέστε το δικό σας

  1. Ο/Η athinadem51 λέει:

    Πάρα πολύ καλή παρουσίαση.

    On Fri, Nov 5, 2021 at 9:17 AM Passe Partout Reading wrote:

    > ΒΑΣΩ ΜΠΕΡΗ posted: » Περίπου δύο δεκαετίες μετά το θάνατό του ο Τζον
    > Γουίλιαμς (John Edward Williams, 1922-1994), γνωρίζει την παγκόσμια κριτική
    > αναγνώριση που στερήθηκε όσο ζούσε, με τις πρόσφατες επανεκδόσεις των τριών
    > μυθιστορημάτων του ‘Το Πέρασμα του Μακελάρη’, ‘Στόουνε»
    >

    Μου αρέσει!

    1. Ο/Η Ανώνυμος λέει:

      Ευχαριστώ πολύ για όλα. Για τα καλά σας λόγια αλλά και όλη τη βοήθεια που μας προσφέρατε στη συνάντηση.

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.