Ο ΜΠΑΡΜΑΝ ΤΟΥ RITZ

στις

Η σύγχρονη ιστορική μυθοπλασία μοιάζει να επιχειρεί σιγά σιγά την απόρριψη των απλουστευτικών διχοτομιών του παρελθόντος, αποφεύγοντας να αντιμετωπίσει τις σκοτεινές ιστορικές περιόδους μέσα από το άκαμπτο πρίσμα άσπρου μαύρου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η γερμανική κατοχή στο Παρίσι (1940-1944). Μια περίοδος γεμάτη ηθικά διλήμματα, την οποία αποτυπώνει εξαιρετικά το μυθιστόρημα ‘Ο Μπάρμαν του Ritz’ του Φιλίπ Κολλέν (Philippe Collin, 1975 – )που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Μήνας Πατεράκη-Γαρέφη. Το βιβλίο μάς μεταφέρει στον μικρόκοσμο του θρυλικού, πολυτελούς ξενοδοχείου Ριτζ όπου κάτω από την ίδια στέγη, η κομψότητα και η αυτοθυσία συνυπήρξαν με τον συμβιβασμό, το κέρδος και τον ενδοτισμό.

Το προσωπικό ενδιαφέρον του Κόλλεν για το ξενοδοχείο Ριτζ ξεκίνησε αρχικά από το βιβλίο του Έρνεστ Χέμινγουέι. Επιπλέον η μακρά θητεία του στην ιστορική έρευνα και τη δημόσια ιστορία και η γνωριμία του με τον επί χρόνια αρχιμπάρμαν του ξενοδοχείου, Κόλιν Φιλντ που τον οδήγησε στη συλλογή πρωτογενούς υλικού και, τελικά, στη συγγραφή του πρώτου του μυθιστορήματος.

Ο Μπάρμαν του Ριτζ είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Κόλλεν ο οποίος έχει δηλώσει ότι η αρχική ιδέα ξεκίνησε από το βιβλίο του Έρνεστ Χέμινγουέι ‘Μια κινητή γιορτή’[1]. Στη συνέχεια η γνωριμία του με τον επί χρόνια αρχιμπάρμαν του ξενοδοχείου Ριτζ, Κόλιν Φιλντ, τον οδήγησε στη συλλογή πρωτογενούς υλικού και τελικά στη συγγραφή του βιβλίου.

Ο Κόλλεν στο βιβλίο του παραθέτει τα αντικειμενικά γεγονότα της περιόδου παράλληλα με την προσωπική ματιά του ήρωά του την οποία παρουσιάζει μέσα από τις καταγραφές του σε ένα -επινοημένο από τον συγγραφέα – σημειωματάριο/ημερολόγιο. Βασισμένη στον στέρεο πυρήνα της πραγματικής μυθιστορηματικής ζωής του αρχιμπάρμαν του Ριτζ, Φρανκ Μεγιέρ, η αφηγηματική αυτή τεχνική, βοηθά τον αναγνώστη να εμβαθύνει στα διλήμματα και να διεισδύσει στην ψυχολογία του ήρωα, να αφουγκραστεί τους φόβους του, τις αμφιβολίες του, τις ερωτικές επιθυμίες και τις κοινωνικές αγωνίες του.

Η ζωή του Φρανκ Μεγιέρ ενσαρκώνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο το μεγάλο όνειρο της εποχής του δηλ. του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που κατόρθωσε να αμφισβητήσει τα κοινωνικά, γεωγραφικά και θρησκευτικά στερεότυπα της καταγωγής του, επανεφευρίσκοντας πλήρως τον εαυτό του, για να βρεθεί τελικά αντιμέτωπος με τις τραγικές επιταγές της Ιστορίας. Ο Μεγιέρ γεννήθηκε το 1884 στο Τιρόλο της Αυστρίας από Εβραίους γονείς πολωνικής καταγωγής, ενώ ο παππούς του υπήρξε ραβίνος. Σε νεαρή ηλικία μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου είχε την τύχη να εργαστεί και να διδαχθεί την τέχνη του μπαρ στο ονομαστό Χόφμαν Χάους της Νέας Υόρκης. Με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, ο Μεγιέρ επέστρεψε στην Ευρώπη και κατετάγη εθελοντικά στη Γαλλική Λεγεώνα των Ξένων, πολεμώντας στο πλευρό των Γάλλων ενάντια στην Πρωσία αλλά και στην ίδια του τη γενέτειρα, την Αυστρία. Το 1921 απέκτησε τη γαλλική υπηκοότητα και ανέλαβε τη διεύθυνση του μπαρ στο ξενοδοχείο Ριτζ. Το 1936 εξέδωσε το βιβλίο The Artistry of Mixing Drinks που τον καθιέρωσε διεθνώς ως τον μεγαλύτερο μπάρμαν του κόσμου.

Η σχέση του Μεγιέρ με την εβραϊκή του καταγωγή υπήρξε ιδιαίτερη αφού όχι μόνο δεν προερχόταν από ένα θρησκευόμενο περιβάλλον αλλά και ο ίδιος αδιαφορούσε παντελώς για τη θρησκεία καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Ωστόσο, με την άφιξη των γερμανικών στρατευμάτων στο Παρίσι το 1940, η λησμονημένη καταγωγή του μετατράπηκε αυτόματα σε θανάσιμο αμάρτημα και διαρκή απειλή για τη ζωή του, εγκλωβίζοντάς τον σε ένα επικίνδυνο κρυφτό με την Γκεστάπο. Αυτή η επικίνδυνη προσωπική ταυτότητα έμελλε να δοκιμαστεί στο πιο λαμπερό αλλά και ολισθηρό σκηνικό της κατεχόμενης πρωτεύουσας, στους διαδρόμους και τα σαλόνια του ξενοδοχείου Ριτζ.

Κατά την περίοδο 1940-1944, κάτω από τον γερμανικό ζυγό, το ξενοδοχείο Ριτζ αποτέλεσε τον καμβά όπου αποτυπώθηκαν όλες οι κοινωνικές αντιθέσεις, οι τακτικισμοί και οι συμβιβασμοί μιας ολόκληρης χώρας. Η διατήρηση της λειτουργίας του ξενοδοχείου κατέστη δυνατή χάρη στην ελβετική υπηκοότητα της ιδιοκτησίας του. Ο κύριος μέτοχος, ο βαρώνος Πφύφερ, παραμένοντας στην Ελβετία, τοποθέτησε ως αντικαταστάτη διευθυντή τον νεαρό ανεψιό του, Χανς Έλμιγκερ ο οποίος εκτός από διοικητικούς ελιγμούς επιβίωσης χρησιμοποίησε και την ελβετική ουδετερότητα ως προστατευτικό προσωπείο για τη διαφύλαξη της επιχείρησης, Με όλα αυτά όμως το Ριτζ, παρέμεινε ανοιχτό, αλλά χωρίστηκε στα δύο με το μισό να επιτάσσεται από τη Λουφτβάφε – με τον Χέρμαν Γκέρινγκ να διαμένει στην αυτοκρατορική σουίτα- και το άλλο μισό να παραμένει για τους πολίτες.

Ο Μεγιέρ, ακολουθώντας τη παλιά αντίληψη ότι η γαλλική κομψότητα και ο πολιτισμός δεν έπρεπε επ’ ουδενί να διακοπούν, τάχθηκε υπέρ της διατήρησης μια αίσθησης κανονικότητας στο ξενοδοχείο. Ιδιαίτερα στο μπαρ που διαφέντευε ο ίδιος, επέμεινε να σερβίρει ποτά υψηλής αξίας ακόμη και όταν οι Παριζιάνοι λιμοκτονούσαν έξω από τις πύλες του ξενοδοχείου ή οι βομβαρδισμοί των Συμμάχων κατέστρεφαν την πόλη.

‘Εδώ και πολλές μέρες, ο Φρανκ απορούσε με την παρουσία παλιών ποδηλάτων ανεβασμένων σε τάκους στον πίσω χώρο του κομμωτηρίου. Ένας γκρουμ του το εξήγησε προ ολίγου : ο Έλμιγκερ προσέλαβε μια ομάδα ποδηλατιστών για να ζεσταίνουν τις κάσκες της περμανάντ με τη δύναμη των ποδιών και των δυναμό. Μια όντως μεγαλοφυής ιδέα. ΟΙ διακοπές του ρεύματος πολλαπλασιάζονταν στο Παρίσι, αλλά οι πελάτισσες θα έχουν τη μιζανπλί τους. Έξω, καταδιώκουν τους Εβραίους, τουφεκίζουν πιτσιρίκια στον λόφο Βαλεριέν, πεθαίνει κόσμος απ’ την πείνα, αλλά ένα λουξ ξενοδοχείο οφείλει να είναι άμεμπτο σε ό,τι αφορά τα μπικουτί. Το Ριτζ, τόπος των ψευδαισθήσεων.’

Σε αυτόν, λοιπόν, τον τόπο των ψευδαισθήσεων, μπροστά στον περίφημο πάγκο του μπαρ του Μεγιέρ, διασταυρώθηκαν οι πιο ετερόκλητες και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της εποχής. Η κοινωνιολογία των θαμώνων κατά την Κατοχή συνιστά μια τραγική ειρωνεία της Ιστορίας αφού στον ίδιο περιορισμένο χώρο, δίπλα στα ίδια ξύλινα τραπέζια, συνυπήρξαν θύματα, θύτες, δωσίλογοι, αυτόπτες μάρτυρες και μέλη της Αντίστασης. Παρά την απουσία των προπολεμικών τακτικών θαμώνων, όπως ο Ε. Χέμινγουέι και ο Φ.Σκότ Φιτζέραλντ το μπαρ παρέμεινε στέκι σ’ αυτούς τους σκοτεινούς καιρούς, για τη γαλλική διανόηση και την τέχνη. Μεταξύ των θαμώνων περιλαμβάνονταν ο Ζαν Κοκτώ, ο Σασά Γκιτρύ, η Αρλετύ, ο Μαρσέλ Ζουαντώ και ο Ζαν Ζιρωντού. Δεσπόζουσα θέση κατείχε η Κοκό Σανέλ, η οποία διέμενε στο ξενοδοχείο. Η στρατιωτική ηγεσία των κατακτητών σύχναζε επίσης τακτικά στο μπαρ. Ανάμεσά τους ο συγγραφέας και αξιωματικός Έρνστ Γιούνγκερ, οι στρατηγοί Ότο και Καρλ Στύλπναγκελ, καθώς και ο συνταγματάρχης Χανς Σπάιντελ, ο οποίος αργότερα ενεπλάκη στη συνωμοσία κατά του Χίτλερ.

Για τον Μεγιέρ η κάθε μέρα στο κατεχόμενο Παρίσι υπήρξε μια συνεχής δοκιμασία τήρησης ισορροπιών όπου με χαρακτηριστική αταραξία παρατηρούσε και κατέγραφε τα πάντα ενώ την ίδια στιγμή διεξήγαγε έναν εντελώς διαφορετικό και άκρως επικίνδυνο αγώνα. Η επαγγελματική διπλωματία, τα αψεγάδιαστα αγγλικά του και η αβρότητα των τρόπων του μετατράπηκαν σε ένα αποτελεσματικό προπέτασμα καπνού, πίσω από το οποίο κάλυπτε δράσεις υψηλού ρίσκου. Οι πράξεις σιωπηλής αντίστασης του Μεγιέρ κάτω από τη μύτη των αρχών, σε μια ατμόσφαιρα διαρκούς απειλής και ενώ ο τρομερός Γκέρινγκ διέμενε στους επάνω ορόφους του ξενοδοχείου, υπήρξαν πολυδιάστατες. Προμήθευε πλαστές ταυτότητες και διαβατήρια σε Εβραίους, διευκολύνοντας τη φυγάδευσή τους από τη γαλλική επικράτεια ενώ συχνά παρείχε καταφύγιο σε διωκόμενους και μετέφερε μυστικά μηνύματα και πληροφορίες για λογαριασμό των συμμαχικών υπηρεσιών και των δικτύων της Αντίστασης. Κεντρικό ρόλο στο συναισθηματικό και ηθικό τοπίο του μυθιστορήματος κατέχει η σχέση του με την Μπλανς Οζελλό. Η Μπλανς, Αμερικανίδα εβραϊκής καταγωγής και σύζυγος του διευθυντή του ξενοδοχείου, Κλοντ Οζελλό, παρουσιάζεται στο βιβλίο ως ο κρυφός έρωτας του Μεγιέρ και η μοιραία γυναίκα της αφήγησης. Η παρουσία της και ο διαρκής κίνδυνος που διέτρεχε λόγω της καταγωγής της, εμφανίζονται ως ένας από τους βασικούς λόγους που ο Μεγιέρ διακινδύνευσε την ασφάλειά του.

Στο πρόσωπο του Φρανκ Μεγιέρ συντίθενται δύο φαινομενικά ασύμβατες ιδιότητες. Από τη μία πλευρά, εμφανίζεται ως ένας προσαρμοστικός επαγγελματίας που σερβίρει μοναδικής ποιότητας κοκτέιλς στους Ναζί αξιωματικούς, εισπράττοντας φιλοδωρήματα και απολαμβάνοντας την ασφάλεια και τις ανέσεις ενός απομονωμένου χώρου πολυτέλειας, ενώ από την άλλη αποδεικνύεται ένας αθόρυβος ήρωας που ρισκάρει καθημερινά τη ζωή του, παίζοντας την ύπαρξή του κορώνα γράμματα για να σώσει τον μαθητευόμενό του, τη γυναίκα που αγαπά και πλήθος ανώνυμων διωκόμενων. Εύλογα δημιουργείται στον αναγνώστη το ερώτημα κατά πόσο ο διάσημος μπάρμαν υπήρξε ένας φύσει μοναχικός άνθρωπος ή ένας άνθρωπος που εγκλωβίστηκε στη σιωπή, και η απάντηση φαίνεται να βρίσκεται κάπου στη μέση αφού η σιωπή υπήρξε το πρωταρχικό και απαραίτητο εργαλείο της επιβίωσής του. Η επαγγελματική διακριτικότητα που απαιτούσε η ιδιότητα του μπάρμαν, η ανάγκη απόκρυψης της εβραϊκής του καταγωγής και η περιφρούρηση των μυστικών δικτύων πλαστογραφίας επέβαλλαν την απόλυτη στεγανότητα. Αυτή η αναγκαστική, πολυεπίπεδη σιωπή τον απομόνωσε υπαρξιακά από τους γύρω του, μετατρέποντάς τον σε έναν τραγικό, μοναχικό παρατηρητή των δραμάτων της εποχής του.

Γεννιόμαστε μόνοι, πεθαίνουμε μόνοι, μεταξύ των δύο, ο καθένας προσπαθεί όπως μπορεί να ανακουφίσει το άγχος της μοναξιάς.

Ο Μεγιέρ αποτέλεσε αντικείμενο επίσημων ερευνών τόσο από τη Γκεστάπο όσο και από τη γαλλική αστυνομία της Κατοχής, οι οποίες λόγω της αυστριακής του καταγωγής, της αμφισημίας του επιθέτου του και των υποψιών για υποστήριξη της Αντίστασης, προσπάθησαν ανεπιτυχώς να εξακριβώσουν την εβραϊκή του ταυτότητα. Η αγωνία αυτή κορυφώθηκε κατά τις ημέρες της Απελευθέρωσης του Παρισιού τον Αύγουστο του 1944. Ενώ ο Μεγιέρ και το προσωπικό του ξενοδοχείου διακατέχονταν από τρόμο για πιθανές λεηλασίες, καταστροφές ή βίαια αντίποινα, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε με την άφιξη των συμμαχικών δυνάμεων. Ο παλιός γνώριμος του Μεγιέρ και θρυλικός θαμώνας του μπαρ, ο Έρνεστ Χέμινγουέι, κατέφθασε θριαμβευτικά στο ξενοδοχείο, με μια ομάδα ένοπλων ανδρών για να απελευθερώσει συμβολικά το μπαρ του Ριτζ και να σφραγίσει το τέλος της κατοχικής δυστοπίας μέσα σε ένα ξέσπασμα ανακούφισης και γιορτής. Αυτή η λυτρωτική στιγμή της Απελευθέρωσης σηματοδότησε το πέρασμα από την κατοχική δοκιμασία στην τελική αποτίμηση της στάσης του αρχιμπάρμαν.

«Όταν ονειρεύομαι το επέκεινα, τον παράδεισο, βρίσκομαι πάντα μεταφυτεμένος στο Ριτζ, στο Παρίσι.» Έρνεστ Χέμινγουέι.

Το έργο του Κόλλεν οδηγεί μοιραία τον αναγνώστη και στο αμείλικτο ερώτημα εγώ τι θα είχα κάνει; για να αναδείξει ότι η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων στην κατεχόμενη Ευρώπη δεν στελεχώθηκε από αμιγείς ήρωες ή αδίστακτα τέρατα, αλλά από αμφίσημες, περίπλοκες προσωπικότητες που πάλευαν με τις αδυναμίες τους για να διατηρήσουν την ανθρωπιά τους.

Ο Φρανκ Μεγιέρ παραμένει στη συλλογική μνήμη όχι μόνο ως ο αριστοτέχνης των κοκτέιλ της Μπελ Επόκ και του Μεσοπολέμου, αλλά και ως ένας σιωπηλός φύλακας της ανθρωπιάς μέσα στο βαθύ σκοτάδι της Ιστορίας.


[1] Οι αναμνήσεις του Χέμινγουεϊ από την περίοδο της παραμονής του στο Παρίσι τη δεκαετία του ’20, όταν ακόμα ήταν ένας άγνωστος δημοσιογράφος, είναι το βασικό θέμα αυτού του βιβλίου – χρονικού που ο νομπελίστας συγγραφέας έγραψε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Εκτός όμως από αυτοβιογραφικό χρονικό, το «Μια κινητή γιορτή» είναι ταυτόχρονα και χρονικό μιας ολόκληρης (ανέμελης αλλά εξαιρετικά γόνιμης από λογοτεχνική άποψη) εποχής, στο οποίο παρελαύνουν μεγάλα λογοτεχνικά ονόματα όπως αυτά του Τζέιμς Τζόις, του Έζρα Πάουντ, του Σκοτ Φιτζέραλντ, της Γερτρούδης Στάιν. Από τους αναγκαστικούς σταθμούς στη μελέτη και την κατανόηση του έργου του μεγάλου Αμερικανού λογοτέχνη. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.