Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΦΥΓΑΔΩΝ

στις

Η Έλενα Μαρούτσου στη νουβέλα της με τίτλο Ο Κήπος των Φυγάδων που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ χρησιμοποιεί ως σκηνικό την ιστορική Πομπηία, όχι για να επιχειρήσει μια απλή αναδρομή στο παρελθόν, αλλά για να αποτυπώσει το κενό που αφήνει πίσω της η απώλεια, ο χρόνος και ο έρωτας. Συνδέοντας το τραγικό ορόσημο της έκρηξης του Βεζουβίου το 79 μ.Χ. με το παρόν μιας σχολικής εκδρομής, η συγγραφέας μας προσκαλεί σε έναν εσωτερικό διάλογο που εκδηλώνεται  μέσα από ένα ιδιότυπο λογοτεχνικό εκμαγείο που πλάθει με τη μορφή και το στυλ της.

Ο Κήπος των Φυγάδων που χάρισε στο βιβλίο τον τίτλο, είναι ένας πραγματικός αρχαιολογικός χώρος στην Πομπηία, στον οποίο βρέθηκαν τα λείψανα δεκατριών ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους στην προσπάθειά τους να διαφύγουν από την έκρηξη του Βεζούβιου. Τα σώματά τους καλύφθηκαν από ηφαιστειακή τέφρα, αφήνοντας κενά που αργότερα οι αρχαιολόγοι γέμισαν με γύψο, δημιουργώντας τα σπαρακτικά εκμαγεία που βλέπουμε σήμερα. Αυτή ακριβώς η αντιστροφή της απουσίας που γίνεται μορφή μοιάζει να αποτελεί και την ποιητική βάση ολόκληρης της νουβέλας.

Η Μαρούτσου οργανώνει το υλικό της με μια στιβαρή αρχιτεκτονική δομή, σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια, σε οκτώ διακριτά μέρη. Στο σχήμα αυτό, τέσσερα αντικείμενα της αρχαιότητας καθρεφτίζονται και συνομιλούν με τέσσερις ανθρώπινους χαρακτήρες του σήμερα. Tο παρελθόν και το παρόν επικοινωνούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία με τις εσωτερικές ρωγμές των σύγχρονων ανθρώπων να συναντούν το ιδανικό τους αντικείμενο στην απανθρακωμένη ύλη της Πομπηίας σε μια απόπειρα να ελεγχθεί το χάος που προκαλεί η φθορά και η λήθη. Τα τέσσερα άψυχα αντικείμενα, λοιπόν, που μετατρέπονται σε ισότιμους αφηγητές είναι όλα τους  αρχαιολογικά ευρήματα που παύουν για λίγο να αποτελούν βουβά εκθέματα μιας προθήκης και μετατρέπονται σε λοξούς φακούς για να φωτίσουν την ανθρώπινη καθημερινότητα μιας μακρινής εποχής.  Ένα απανθρακωμένο ψωμί κάτω από την οικογενειακή πέργκολα που αποκαλύπτει την ταπεινή, καθημερινή ζωή μιας δούλας. Το χτιστό κρεβάτι ενός αρχαίου πορνείου, όπου η Εύπλοια βίωσε τη σωματική απαξίωση αλλά και  την απόλυτη μοναδικότητα του έρωτα. Ένα χάλκινο νόμισμα που αλλάζει χέρια, καταγράφοντας αποσπασματικές μικροϊστορίες πριν καταλήξει άμορφη μάζα από τη λάβα. Μια τοιχογραφία στην  Έπαυλη των Μυστηρίων – έναν ακόμη πραγματικό αρχαιολογικό χώρο της Πομπηίας – που αναδεικνύει τη σκληρή διαπίστωση πως Παράδεισος είναι πάντα ο χαμένος Παράδεισος.

Στον αντίποδα βρίσκονται οι σύγχρονοι ήρωες που κουβαλούν τις δικές τους ιδιωτικές Πομπηίες, παλεύοντας με τα προσωπικά τους τραύματα, τη μοναξιά και τον χρόνο. Η Σόνια, η πενηντάχρονη φιλόλογος που μέσω του ημερολογίου της προσπαθεί να συγκρατήσει τον χρόνο που κυλά αδυσώπητα, αντικρίζοντας με αφοπλιστικό αυτοσαρκασμό τη φθορά του σώματός της και την παραίτηση από το ερωτικό παιχνίδι. Ο Ανδρέας, ο μαθηματικός, που παλεύει με τις αμφισημίες και τις εσωτερικές του συγκρούσεις, κληρονομιά ενός κακοποιητικού πατέρα. Η έφηβη Νεφέλη, μια καμουφλαρισμένη φωνή της ίδιας της συγγραφέως που χρησιμοποιώντας έναν αφύσικα ώριμο λόγο συντάσσει μια επιστολή προς τον μελλοντικό της εαυτό. Τέλος, η Κατερίνα, η γυμνάστρια, και ο Λεονάρντο, ο Ιταλός ξεναγός, που σπρώχνουν μια πλοκή στην οποία οι ανθρώπινες αγωνίες αποδεικνύονται διαχρονικές.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν τα ονόματα στην ιστορία αυτή. Τίποτε δεν κατονομάζεται τυχαία. Σόνια, Νεφέλη, Εύπλοια, Παυσίλυπο, κάθε όνομα κουβαλά μια ετυμολογία, μια υπόσχεση, μια δεύτερη αφήγηση. Είναι σαν η συγγραφέας να πιστεύει ότι η μεγαλύτερη ήττα δεν είναι ο θάνατος αλλά η ανωνυμία και αποφασίζει να βαφτίσει εκείνους που η Ιστορία ξέχασε, φυσώντας μακριά τη στάχτη από πάνω τους για να τους επιστρέψει, έστω και για λίγο, στη συλλογική μνήμη.

Όταν οι τουρίστες φεύγουν απ’ το Λουπανάρ, ο ξεναγός τους οδηγεί στην αίθουσα που ονομάζεται «Κήπος των Φυγάδων». Εκεί ανάμεσα στα άλλα κορμιά, υπάρχει μια γυναίκα πεσμένη στο πλάι που προσπαθεί με τα χέρια να προφυλάξει την κοιλιά της. Δεν ξέρω αν είναι η Εύπλοια. Οι νεκροί χάνουν στο ταξίδι το όνομά τους. Το αφήνουν πίσω σαν λερωμένη εσθήτα ή σαν το κουκούλι που η πεταλούδα σχίζει για να πετάξει μακριά.

Ίσως τελικά οι φυγάδες του τίτλου να μην είναι μόνο οι άνθρωποι που έτρεξαν να σωθούν από τη λάβα, αλλά όλοι όσοι επιχειρούν να διαφύγουν από τη λήθη. Η Μαρούτσου φαίνεται να επισημαίνει ότι παρόλο που  ούτε η τέχνη ούτε η λογοτεχνία μπορούν να αναστρέψουν τον χρόνο, έχουν εντούτοις τη δύναμη να δώσουν ξανά μορφή σε ό,τι χάθηκε, όπως ο γύψος γέμισε κάποτε τα κενά που άφησαν τα σώματα μέσα στην ηφαιστειακή τέφρα. Με αυτή την έννοια, ο Κήπος των φυγάδων δεν είναι μόνο μια νουβέλα για την Πομπηία αλλά ένας στοχασμός πάνω στην αφήγηση ως πράξη διάσωσης και μια υπενθύμιση ότι η μνήμη δεν κρύβεται μόνο στα μνημεία αλλά και στις ιστορίες που συνεχίζουμε να αφηγούμαστε.

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.