ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΠΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

στις

Το ‘Δεν ήμουν πια άνθρωπος’ είναι το δεύτερο μυθιστόρημα με τις περισσότερες πωλήσεις όλων των εποχών στην Ιαπωνία και το τελευταίο ολοκληρωμένο έργο του Οσάμου Νταζάι (Osamu Dazai, 1909-1948), πριν αυτοκτονήσει το 1948.

Δομημένο ως μια αλληλουχία σημειωματάριων, τα οποία ο συγγραφέας τους κληροδότησε σε μια γυναίκα που γνώρισε νεότερος σε ένα μπαρ, το βιβλίο είναι η ιστορία της σύντομης ζωής του Γιόζο Όμπα, ενός άντρα που υπήρξε εντελώς αποξενωμένος τόσο από την κοινωνία όσο και από τα δικά του συναισθήματα, ενός άντρα που έζησε με τον φόβο μήπως εκθέσει τον αληθινό εαυτό του στους άλλους, και ως εκ τούτου δεν μπόρεσε ποτέ να αισθανθεί άνθρωπος. Μέσα από την πορεία του Γιόζο, ο συγγραφέας, σ’ αυτό το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, εξερευνά τη σκέψη και τα συναισθήματα ενός ανθρώπου που παλεύει με την κατάθλιψη, την αποξένωση και τον εθισμό  καθώς αναζητά έναν τρόπο να είναι άνθρωπος.

Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες των σημειωματάριων, ανακαλύπτουμε το ταξίδι ενός παιδιού στην εφηβεία και, στη συνέχεια, στην ενηλικίωση, ενώ κατατρύχεται από την πεποίθηση ότι είναι αποτυχημένος.  Ο Γιόζο περιγράφει τον εαυτό του ως ανίκανο να κατανοήσει βασικές κοινωνικές συμπεριφορές και να συνδεθεί ουσιαστικά με τους ανθρώπους γύρω του. Βαθιά αποξενωμένος από όλους και όλα, βασανίζεται από αυτό το έντονο αίσθημα του μη ανήκειν,  ενώ δεν μπορεί πραγματικά να απαντήσει ούτε στον εαυτό του για το ποιος είναι.  Προσπαθεί να αντιμετωπίσει  την κατάστασή του με τρεις διαφορετικούς τρόπους, το αλκοόλ, τις γυναίκες και την προσποίηση.

Το μυθιστόρημα ξεκινά με την εξέταση τριών φωτογραφιών που αποτελούν στιγμιότυπα του Γιόζο σε διαφορετικές ηλικίες – ως παιδί, έφηβος και ενήλικας αντίστοιχα. Αν και κάθε φωτογραφία φαίνεται σε πρώτη ματιά συνηθισμένη, μια πιο προσεκτική διερεύνησή της αποκαλύπτει αυτό που ο αφηγητής επισημαίνει ότι προδίδει την απάνθρωπη φύση του ατόμου που απεικονίζεται σ’ αυτές. Το παιδί που εκ πρώτης όψεως είναι ‘ένα χαριτωμένο αγοράκι’ αν το κοιτάξει κάποιος πιο προσεκτικά αποδεικνύεται ένα ‘αποκρουστικό παιδί με χαμόγελο πιθήκου’. Το  ‘επιδέξιο χαμόγελο’ του ‘τρομερά όμορφου σπουδαστή’ της δεύτερης φωτογραφίας, δεν μοιάζει ανθρώπινο. Η τελευταία εικόνα είναι ‘η πιο αλλόκοτη’ γιατί το πρόσωπο που εικονίζεται δεν έχει καμία έκφραση. Το πρόσωπο του ενήλικα δεν μπορεί να αφήσει μόνιμη εντύπωση σ’ αυτόν που το κοιτάζει λόγω της τρομακτικής έλλειψης έκφρασης. Στο τελευταίο στάδιο της ζωής του, ο Γιόζο απεικονίζεται ως ένα απάνθρωπο ον, που του λείπει η ικανότητα να εκφράσει οποιοδήποτε ανθρώπινο συναίσθημα.

Έζησα μια ζωή γεμάτη από επαίσχυντες καταστάσεις.

Δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το τι είναι αυτό που λένε μια κανονική ανθρώπινη ζωή.

Το εισαγωγικό αυτό κεφάλαιο που συνοψίζει τη ζωή του ήρωα μέσα από την ανάλυση αυτών των ενσταντανέ, ακολουθούν τα  τρία σημειωματάρια με τις προσωπικές καταγραφές του Γιόζο. Στο πρώτο από αυτά περιγράφει την παιδική του ηλικία εξηγώντας ότι ήδη από εκείνη την ηλικία ορισμένα πράγματα σχετικά με την κοινωνία και τους άλλους ανθρώπους δεν είχαν ποτέ πολύ νόημα γι’ αυτόν.

Υπήρξε ένα παιδί ασθενικό, το μικρότερο παιδί μιας πολυπληθούς οικογένειας και ακολούθησε απλώς τη ζωή χωρίς να συμμετέχει πραγματικά σ’ αυτή. Ένα παιδί  που θεωρούσε απογοητευτικό τον πρακτικό τρόπο που κινούνταν οι άνθρωποι στη ζωή. Θυμάται να παρατηρεί τα αντικείμενα γύρω του και να θλίβεται όταν αντιλαμβανόταν την πρακτική τους χρήση. Καθόταν στο οικογενειακό τραπέζι και απλώς έσπρωχνε μπουκιές στο στόμα του χωρίς να αισθάνεται πείνα ή την ανάγκη να απολαύσει  τη γεύση του φαγητού. Η ανάγκη του όμως για αποδοχή τον έκανε να τρώει τελικά πάντα μεγάλες ποσότητες για να ευχαριστήσει τους άλλους. Υπήρξε ένα παιδί χωρίς αυτοπεποίθηση που ζούσε μέσα στο φόβο. Κρατούσε τις σκέψεις και το άγχος του για κείνον κρυμμένο ‘βαθιά σ’ ένα μικρό κουτί μέσα στο στήθος’. Ακόμη κι όταν μέλη του προσωπικού της οικογένειας τον κακοποίησαν ακόμη και τότε ένιωσε ότι δεν μπορούσε να μιλήσει σε κανέναν γι’ αυτό ‘θεώρησα ότι το να καταφύγω στους ανθρώπους θα ήταν μάλλον μάταιο. Οπότε, χωρίς να πω ούτε την αλήθεια ούτε τίποτε, έκανα μόνο υπομονή. Αποφάσισα ότι δεν υπάρχει καμιά άλλη διέξοδος για μένα εκτός από το να συνεχίσω το δρόμο του κλόουν.’ Έτσι κατέληξε να υιοθετήσει μια χαρούμενη συμπεριφορά μέσα στην οποία έκρυβε τις αγωνίες και την αυξανόμενη αίσθηση αποξένωσής του. 

Αργότερα στο σχολείο με μια φαινομενικά ανέμελη συμπεριφορά, προσπάθησε να ξεγελάσει τους συμμαθητές και τους δασκάλους του ώστε να τον συμπαθήσουν και να τον ενσωματώσουν στη σχολική κοινότητα, με την οποία στην πραγματικότητα δεν αισθανόταν ότι τον συνέδεε κάτι.

Όταν πήγε στο πανεπιστήμιο και ενώ η οικογένειά του, του παρείχε κατάλυμα και ένα γενναιόδωρο επίδομα, εκείνος παραμέλησε τις σπουδές του και περνούσε τον καιρό του τριγυρίζοντας στα μπαρ, με αλκοόλ και πόρνες. Ήταν εκείνη την εποχή που συνειδητοποίησε ότι η γοητεία του έλκυε τις γυναίκες, αλλά φοβόταν για την ανικανότητά του να εμπλακεί σ’ αυτές τις σχέσεις ουσιαστικά. Ο Γιόζο στράφηκε σε μια επιπόλαιη, άσωτη ζωή προσπαθώντας να ξεφύγει από τους φόβους του. Οι αδιέξοδες σχέσεις με πόρνες ή παντρεμένες γυναίκες, το αλκοόλ και αργότερα η μορφίνη έγιναν το καταφύγιό και η ισχνή παρηγοριά του.

‘Κάποια στιγμή άρχισα τελικά να καταλαβαίνω κι εγώ πόσο όλ’ αυτά, δηλαδή το πιοτό, ο καπνός και οι πόρνες, είναι θαυμάσια μέσα για να διαλύσουν, έστω και για λίγο, το φόβο για τους ανθρώπους.  Ενστερνίστηκα ακόμη και τη σκέψη ότι για ν’ αποκτήσω αυτά τα μέσα δεν θα λυπόμουν να ξεπουλήσω όλα όσα είχα και δεν είχα.

Οι πόρνες σ’ εμένα δεν φαίνονταν ούτε σαν άνθρωποι ούτε σαν γυναίκες. Έκλιναν μάλλον προς το είδος των ηλίθιων ή των τρελών. Κι όμως μέσα στην αγκαλιά τους ένιωθα τόση ασφάλεια, που μπορούσα ακόμη και να κοιμηθώ ήσυχα. Η λεγόμενη πλεονεξία απουσίαζε σ’ αυτές σχεδόν εντελώς, σε βαθμό που προξενούσε οδύνη. Ίσως επειδή έβλεπαν σ’ εμένα κάτι σαν συγγένεια με το δικό τους είδος, πάντα αυτές οι πόρνες μου έδειχναν μια καθόλου τυπική, φυσική φιλία. Μια φιλία χωρίς κανέναν υπολογισμό, μια φιλία χωρίς καμία πίεση να σου πουλήσουν κάτι με το ζόρι, και μάλιστα μια φιλία για κάποιον πού ίσως να μην ερχόταν ποτέ ξανά. Υπήρξαν νύχτες που σ’ αυτές τις ανόητες τρελές πόρνες είδα πραγματικά το φωτοστέφανο της Παναγίας.’

Ωστόσο, όσο περισσότερο εμπλεκόταν σ’αυτές τις συνήθειες τόσο παρασυρόταν όλο και πιο βαθιά στη δική του απόγνωση.  Ήθελε  μόνο να καταλάβει τους άλλους και να νιώσει μια γνήσια ανθρώπινη σύνδεση με τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρεφόταν· τους ανθρώπους που έβλεπε ότι δεν μπορούσαν να τον καταλάβουν αληθινά.

Προσπαθώντας να ενταχθεί κάπου ακολούθησε μια ομάδα που υποστήριζε το κομμουνιστικό κόμμα και παρόλο που έβρισκε τις μαρξιστικές τους πεποιθήσεις χωρίς ουσία εντούτοις προσποιήθηκε ότι συμμερίζεται τις ιδέες τους και κατάφερε να γίνει δημοφιλής ανάμεσα στους νέους του συντρόφους. Κι έτσι όμως δεν ξεπέρασε το φόβο του για τους ανθρώπους και τη μεγάλη του μοναξιά. Οι γυναίκες επίσης δεν του πρόσφεραν καμιά παρηγοριά. Μία από αυτές πέθανε όταν επιχείρησαν μαζί με τον Γιόζο να αυτοκτονήσουν ενώ μια άλλη τον οδήγησε στην εξάρτηση από τη μορφίνη.

Το ένα μετά το άλλο τα περιστατικά της ζωής του Γιόζο είναι σκαλοπάτια προς την κόλαση. Σκαλοπάτια που ανεβαίνει χωρίς να μπορεί να αποδεσμευτεί από αυτή τη ζοφερή και μοιραία διαδρομή.

‘Κοινωνία. Κατά κάποιον τρόπο, είχα την αίσθηση ότι ακόμη κι εγώ άρχισα να καταλαβαίνω, έστω ασαφώς, τι σημαίνει η λέξη. Είναι ο αγώνας ανάμεσα σ’ ένα άτομο και σ’ ένα άλλο, ένας αγώνας σ’ ένα ορισμένο μέρος, με το επιδιωκόμενο μάλιστα να είναι η άμεση νίκη σ’ εκείνο το ορισμένο μέρος. Οι άνθρωποι ποτέ δεν υποκύπτουν σε άλλους. Ακόμη και οι σκλάβοι εκδικούνται, με τον δικό τους, ευτελή τρόπο των σκλάβων. Γι’ αυτό, στο νου των ανθρώπων δεν υπάρχει άλλος τρόπος επιβίωσης  από το να εξαρτώνται κάθε φορά από τον ένα εκείνο αγώνα σ’ εκείνο τον ορισμένο τόπο. Ενώ διακηρύσσουν λόγους όπως η πίστη του υπηκόου στον ηγεμόνα, ο σκοπός των προσπαθειών τους είναι πάντα κάποιο άτομο. Κι όταν αυτό το άτομο ξεπεραστεί, πάλι κάποιο άλλο άτομο θα βρεθεί μπροστά. Η αδυναμία κατανόησης της κοινωνίας είναι η αδυναμία κατανόησης του ατόμου. Ο ωκεανός δεν είναι η κοινωνία, είναι το άτομο.’

Είναι αδύνατον να διαβάσει κάποιος αυτό το εσωτερικό, εξομολογητικό κείμενο και να μην αισθανθεί την απόγνωση του ήρωα – ή του συγγραφέα. Γιατί η ζωή του Νταζάι δεν διέφερε και τόσο πολύ από τη ζωή του Γιόζο.

Η αφοπλιστικά ειλικρινής αυτή εξομολόγηση, από την οποία δεν λείπει το χιούμορ, η μνησικακία ή ο αυτοσαρκασμός, αναδεικνύει ένα χαρακτήρα που παρόλη την απέχθεια που τρέφει για τον εαυτό του αποδεικνύεται εντούτοις, μέσα από την ανάγκη του για επιβεβαίωση, τρομακτικά ανθρώπινος.

Το βιβλίο Δεν ήμουν πια άνθρωπος’ κυκλοφορεί από τη σειρά ALDINA των εκδόσεων GUTENBERG. Η εξαιρετική μετάφραση και η κατατοπιστική εισαγωγή ανήκουν στον Στέλιο Παπαλεξανδρόπουλο.

Ένα Σχόλιο Προσθέστε το δικό σας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.