ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΑΠΟΛΕΣΘΕΝΤΩΝ

στις
Judith Schalansky

Συγγραφέας, εκδότρια και σχεδιάστρια βιβλίων η Γιούντιτ Σαλάνσκυ (Judith Schalansky) και μία από τις πιο σημαντικές λογοτεχνικές  φωνές της χώρας της και της γενιάς της, συστήνεται στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό με το βιβλίο ‘Κατάλογος απολεσθέντων’ που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΝΤΙΠΟΔΕΣ σε υποδειγματική μετάφραση Γιάννη Καλιφατίδη.

Το βιβλίο είναι μια συλλογή δώδεκα ιστοριών – μελετών – δοκιμίων, για περιοχές, αντικείμενα, κτίσματα, έργα τέχνης που έχουν χαθεί και για τα οποία η Σαλάνσκυ, συνδυάζοντας έρευνα, προσωπικές εμπειρίες και μυθοπλασία, συντάσσει έναν άτυπο κατάλογο και μέσα από αυτόν στοχάζεται για την απώλεια, υλική και άυλη, υπογραμμίζει τη θεμελιώδη παροδικότητα του ανθρώπου, αμφισβητεί την αντικειμενικότητα της μνήμης ενώ δεν παραλείπει να προτείνει τρόπους για να αντιμετωπίσουμε τις απώλειες όπως την αναζήτηση της μαγείας στα εγκόσμια, τη διατήρηση της ακόρεστης περιέργειας και την αποδοχή ότι ‘το εφήμερο είναι αναπόδραστο’.

Το βιβλίο είναι δομημένο με μεγάλη προσοχή. Στον εκτενή και ιδιαίτερα κατατοπιστικό πρόλογο, που αποτελεί από μόνος του ένα μικρό δοκίμιο, η συγγραφέας αναρωτιέται με ποιο τρόπο θα βοηθήσει στη διατήρηση της μνήμης όσων χάθηκαν, στην αντιμετώπιση του πένθους για την απώλεια, πώς θα κάνει ορατές τις απουσίες· και η απάντησή της είναι αυτό το βιβλίο.

‘Όπως όλα τα βιβλία, έτσι και αυτό εδώ γεννήθηκε από την επιθυμία να διατηρήσω κάτι στη ζωή, να αναπαραστήσω το παρελθόν, να θυμηθώ τα ξεχασμένα, να δώσω το λόγο σε καθετί που έχει βουβαθεί και να πενθήσω για όσα έχουν χαθεί. Η συγγραφή δεν μπορεί να φέρει τίποτε πίσω, αλλά μας επιτρέπει να βιώσουμε τα πάντα. Το βιβλίο αυτό, λοιπόν, πραγματεύεται εξίσου την αναζήτηση και την ανακάλυψη, την απώλεια και το κέρδος, και το συνέχει η διαίσθηση ότι η διάκριση ανάμεσα στην παρουσία και στην απουσία είναι ενδεχομένως οριακή, όσο υπάρχει η μνήμη.’

Γεννημένη το 1980 στο Γκράιφσβαλντ της Ανατολικής Γερμανίας η Σαλάνσκυ ερμηνεύει το αποτύπωμα επιλεγμένων απωλειών συνδέοντάς τες με βιβλιοθήκες, βιβλία αναφοράς και αρχεία όπου καταγράφονται και προστατεύονται τα ίχνη τους κάνοντας ταυτόχρονα και ένα αυτοβιογραφικό ταξίδι σε μια χώρα που δεν υπάρχει πια.

‘Όποιος έτυχε να ζήσει τόσο έντονα όσο εγώ το ρήγμα της ιστορίας, το εικονοκλαστικό παραλήρημα των νικητών και το ξήλωμα των μνημείων, δεν χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ για να διακρίνει σε κάθε όραμα του μέλλοντος ένα μελλοντικό παρελθόν, όπου, για παράδειγμα, τα ερειπωμένα Βασιλικά Ανάκτορα του Βερολίνου θα δίνουν πάντοτε υποχρεωτικά τη θέση τους σ’ ένα νέο Μέγαρο της Δημοκρατίας.’

Σε κάθε μία από τις δώδεκα ιστορίες του βιβλίου, σε μια μορφή ιστορικής παρατήρησης, επικεντρώνεται σε κάτι που έχει εξαφανιστεί και υπάρχει πλέον μόνον ως αναφορά σε κάποιο κείμενο, σε κάποια εγκυκλοπαίδεια, σε κάποιο χάρτη. Τα κεφάλαια του βιβλίου συνοδεύονται από γραφικά ένθετα και εισάγονται με έναν αστερίσκο και έναν σταυρό που σηματοδοτούν τη γέννηση και τον θάνατο του αντικειμένου που χάθηκε. Έπειτα έρχεται η αφήγηση, στην οποία αναδημιουργείται και φωτίζεται το άπιαστο παρελθόν στο μπερδεμένο παρόν μας· ένα παρελθόν που άλλοτε συνδέεται στενά με την απώλεια και άλλοτε το απολεσθέν είναι σχεδόν πρόσχημα για μια ιστορία που μπορεί να μας πάει ακόμα πιο μακριά.

Στον κατάλογο περιλαμβάνονται :

  • Το Τουανάκι, ένα μικρό νησί στον Ειρηνικό που εμφανίζεται σε παλιούς χάρτες και φέρεται να εξαφανίστηκε μεταξύ 1842 και 1843 από έναν υποθαλάσσιο σεισμό.
  • Η Τίγρη της Κασπίας, η εξαφάνιση της οποίας είναι αποτέλεσμα της συστηματικής της καταδίωξης σε συνδυασμό με τη συρρίκνωση του ζωτικού χώρου και τη μείωση του πληθυσμού των θηραμάτων.
  • Ο μονόκερος του Γκέρικε, που φαίνεται ότι δεν υπήρξε ποτέ  παρά μόνο στη φαντασία του Γερμανού φυσικού Όττο φον Γκέρικε.
  • Η Βίλα Σακέττι έργο του αρχιτέκτονα Πιέτρο ντα Κορτόνα που κτίστηκε μεταξύ 1628 και 1648 κατεδαφίστηκε οριστικά μετά το 1861.
  • Το αγόρι με το γαλάζιο κοστούμι, η πρώτη ταινία του Βίλχελμ Μούρναου που γυρίστηκε το 1919, δεν προβλήθηκε ποτέ και δεν υπάρχει ολοκληρωμένη σε κανένα αρχείο.
  • Οι ερωτικές ωδές της Σαπφούς, που σώζονται  μόνο αποσπασματικά.
  • Το παλάτι του οίκου Φον Μπερ, που χτίστηκε το 1838 και κάηκε το 1945.
  • Τα επτά βιβλία του Μάνη του ιδρυτή του μανιχαϊσμού, που τα ελάχιστα αποσπάσματα γνήσιων χειρογράφων που κατάφεραν να επιβιώσουν μέχρι τον 20ο αιώνα τελικά χάθηκαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
  • Το λιμάνι του Γκράιφσβαλντ, μια ελαιογραφία του 19ου αιώνα που χάθηκε σε πυρκαγιά το 1931.
  • Εγκυκλοπαίδεια στο δάσος. Το πείραμα του Άρμαντ Σούλτες που προσπάθησε να ταξινομήσει την ανθρώπινη γνώση σε ένα δάσος 18 στρεμμάτων. Οι κληρονόμοι του το 1973 καθάρισαν με συνοπτικές διαδικασίες την έκταση ρίχνοντας στη λήθη και αρκετά σημαντικά χειροποίητα βιβλία.
  • Το Μέγαρο της Δημοκρατίας στο Βερολίνο που κτίστηκε στη θέση των Βασιλικών Ανακτόρων το 1950 κατεδαφίστηκε το 2006 και στη θέση του άρχισαν το 2013 να ανοικοδομούνται τα ιστορικά Βασιλικά ανάκτορα.
  • Οι σεληνογραφίες του Κίναου είναι μια ιστορία για έναν Γερμανό σεληνογράφο από το 1800 που μπορεί να μην υπήρξε ποτέ.

Σ’ αυτές τις δώδεκα αφηγήσεις  με τις Ρωμαϊκές αρένες, τους θρυλικούς θαλασσοπόρους, τα γερασμένα σύμβολα της 7ης τέχνης, τα μυθικά πλάσματα, τα δάση και τα χαμένα υποστατικά, δεν υπάρχει ομοιομορφία ούτε στη θεματολογία αλλά ούτε στον τρόπο γραφής αφού η Σαλάνσκυ αποπειράται με μια μεγάλη γκάμα αφηγηματικών τεχνικών και φωνών, αντιμετωπίζοντας συχνά το απολεσθέν μόνο έμμεσα· κάποιες  φορές περισσότερο ποιητικά παρά κυριολεκτικά, αν και εξίσου ερευνημένα.  

Με οδηγό τη σχολαστική έρευνα και την ενεργητική φαντασία της γαντζώνεται σε θραύσματα του παρελθόντος, σε μεμονωμένες χρονοκάψουλες, οδηγώντας τον αναγνώστη της σε τομείς γνώσης  και άγνωστους κόσμους, που συχνά μπορεί μόνο να θαυμάσει αλλά τον ωθούν να σκεφτεί τις δικές του απώλειες.

Η πυκνή γραφή της, στην οποία κυριαρχεί ο μακροπερίοδος λόγος, απαιτεί την πλήρη συγκέντρωση του αναγνώστη προκειμένου να παρασυρθεί  από αυτόν τον νοσταλγικό προβληματισμό για τη μνήμη, την απώλεια και τη λήθη· ένα βιβλίο, παράδειγμα αφηγηματικής τέχνης που ενδείκνυται για στοχαστική ανάγνωση.  

Ο ‘Κατάλογος Απολεσθέντων’ είναι ένα υβριδικό βιβλίο, μια προσωπική, υποκειμενική βουτιά σε ένα δαιδαλώδη λαβύρινθο απωλειών, μια ζωντανή υπενθύμιση του χαμένου και του απομακρυσμένου, που υποδηλώνει ότι ίσως η διαφορά μεταξύ παρουσίας και απουσίας είναι οριακή όσο υπάρχει ακόμα η μνήμη και μια λογοτεχνία που αποκαλύπτει πόσο κοντά είναι η συντήρηση και η καταστροφή, η απώλεια και η δημιουργία , η αλήθεια και ο μύθος, η ζωή και ο θάνατος.

Η τομή που επιφέρει ο θάνατος είναι η αφετηρία της κληρονομιάς και της μνήμης, και ο θρήνος για τους νεκρούς αποτελεί την πηγή κάθε κουλτούρας, μέσω της οποίας ο άνθρωπος προσπαθεί να καλύψει το χαίνον κενό, την ξαφνική σιωπή, με τραγούδια, προσευχές και ιστορίες, μέσα από τις οποίες ανακαλεί στη ζωή τους απόντες. Σαν εκμαγείο, η εμπειρία της απώλειας φέρνει στην επιφάνεια το περίγραμμα εκείνου που πενθούμε, το οποίο κάτω από το εξιδανικευμένο φως του πένθους μεταμορφώνεται πολλές φορές σε αντικείμενο του πόθου ή, όπως το διατυπώνει ένας καθηγητής ζωολογίας από τη Χαϊδελβέργη στον πρόλογο ενός μικρού τόμου από την εκδοτική σειρά Neue Brehm- Bücherei, «Ανάμεσα στις ανορθολογικές ιδιότητες του δυτικού ανθρώπου φαίνεται πως συγκαταλέγεται και η τάση του να προσδίδει υψηλότερη αξία σε οτιδήποτε έχει απολέσει παρά σε κάτι ακόμα υπαρκτό. Αλλιώς δεν εξηγείτο το αξιοσημείωτο ενδιαφέρον του για τον μαρσιποφόρο λύκο της Τασμανίας».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.