ΜΠΙΛΛΥ ΜΠΑΝΤ ΝΑΥΤΗΣ

στις

Ο Χέρμαν Μέλβιλ (Herman Melville, 1819-1891) γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη την 1η Αυγούστου του 1819, τρίτος από τα οκτώ παιδιά μιας εύπορης οικογένειας. Σε ηλικία 12 ετών, μετά τη χρεοκοπία της οικογενειακής επιχείρησης και τον θάνατο του πατέρα του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο και να εργαστεί ενώ το 1839 διψώντας για περιπέτειες μπάρκαρε με ένα φαλαινοθηρικό. Στα περισσότερα από τα έργα του καταγράφονται οι προσωπικές του εμπειρίες και απηχείται η βαθιά αγάπη του για τη θάλασσα. Ο Μέλβιλ έγραψε για τη ζωή στη θάλασσα  με μια αίσθηση ρομαντισμού και περιπέτειας χωρίς όμως να αποφύγει να καταδείξει και τους κινδύνους της.

Το αίσθημα της ματαιότητας που τον χαρακτήριζε και η ηθική υποβάθμιση της εποχής του, από τον αντίκτυπο των οποίων δεν μπόρεσε να ξεφύγει ποτέ, του  παρείχαν υλικό για το μεγαλύτερο μέρος των έργων του. Μέσα από την πυκνή και περίπλοκη πεζογραφία του που χαρακτηρίζεται από πλούτο αναφορών, συμβολισμών και φιλοσοφικών νύξεων  μίλησε για την σκλαβιά, τη μοναδικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, αμφισβήτησε δεδομένες ταυτότητες, πάλεψε με την γραφειοκρατία και την αδικία της εποχής, αντιστάθηκε στις ευκολίες και αναζήτησε μια ιδανική προσέγγιση της γραφής. Παρόλα αυτά όταν πέθανε σε ηλικία  72 ετών ο Μέλβιλ είχε μόνο μια μέτρια λογοτεχνική φήμη. Μόλις στις αρχές του 20ου αιώνα, η φήμη του αναβίωσε και του αποδόθηκε η αρμόζουσα θέση στον κανόνα της αμερικανικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα.

Μετά από τρεις δεκαετίες στη διάρκεια των οποίων έγραφε αποκλειστικά ποίηση, έγραψε το μικρό μυθιστόρημα ‘Μπίλλυ Μπαντ Ναύτης’ που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΝΤΙΠΟΔΕΣ σε μετάφραση Παναγιώτη Κεχαγιά και Κώστα Σπαθαράκη. Ένα έξοχο μυθιστόρημα που βασίστηκε στις προσωπικές ναυτικές εμπειρίες του συγγραφέα  και το οποίο έγραφε, κατά διαστήματα, τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του. Σ’ αυτό καταγράφει τη συνεχή μάχη της αθωότητας με τη διαφθορά και στοχάζεται πάνω στην ηθική της θανατικής ποινής και του τι συμβαίνει όταν ένας αξιοπρεπής άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με το δίλημμα να επιλέξει ανάμεσα σ’ αυτό που θεωρεί, σύμφωνα με τη συνείδησή του, ως  σωστό και σ’ αυτό που ορίζει ο νόμος ότι πρέπει να γίνει.

Η ιστορία διαδραματίζεται το 1797 σε ένα πλοίο του βρετανικού στόλου που περιπολεί στη Μεσόγειο, εφαρμόζοντας τον ναυτικό αποκλεισμό της Γαλλίας. Έχουν περάσει μόλις λίγοι μήνες από τις δύο μεγάλες ναυτικές ανταρσίες – η μία τον Απρίλιο από τους ναύτες κάποιου πλοίου που βρισκόταν αγκυροβολημένο στην Μάγχη και η δεύτερη τον Μάιο από τους περίπου 10.000 ναύτες των πλοίων που βρισκόντουσαν στο Νόουρ. Οι δύο αυτές εξεγέρσεις, εμπνευσμένες από τον επαναστατικό αέρα που έπνεε στην Γαλλία, άφησαν βαθιά σημάδια στη βρετανική ναυτική ιστορία και επέκτειναν την εφαρμογή των νόμων περί ανταρσίας και στο ναυτικό.

Ο Μπίλλυ Μπαντ είναι ένας εικοσάχρονος ναύτης, ναυτολογημένος  από ένα εμπορικό πλοίο – το Rights of Man – για να υπηρετήσει στο Αγγλικό Ναυτικό, στο εβδομηντατεσσάρι Bellipotent .  Ο Μπίλλυ είναι αγαπητός σε όλους και ξεχωρίζει για τη μεγάλη του φυσική ομορφιά, την παιδική αθωότητα, το ήθος  και την ευγενική του συμπεριφορά που υπαινίσσεται μια ευγενή καταγωγή. Μόνο του ελάττωμα ένα τραύλισμα που εκδηλώνεται σε ακατάλληλες στιγμές.

Σύντομα προκαλεί τον φθόνο του οπλονόμου του πλοίου, του υπαξιωματικού Κλάγκαρτ, ο οποίος συνωμοτεί εναντίον του κατηγορώντας ψευδώς τον Μπίλλυ ότι σχεδίαζε μια ανταρσία.

‘Υπάρχει κάτι στο φθόνο που σε όλη την οικουμένη τον κάνει να φαίνεται πιο επαίσχυντος ακόμη κι από ένα κακούργημα. Και όχι μόνο τον αποκηρύσσουν οι πάντες, αλλά οι αξιοπρεπείς άνθρωποι συνήθως δυσπιστούν όταν προσάπτεται σε έναν έξυπνο άνθρωπο. Καθώς όμως ενοικεί στην καρδιά και όχι στο νου, ακόμα και η πιο υψηλή ευφυΐα δεν παρέχει καμία προστασία από αυτόν. Ο Κλάγκαρτ ωστόσο δεν διακατεχόταν από μια χυδαία μορφή αυτού του πάθους. Και ούτε, όταν ο φθόνος του στράφηκε προς τον Μπίλλυ Μπαντ, είχε εκείνη την έκφραση προληπτικής ζήλιας που σημάδευε το πρόσωπο του Σαούλ, όταν έβραζε μέσα του η ταραχή που του γεννούσε η εμμονική σκέψη του χαριτωμένου νεαρού Δαβίδ. Ο φθόνος του Κλάγκαρτ ήταν πιο βαθύς. Κοίταζε ζηλόφθονα την ομορφιά, την υγεία και την αγνή χαρά της νιότης του Μπίλλυ Μπαντ, μόνο γιατί αυτά συνόδευαν μια φύση η οποία, όπως διαισθανόταν μαγνητικά ο Κλάγκαρτ, μέσα στην απλότητά της δεν είχε ποτέ θελήσει το κακό και δεν είχε νιώσει το αντανακλαστικό δάγκωμα του φιδιού. Για κείνον, αυτή η άφατη παρουσία που σκάλιζε το λακκάκι στο ροδοκόκκινο μάγουλο του Μπίλλυ, που έκανε τις αρθρώσεις του ευλύγιστες και που, χορεύοντας στις ξανθές του μπούκλες, τον καθιστούσε τον κατεξοχήν Ωραίο Ναύτη, ήταν το πνεύμα που ενοικούσε μέσα του και κοιτούσε από τα γαλανά του μάτια λες κι ήταν παράθυρα. Με μία μόνο εξαίρεση, ο οπλονόμος ήταν ίσως ο μοναδικός άνθρωπος πάνω στο πλοίο που είχε την πνευματική ικανότητα να εκτιμήσει επαρκώς το ηθικό φαινόμενο που συνιστούσε ο Μπίλλυ Μπαντ. Και αυτή η ενόραση απλώς ενέτεινε το πάθος του, που καθώς έπαιρνε ποικίλες μυστικές μορφές εντός του, έπαιρνε κάποτε και τη μορφή της κυνικής περιφρόνησης, της περιφρόνησης για την αθωότητα – να μην είσαι τίποτα περισσότερο από αθώος! Και ωστόσο στο επίπεδο της αισθητικής αντιλαμβανόταν τη γοητεία του, τη θαρραλέα και αυθόρμητη ιδιοσυγκρασία, και πρόθυμε θα της παραδιδόταν, αν δεν τον έριχνε στην απελπισία.’

Και ενώ ο Μπίλλυ ‘κατείχε εκείνο το είδος και το βαθμό ευφυΐας που αρμόζει στη φυσική ορθή κρίση ενός ολοκληρωμένου ανθρώπινου όντος στο οποίο δεν έχει ακόμη προσφερθεί το αμφίβολο μήλο της γνώσης’ ο Κλάγκαρτ ‘κατείχε μια θέση που του επέτρεπε να ελέγχει διάφορα συγκλίνοντα νήματα υπόγειας επιρροής, τα οποία, με επιδέξιους χειρισμούς μέσω των υφισταμένων του, μπορούσαν να προκαλέσουν μια μυστηριώδη ανησυχία, αν όχι κάτι χειρότερο, σε οποιονδήποτε φουκαρά ναυτικό.

Ο Μπίλι, απλοϊκός και αφελής, δεν εμπιστεύεται τα φιλικά λόγια όσων θέλουν να τον προειδοποιήσουν για τον φθόνο του Κλάγκαρτ αλλά ‘Ένας άγουρος χαρακτήρας, βαθιά τίμιος και καλοπροαίρετος, δεν αντιλαμβάνεται τα προμηνύματα ενός ύπουλου κινδύνου παρά αργοπορημένα ή και καθόλου. Ο Κλάγκαρτ κατηγορεί τον Μπίλλυ για υποκίνηση ανταρσίας στον καπετάνιο του πλοίου, τον εντιμότατο Έντουαρντ Φαίρφαξ Βίερ, τον ‘Έναστρο Βίερ’  όπως τον αποκαλούν, ο οποίος δεν πιστεύει την κατηγορία και καλεί τον Μπίλλυ να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Μπροστά στην άδικη μομφή και εμποδιζόμενος από το τραύλισμά του να υπερασπιστεί το δίκιο του, ο Μπίλλυ αντιδρά με μια αντανακλαστική σχεδόν χειρονομία που έχει σαν συνέπεια τον θάνατο του Κλάγκαρτ. Όταν ο γιατρός του πλοίου επιβεβαιώνει τον θάνατο του Κλάγκαρτ, ο Βίερ – με τη γνωστή φράση που αντανακλά τον ηθικό σκεπτικισμό του συγγραφέα – αναφωνεί Τον έριξε νεκρό άγγελος Κυρίου! Κι όμως ο άγγελος πρέπει να κρεμαστεί!’.

Ο Βίερ είναι μια τραγική φιγούρα· ηθικά διχασμένος εμφανίζεται από τη μια να λυπάται τρομερά για τη μοίρα του Μπίλλυ και από την άλλη  να αναθέτει την απόφαση σ’ ένα στρατοδικείο,  σε μια χειρονομία που αρχικά φαίνεται να υπαγορεύεται από την επιθυμία να μην αναλάβει την ευθύνη της πράξης. Στο βιβλικό-συμβολικό σύμπαν του Μέλβιλ, γίνεται ταυτόχρονα Θεός που θυσιάζει τον αγαπημένο Υιό για να σώσει την ανθρωπότητα αλλά και Αβραάμ έτοιμος να θυσιάσει τον Ισαάκ. 

Ο Μπίλλυ καταδικάζεται και απαγχονίζεται το επόμενο πρωί αναφωνώντας Ο Θεός να ευλογεί τον καπετάνιο Βίερ. Κι ενώ ο ‘Ωραίος Ναύτης’ συναντά τη μοίρα του διατηρώντας την ηθική του ακεραιότητα, την αθωότητα και την καλοσύνη του μέχρι το τέλος, ο Βίερ καταλήγει να βασανίζεται από την αναγκαστική επιβολή του γράμματος του νόμου που επιτάσσει την τιμωρία ενός αθώου.

Το μυθιστόρημα όμως δεν τελειώνει με την εκτέλεση του Μπίλλυ. Λίγο καιρό αργότερα η ιστορία, που δημοσιεύτηκε σε ένα ναυτικό χρονικό της εποχής  υποδήλωνε ότι η απόφαση του Βίερ ήταν δικαιολογημένη επειδή στην πραγματικότητα τηρήθηκε σ’ εκείνους τους επικίνδυνους καιρούς η τάξη στο Bellipotent .  Η διαστρέβλωση της ιστορίας δεν είχε καμία συνέπεια στους χαρακτήρες της παρά  μόνο στον καπετάνιο Βίερ που ήξερε ότι η αλήθεια έχει θυσιαστεί μαζί με τον Μπίλλυ Μπαντ. Μια αλήθεια που θα τον ακολουθούσε μέχρι το θάνατό του.

Αν και η ιστορία του βιβλίου ‘Μπίλλυ Μπάντ, Ναύτης’ είναι απλή και αρχικά το κεντρικό θέμα φαίνεται να είναι η σύγκρουση μεταξύ της αυστηρής τήρησης του γράμματος του νόμου ή της παράβλεψής του, εντούτοις οι συχνές παρεκβάσεις του συγγραφέα που οδηγούν συχνά στις ένδοξες σελίδες της βρετανικής ιστορίας, στους προσωπικούς του προβληματισμούς, σε βιβλικές αναφορές, ακόμη και σε ομοφυλοφιλικούς υπαινιγμούς, έχουν εμπνεύσει πολυάριθμους στοχασμούς και έχουν οδηγήσει σε αντικρουόμενες ερμηνείες. Το ίδιο το κείμενο έχει μια απίστευτη δύναμη με την ενσωμάτωση συμβόλων, υπαινιγμών και διαχρονικών θεμάτων και υποχρεώνει τον αναγνώστη σε προσεκτική μελέτη στην οποία πολύτιμος οδηγός είναι το εξαιρετικό επίμετρο του Θοδωρή Δρίτσα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.