NEVERHOME

στις

Ένα χρόνο μετά την έναρξη του Αμερικανικού Εμφυλίου, η Κόνστανς, αφήνει το σπίτι και τον άντρα της, φοράει τη στολή της Ένωσης και φεύγει για τον πόλεμο. Γίνεται στρατιώτης. Γίνεται ο Άς. Και μέσα από την εξιστόρηση της προσωπικής Οδύσσειας της ηρωίδας του, την αφήγηση μιας γυναίκας που ακούγεται σαν αυθεντικός βετεράνος, ο Λέρντ Χαντ (Laird Hunt, Σιγκαπούρη 1968 -) αποτυπώνει μια άλλη πλευρά του Αμερικανικού Εμφυλίου και μας γνωρίζει ότι σ’ αυτό τον πόλεμο υπήρξαν περισσότερες από 400 γυναίκες που πήραν τα όπλα και ενώθηκαν με τον στρατό. Γυναίκες που για τους δικούς τους λόγους η κάθε μία, ντύθηκαν σαν στρατιώτες, έκοψαν τα μαλλιά τους, έδεσαν το στήθος τους, έθαψαν τις ευαισθησίες  τους και βγήκαν να υπερασπιστούν τις ιδέες τους στο πεδίο της μάχης. Κι όλα αυτά σε μια εποχή μακριά από την εποχή της διεκδίκησης της ισότητας των δύο φύλων ∙ σε μια εποχή που μια γυναίκα στα πεδία των μαχών ήταν είτε πόρνη, ή κατάσκοπος ή τρελή. 

Ήμουν δυνατή, εκείνος όχι, έτσι ήμουν εγώ που πήγα στον πόλεμο για να υπερασπίσω τη Δημοκρατία. Πέρασα τα σύνορα από την Ιντιάνα στο Οχάιο. Είκοσι δολάρια, δύο σάντουιτς με παστό χοιρινό – πήρα και γαλέτες, κορν μπιφ, έξι μπαγιάτικα μήλα, καθαρά εσώρουχα και μια κουβέρτα. Ο αέρας ήταν ζεστός, κι έτσι περπατούσα χωρίς πανωφόρι, με το καπέλο μου κατεβασμένο χαμηλά. Δεν ήμουν η  μόνη που ήθελε να καταταγεί και σιγά σιγά γίναμε μπουλούκι. Οι αγρότες ζητωκραύγαζαν στο πέρασμά μας. Μας έδιναν να φάμε. Την καλύτερη σκιά για να ξαποστάσουμε. Έπαιζαν βιολιά για χάρη μας. Όλα όσα έχετε ακούσει για τις πρώτες μέρες, παρόλο που είχε περάσει ήδη ένας χρόνος από το Φορτ Σάμτερ και την πρώτη μάχη του Μπουλ Ραν, και το Σάιλο είχε αρπάξει το μερίδιό του από τις ψυχές των νεκρών, και οι πρώτες μέρες είχαν πεθάνει πια κι αυτές, είχαν φύγει και χαθεί για πάντα.

Τη δέκατη ή την ενδέκατη νύχτα στον δρόμο ήπιαμε ουίσκι και ουρλιάξαμε κάτω από τ’ αστέρια. Έγινε ένας αγώνας τρεξίματος. Ρίψη μαχαιριών. Διαγωνισμός φαγητού με γαλέτες. Επιδείξεις σωματικής δύναμης. Ένα από τα παιδιά προσπάθησε να μου παραβγεί στο μπρα ντε φερ και έγδαρε την ανάποδη του χεριού του όταν του το κοπάνησα κάτω. Κανένας άλλος δεν πήρε τη θέση του.

Έξω από το Κέτερινγκ, μια γριά μου έφερε λίγο νερό από το πηγάδι της, με κοίταξε καλά καλά καθώς μου το έδινε, και μου είπε να προσέχω. Εκτός απ’ αυτήν, κανένας άλλος δεν είδε τι ήμουν. Όσο κράτησε η πορεία, έπεφτα για ύπνο σαν κούτσουρο. Έστειλα το πρώτο μου γράμμα στον Βαρθολομαίο από το Ντέιτον. Του ξανάστειλα σχεδόν το ίδιο από το Σινσινάτι. Του έγραφα ότι μου έλειπε τρομερά. Και επίσης ότι ήμουν τρομερά ευτυχισμένη.

Η Κόνστανς φεύγει από το αγρόκτημα που κληρονόμησε από τη μητέρα της, αφήνοντας πίσω της τον αγαπημένο της σύζυγο, τον Βαρθολομαίο, και πηγαίνει στον πόλεμο ‘για να υπερασπιστεί τη Δημοκρατία’. Ζει για αρκετό καιρό σαν άντρας, καταφέρνοντας να κρύψει την πραγματική της ταυτότητα από τους άλλους στρατιώτες. Είναι έξυπνη, γρήγορη και αλάνθαστη σκοπεύτρια και συχνά καταφέρνει να επιβιώσει εκεί που οι άλλοι δεν τα καταφέρνουν. Είναι ανεξάρτητη, τραχιά, μια απόλυτη ηρωίδα που όμως φαίνεται τυλιγμένη σε μια ευαισθησία που αποκαλύπτεται όταν δεν το περιμένεις. Η Κόνστανς αρνείται τον ρόλο που παραδοσιακά ανατίθεται στις γυναίκες, είναι διαφορετική, πολύ πιο θαρραλέα από πολλούς άντρες στο τάγμα της, προχωράει ατρόμητη, πιο γρήγορα από τους άλλους,  σκάβει τάφους για να ρίξει πτώματα, κόβει κούτσουρα και μετράει τ’αστέρια ενώ ονειρεύεται. Η Κόνστανς ή ο Ας είναι ένας υποδειγματικός στρατιώτης και η πραγματική της ταυτότητα εντοπίζεται μόνο από κάποιες γυναίκες και τον συνταγματάρχη της.

«Η  Πηνελόπη πήγε στον πόλεμο και ο Οδυσσέας έμεινε στο σπίτι».

 Η προηγούμενη ζωή της, δείχνει όλο και πιο μακρινή και εκείνη προσπαθεί να την κρατήσει στο μυαλό της γράφοντας γράμματα σε κάποιον που δεν ελπίζει πια ότι θα ξανασυναντήσει. Υπομένει αγόγγυστα τον καπνό των μαχών, τις επιθέσεις του ιππικού, τις γκρίνιες των τραυματιών, τα πτώματα, ενώ αποξενώνεται ολοένα και περισσότερο από τον εαυτό της διατηρώντας μόνο την ελπίδα να επιστρέψει μια μέρα σε αυτόν που αγαπάει.

Στην καθηλωτική πρωτοπρόσωπη εξιστόρηση της Κόνστανς παρεμβάλλονται και αρκετά περιστατικά του παρελθόντος της. Πάντα δίπλα της υπάρχει και το φάντασμα της ισχυρής, αποφασιστικής μητέρας της αλλά και η ανάμνηση του Βαρθολομαίου της – ενός αλλιώτικου αγρότη, δεινού χορευτή, ενός άντρα που φύλαγε πάντα ένα λουλούδι για την αγαπημένη του γυναίκα.

Η φωνή της νεκρής μητέρας της δημιουργεί μια παράλληλη ιστορία, σαν τα παραμύθια που της άρεσε να συνθέτει παίρνοντας την αρχή ενός παραμυθιού και το τέλος ενός άλλου, φτιάχνοντας έτσι ένα δικό της παραμύθι για την κατάργηση της δουλείας, τη σύγκρουση ανάμεσα στη νότια παράδοση και τη βόρεια προοδευτικότητα, τις διχασμένες οικογένειες αλλά και το κουράγιο και το κυνήγι των ονείρων. 

Η μητέρα μου είχε κάνει κάποτε ένα ταξίδι με τρένο και της είπα ότι ήθελα κι εγώ να ταξιδέψω όμως εκείνη. Να περάσω βολίδα από τους κάμπους, να διασχίσω τα μακριά ποτάμια με βάρκα. Ήθελα, της είπα, να ξαπλώσω κάτω από τ’ αστέρια και να μυρίσω αλλιώτικες αύρες. Ήθελα να πιω νερό από αλλιώτικες πηγές, να νιώσω αλλιώτικους ζεστούς ανέμους. Να σταθώ με τους συντρόφους μου πάνω στα ερείπια των ιδεών του χθες. Να βαδίσω μπροστά με χίλιους άλλους. Να πατήσω γερά στο χώμα, ν’ ατσαλώσω  το βλέμμα μου και να μην το βάλω στα πόδια.

Τα είπα όλα αυτά στη νεκρή μητέρα μου, στέλνοντας τα λόγια να τη βρουν βαθιά μέσα στο χώμα: μια πύρινη λαίλαπα ήταν έτοιμη να ξεσπάσει· ήθελα να της δανείσω τη σπίθα μου. Ήξερα τι θα μου απαντούσε η μητέρα μου, όπως το ήξερε και ο Βαρθολομαίος, γι’ αυτό και κάθε φορά που ζητούσα τη γνώμη της ήταν σαν να μου αποκρινόταν με τα ίδια λόγια.

Προχώρα. Προχώρα και δες τι έχεις εσύ μέσα σου.

Καθώς ο καιρός περνάει, η ηρωίδα πολεμάει, αιχμαλωτίζεται και δραπετεύει, τραυματίζεται και αντέχει, φυλακίζεται σε ένα φρενοκομείο, ένα πραγματικό κολαστήριο και όταν καταφέρνει να διαφύγει παίρνει το δρόμο της επιστροφής για το αγρόκτημά της στην Ιντιάνα και τον αγαπημένο της Βαρθολομαίο. Μια επιστροφή που δεν είναι εύκολη, μέσα από τοπία κατεστραμμένα από τη βία του πολέμου, το χάος, τη σύγχυση και τους ανθρώπους που περιφέρονται γύρω από την καταστροφή σαν τα φαντάσματα. Η Κόνστανς διασχίζει πολλαπλά σύνορα, όχι μόνο  γεωγραφικά αλλά και πολιτιστικά και νοητικά. Η πορεία της είναι ένα ταξίδι μύησης που παίρνει τη μορφή μιας αμφίσημης Οδύσσειας που τη μεταμορφώνει και την βοηθά  να αντιμετωπίσει το παρελθόν της και να βρει το δρόμο της για το σπίτι.  Και μόλις βρεθεί εκεί, πρέπει να αποφασίσει αν μπορεί να συμβιβάσει την Κόνστανς με τον Ας ή αν θα χωριστεί για πάντα μεταξύ των δύο εκδοχών της. 

Laird Hunt

Ο Λερντ Χαντ με το ‘Neverhome’ παραδίδει στους αναγνώστες του μια ιστορία που έχει όλα τα στοιχεία της Οδύσσειας· την εξυπνάδα του ήρωα και τη δίψα του για περιπέτεια, τη συνάντηση με τον μέντορα, την αντιμετώπιση των εχθρών, την αναγνώριση των συμμάχων, δοκιμασίες, φυλακίσεις και τελικά την ανταμοιβή, την επιστροφή στην Ιθάκη. Μόνο που η άφιξη της  Κόνστανς  στη δική της Ιθάκη δεν είναι το τέλος αφού όπως και  για όποιον έχει βιώσει τη βία του πολέμου, η ζωή δεν θα είναι ποτέ η ίδια, είτε ο πόλεμος είναι παλιός είτε σύγχρονος. Για όλους αυτούς τους παλιούς στρατιώτες, τελικά, όπως λέει και ο τίτλος του βιβλίου, τίποτα δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο· ‘Neverhome’.

Το βιβλίο Neverhome του Λερντ Χαντ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ σε ωραία μετάφραση του Χρήστου Οικονόμου.

5 Σχόλια Προσθέστε το δικό σας

  1. Ο/Η Patrick Blanchon λέει:

    cela donne envie de lire ce roman. Je me suis toujours imaginé la suite une fois qu’Ulysse était revenu à Ithaque, mais je n’ai jamais songé que Pénélope pouvait en partir ni de quelle façon.

    Μου αρέσει!

    1. Ο/Η ΒΑΣΩ ΜΠΕΡΗ λέει:

      Merci beaucoup pour le commentaire! Ce livre m’a donné l’opportunité de faire des recherches et d’en apprendre davantage sur l’implication des femmes dans la guerre civile américaine. La façon dont ils ont été traités, les tentations, les difficultés, les dangers et enfin leur arrivée à Ithaque.

      Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.