ΧΟΜΕΡ & ΛΑΝΓΚΛΕΫ

homer&langleyΣτην καρδιά του Χάρλεμ, στη Νέα Υόρκη, βρίσκεται ένα μικρό παρκάκι με το όνομα ‘Πάρκο των αδελφών Κόλλυερ’. Είναι ένα από τα μικρότερα πάρκα της Νέας Υόρκης, με μερικά παγκάκια, λίγα φυτά σε γλάστρες και διάφορα δέντρα για σκιά.  Αυτό που το κάνει να αξίζει μια δεύτερη ματιά είναι η ιστορία των αδελφών Κόλλυερ, από τους οποίους πήρε το όνομά του.

Ο Χόμερ και ο Λάνγκλεϋ, γνωστοί και ως ‘Αδελφοί Κόλλυερ’, ήταν δύο εκκεντρικές φιγούρες της Νέας Υόρκης που έζησαν στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Οι δύο άντρες έζησαν μοναχική ζωή, κλεισμένοι κατά το μεγαλύτερο μέρος στο τεράστιο οικογενειακό σπίτι στην 5η Λεωφόρο – εκεί που σήμερα είναι το μικρό πάρκο με το όνομά τους. Όταν, το 1947, η αστυνομία διέρρηξε το σπίτι τους, ανακάλυψε τα πτώματα τους, περικυκλωμένα από 100 τόνους εφημερίδων και άλλων σκουπιδιών. Χρειάστηκαν δύο ώρες έρευνας μέσα σ’ αυτό το χάος για να εντοπιστεί ο Χόμερ και άλλες τρεις εβδομάδες για να βρεθεί ο Λάνγκλεϋ κάτω από ένα βουνό εφημερίδων.

Πολύ μελάνι χύθηκε εκείνη την εποχή για τις συνθήκες της ζωής των δύο αντρών και στη Wikipedia υπάρχει μια εκτενής σχετική σελίδα για όποιον ενδιαφέρεται να ψάξει λίγο περισσότερο το θέμα.

«Όταν ο Λάνγκλεϋ φέρνει στο σπίτι κάτι που του έχει χτυπήσει στο μάτι – ένα πιάνο, μια φρυγανιέρα, ένα μπρούτζινο κινέζικο αλογάκι, μια εγκυκλοπαίδεια -, αυτό δεν είναι παρά μόνο η αρχή. Όποιο και να είναι το αντικείμενο, θα αποκτηθεί σε διάφορες εκδοχές του, διότι, μέχρι να χάσει ο Λάνγκλεϋ το ενδιαφέρον του γι’ αυτό και να περάσει σε κάτι άλλο, θα αναζητά διαρκώς την απόλυτη έκφρασή του. Πιστεύω πως μπορεί να έχει κάποια γενετική βάση αυτό. Αντικείμενα συνέλεγε και ο πατέρας μας, γιατί, εκτός από τα ατέλειωτα ράφια με τα ιατρικά βιβλία, το γραφείο του έβριθε από γυάλες με έμβρυα, εγκεφάλους, γεννητικούς αδένες και διάφορα άλλα όργανα διατηρημένα σε φορμαλδεΰδη – όλα βέβαια χάρη στα επαγγελματικά του ενδιαφέροντα. Παρ’ όλα αυτά δεν πιστεύω ότι το συλλεκτικό πάθος του Λάνγκλεϋ δεν ενέχει και κάτι απόλυτα προσωπικό: Είναι νοσηρά σφιχτοχέρης – από τότε που αναλάβανε εμείς τη διαχείριση ανησυχεί διαρκώς για τα οικονομικά μας. Μαζεύει χρήματα, μαζεύει πράγματα, βρίσκει αξία σε αντικείμενα που άλλοι άνθρωποι έχουν πετάξει ή θεωρεί ότι ενδέχεται να φανούν, με κάποιον τρόπο, χρήσιμα στο μέλλον – είναι και αυτά μέρος της όλης εικόνας. Όπως θα περίμενε κανείς από έναν συλλέκτη των καθημερινών εφημερίδων, ο Λάνγκλεϋ έχει μια συγκεκριμένη θεώρηση του κόσμου, και δεδομένου ότι εγώ δεν έχω, ανέκαθεν αποδεχόμουν ό,τι έκανε εκείνος. Ήξερα πως κάποια στιγμή όλα θα φαίνονταν και σ’ εμένα το ίδιο λογικά και σαφή και αυτονόητα όσο και σ’ αυτόν. Πράγμα που έχει ήδη συμβεί, εδώ και καιρό. Ζακλίν, μούσα μου εσύ, θα μιλήσω απευθείας σ’ εσένα για λίγο. Το έχεις δει το σπίτι. Ξέρεις πως δεν υπάρχει για μας άλλος τρόπος να ζούμε, Ξέρεις πως το σπίτι είναι ό,τι είμαστε κι εμείς. Ο Λάνγκλεϋ είναι ο μεγάλος μου αδελφός. Είναι ένας βετεράνος που υπηρέτησε με γενναιότητα στον Μεγάλο Πόλεμο και που η δράση του του κόστισε την υγεία του. Όταν ήμασταν νέοι, τα αντικείμενα που συνέλεγε, αυτά που έφερνε στο σπίτι, ήταν τα λεπτά τομίδια με τα ποιήματα που διάβαζε στον τυφλό αδελφό του: Να κι ένας στίχος : «Είναι χάλασμα ο χαμός, πιο χθόνιος κι από βυθού χαράδρα…»»

Το βιβλίο ‘Χόμερ & Λάνγκλεϋ’ είναι μυθιστόρημα βασισμένο στις ζωές αυτών των περίφημων αδελφών. Παρόλο που ο συγγραφέας Ε.Λ.Ντοκτόροου (E.L. Doctorow) έχει συμπεριλάβει στο βιβλίο του αρκετά από τα συμβάντα τις ζωής τους, εντούτοις το βιβλίο ακολουθεί το δικό του ρυθμό και αποσπάται επιτυχώς από την πραγματικότητα, αποσκοπώντας, μάλλον, στη διερεύνηση της δυνατότητας του μυθιστορήματος να αναθεωρήσει το επίσημο ιστορικό αρχείο. Έτσι ενώ στην πραγματικότητα ο Χόμερ ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός, στο μυθιστόρημα είναι ο νεότερος. Ο πραγματικός Χόμερ έχασε την όρασή του στη μέση ηλικία, ενώ ο φανταστικός τυφλώνεται ως έφηβος. Ο πιανίστας ήταν ο Λάνγκλεϋ και οι συνθήκες θανάτου των γονέων τους έχουν επίσης αλλάξει. Τέλος, αν και τα δύο αδέλφια πέθαναν το 1947, ο Ντοκτόροου παρατείνει τη ζωή των ηρώων του μέχρι τη δεκαετία του ’70 ώστε να μπορέσει να αναφερθεί σε όλους τους μεγάλους πολιτιστικούς μετασχηματισμούς της αμερικάνικης κοινωνίας μέσα στον 20ο αιώνα.

Collyer Brothers Park
Το πάρκο των αδελφών Κόλλυερ

Σύμφωνα με το βιβλίο λοιπόν, οι αδελφοί Κόλλυερ, οι τελευταίοι απόγονοι μιας αριστοκρατικής οικογένειας, αναγκάστηκαν απότομα να ενηλικιωθούν μετά τον θάνατο των γονιών τους και έζησαν τα χρόνια της μετάβασης από τον αποπνικτικό βικτοριανό πολιτισμό στη σύγχρονη εποχή. Υποδέχθηκαν στη ζωή τους τα αυτοκίνητα, τα γραμμόφωνα, τους πολέμους, τους μπήτνικς, τους χίπις, και αρκετά ακόμη. Αντιμετώπιζαν πάντα κάθε γεγονός ως μια περαστική μανία και παρέμειναν αποστασιοποιημένοι, ενισχύοντας την άποψη του Ντοκτόροου για τη σύγχρονη διάθεση της αποξένωσης που χαρακτηρίζει την εποχή μας.

«Κι όμως, σ’ αυτό το σπίτι, το τρομερά σιωπηλό τώρα πια σπίτι, ένιωσα την πραγματική μου ηλικία να με αρπάζει ξανά. Έχοντας όλους εκείνους τους ανθρώπους  γύρω μας συνειδητοποίησα πως ο καθ’ έξιν εγκλεισμός μας ήταν αναγκαίος. Όταν έφυγαν και μείναμε ξανά μόνοι ο αδελφός μου κι εγώ, η διάθεσή μου μαράθηκε. Ήμασταν ξανά τα αδερφά εγώ μας, με τον έξω κόσμο αντίπαλο, να έχει ανακαλέσει θαρρείς τους πρεσβευτές του.»

Ο Χόμερ τυφλώθηκε νωρίς, και στη συνέχεια, στα επόμενα χρόνια, έχασε και την ακοή του. Ο Ντοκτόροου έχει αναθέσει τις εσωτερικές υφές και διαθέσεις της εποχής σ’ αυτόν του τον ήρωα, ο οποίος λόγω της αναπηρίας του δεν μπορεί να προσυπογράψει τις έννοιες και τις αξίες της κοινωνίας που τον περιβάλλει και αναγκάζεται να αισθανθεί και να ξαναχτίσει τις εικόνες στη φαντασία του. Βυθισμένος όπως είναι στο σκοτάδι, ακονίζει τις ευαισθησίες που ο αδελφός του δεν διαθέτει. Επιρρεπής στον ρομαντισμό και την επιείκεια αλλά και την αυτολύπηση και τη νωθρότητα, ο Χόμερ έρχεται αντιμέτωπος με τις ανησυχίες της σύγχρονης εποχής, διχασμένος μεταξύ της πεποίθησης ότι το αριστοκρατικό του υπόβαθρο αξίζει μια εύκολη ζωή και της τάσης του να χαθεί μέσα στη μουσική, την τέχνη και τις γυναίκες.

Ο Λάνγκλεϋ πολέμησε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου φαίνεται ότι τα δηλητηριώδη αέρια μουστάρδας που εισέπνευσε  ήταν υπεύθυνα για την παράνοια που τον ακολούθησε μέχρι το τέλος του. Το έργο της ζωής του – πέρα από τη φροντίδα του αδελφού του – ήταν η δημιουργία μιας αιώνιας εφημερίδας. Πεπεισμένος ότι τίποτα δεν αλλάζει ποτέ πραγματικά εκτός από τα ονόματα και τις ημερομηνίες, νόμιζε ότι μπορούσε να δημιουργήσει την τέλεια εφημερίδα που θα περιείχε τα γεγονότα κάθε μέρας σε όλο τον υπόλοιπο ανθρώπινο χρόνο.

Collyer Brothers House
Το σπίτι των αδελφών Κόλλυερ

Κατά μία έννοια, ο Χόμερ ήταν ο μοναχικός αδελφός – ο οποίος χάνοντας την όραση του, υποχώρησε και κλείστηκε στον εαυτό του – ενώ ο Λάνγκλεϋ μετατράπηκε μέρα τη μέρα σ’ έναν επίμονο συλλέκτη – όχι μόνο εφημερίδων αλλά και κάθε υλικού και μηχανήματος που τραβούσε κατά καιρούς την προσοχή του, συγκεντρώνοντας όλα αυτά τα σημάδια της διαδρομής των ειδήσεων και της τεχνολογίας σ’ ένα χώρο όπου το παρόν παρέμεινε πεισματικά αμετάβλητο.

Όταν το αρχοντικό τους  μετατρέπεται σε ένα δαιδαλώδες σπήλαιο γεμάτο με στοίβες εφημερίδων, πανύψηλους σωρούς ποδηλάτων, πιάνα και γραφομηχανές, ο Χόμερ μετατρέπεται σιγά σιγά σε έναν άπορο ανάπηρο που διακατέχεται από μια σύγχρονη αίσθηση αποξένωσης.

«Είναι στιγμές που δεν την αντέχω αυτή την  ασίγαστη συνείδηση. Δεν γνωρίζει παρά μόνο τον εαυτό της. Οι εικόνες των πραγμάτων δεν είναι τα ίδια τα πράγματα. Όταν είμαι ξυπνητός, βρίσκομαι σε διαρκή σύνδεση με τα όνειρά μου. Ψηλαφίζω τις γραφομηχανές μου, το τραπέζι μου, την καρέκλα μου για να νιώσω την κατάφαση του υλικού κόσμου, όπου τα πράγματα πιάνουν χώρο και δεν είναι μόνο το ατέλειωτο χάος της χωρίς υπόσταση σκέψης, που δεν οδηγεί παρά μονάχα στον εαυτό της. Οι αναμνήσεις μου ξεθωριάζουν όσο εγώ τις απομυζώ ξανά και ξανά. Γίνονται όλο και πιο φασματικές. Ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι μήπως τις χάσω εντελώς και αναγκαστώ να ζω μονάχα μέσα στο απέραντο κενό του μυαλού μου. Αν μπορούσα να τρελαθώ, αν κατάφερνα να το επιβάλω αυτό στον εαυτό μου, ίσως τότε να μην ήξερα πόσο χάλια είμαι, πόσο φρικτή είναι αυτή η συνειδητότητα με την αναπόδραστη συνείδηση του εαυτού της. Έχοντας μοναχά το άγγιγμα από το χέρι του αδελφού μου για να ξέρω πως δεν είμαι μόνος.»

Doctorow
E.L.Doctorow

Το ‘Χόμερ & Λάνγκλεϋ’ είναι ένα βιβλίο που μένει για καιρό στο μυαλό του αναγνώστη, μια αφήγηση άλλοτε αστεία και άλλοτε μελαγχολική που απεικονίζει της αδελφική αγάπη, του σαστισμένου και  ήσυχου Χόμερ και του καλοπροαίρετου αλλά όλο και πιο διαταραγμένου Λάνγκλεϋ, ενώ η πραγματική δύναμη αυτού του μυθιστορήματος βρίσκεται στη συμπόνια και την ευαισθησία με την οποία ο συγγραφέας περιβάλλει τους χαρακτήρες του.

 

Μπορείς να φανταστείς ένα τέτοιο σύμπαν, όπου μόνο τη σκιά σου θα έχεις για να μιλάς;

Λάνγκλεϋ, είπα εγώ. Είμαι η σκιά σου;

Μέσα στο σκοτάδι άκουσα: Είσαι ο αδελφός μου.

Το βιβλίο ‘Χόμερ & Λάνγκλεϋ’ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ και η υπέροχη μετάφραση ανήκει στη Μαργαρίτα Ζαχαριάδου.

Εκδόσεις : ΠΑΤΑΚΗΣ

Για το βιβλίο αυτό διαβάστε εδώ, εδώ κι εδώ.

 

 

One Comment Add yours

Leave a Reply to argyris446 Cancel reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.