ΑΡΜΙΝΟΥΤΑ

arminΗ Ντονατέλλα ντι Πιετραντόνιο (Donatella Di Pietrantontio), γεννημένη σ’ ένα ορεινό χωριό του Αμπρούτσο, μεταφέρει με το βιβλίο της ‘Αρμινούτα, τους αναγνώστες της σ’ αυτή την περιοχή, στη δεκαετία του 70, δημιουργώντας μια τραχιά και σκληρή ιστορία με την οποία διερευνά έναν από τους πιο παλιούς φόβους του ανθρώπου, τον φόβο της εγκατάλειψης. Με μια γλώσσα αποστασιοποιημένη και υποβλητική μιλά απευθείας στην καρδιά των αναγνωστών, παγιδεύοντας σε κάθε πρόταση ισχυρά συναισθήματα όχι μόνο για εκείνους από τους χαρακτήρες που εγκλωβίστηκαν στους εγωισμούς και τις αποτυχίες τους αλλά και για κείνους που βρήκαν τη δύναμη να αγωνιστούν για ένα καλύτερο αύριο.

Αρμινούτα σημαίνει αυτή που την επέστρεψαν. Μ’ αυτό το όνομα γνωρίζουμε την ηρωίδα αυτής της δυνατής ιστορίας που αφορά στην επιστροφή ενός παιδιού από την θετή στη βιολογική του οικογένεια. Είναι μια ιστορία για ένα παιδί που του έκλεψαν το δικαίωμα να αποκαλεί κάποια γυναίκα ‘μητέρα’. Είναι μια ιστορία κουράγιου και πόνου και, όπως συμβαίνει συχνά στη ζωή, ο πόνος κέρδισε στη μάχη με το κουράγιο.

«Επαναλάμβανα αργά αργά τη λέξη μαμά εκατό φορές, ώσπου έχανε κάθε νόημα και γινόταν μόνο μια γυμναστική των χειλιών. Ήμουν ορφανή από δύο μητέρες εν ζωή. Η μία με είχε εγκαταλείψει με το γάλα της ακόμα στη γλώσσα μου και η άλλη με είχε δώσει πίσω στα δεκατρία μου. Ήμουν παιδί αποχωρισμών, απατηλών ή αποσιωπημένων συγγενειών, αποστάσεων. Δεν ήξερα πια από πού καταγόμουν. Κατά βάθος ούτε και τώρα το ξέρω.»

Η Αρμινούτα στα δεκατρία της χρόνια υποχρεώνεται να εγκαταλείψει ανεξήγητα το σπίτι που μεγάλωσε, την πόλη που έζησε, τους φίλους της, το σχολείο της, τις συνήθειες της και τους αγαπημένους της γονείς για να πάει να ζήσει σε μια πόλη άγνωστη με μια οικογένεια που δεν ήξερε καν ότι υπάρχει. Τη συνοδεύει ο άντρας που πίστευε ότι είναι ο πατέρας της. Το βιβλίο ξεκινά με μια σκηνή που είναι σαν γροθιά στο στομάχι, μ’ ένα μικρό κορίτσι να ανεβαίνει μια σκάλα που θα την οδηγήσει σε μια άλλη μητέρα και σε μια άλλη ζωή. Εκεί δεν την περιμένει κάποιο θερμό καλωσόρισμα, δεν βρίσκει ούτε μία αγκαλιά, ούτε ίχνος καλής κουβέντας. Ποιοι είναι όλοι αυτοί με τους οποίους θα ζήσει από δω και μπρος και με τους οποίους το μόνο κοινό που έχει είναι η καταγωγή; Η ζωή της θα είναι πλέον τελείως διαφορετική. Θα ζει σ’ ένα σπίτι φτωχό, μαζί με άλλα, πολλά, αδέλφια που δεν έχει συναντήσει ποτέ πριν, θα μοιράζεται το κρεββάτι της με την αδελφή της, θα μάθει να διεκδικεί το μερίδιό της στο οικογενειακό τραπέζι, θα ζει μέσα στην φτώχεια, τη βρωμιά και την αδιαφορία. Κι όλα αυτά χωρίς κανείς να της έχει δώσει μια εξήγηση για όλη αυτή την αλλαγή που επιβλήθηκε στη ζωή της. Η μητέρα της την αντιμετωπίζει με αδιαφορία και τα υπόλοιπα αδέλφια ασχολούνται μαζί της μόνο όταν θέλουν να την ενοχλήσουν ή να την περιπαίξουν. Η Αρμινούτα βρίσκεται από τη μία μέρα στην άλλη σ’ ένα κόσμο ωμό και πολλές φορές βίαιο που την κάνει να αισθάνεται μόνη και αμήχανη.

«Εγώ δεν είχα γνωρίσει κανένα είδος πείνας στη ζωή μου και τώρα ζούσα σαν ξένη ανάμεσα σε πεινασμένους. Το προνόμιο που κουβαλούσα από την προηγούμενη ζωή μου με ξεχώριζε, με απομόνωνε από την οικογένειά μου. Ήμουν η Αρμινούτα, αυτή που την είχαν γυρίσει πίσω. Μιλούσα μια άλλη γλώσσα και δεν ήξερα πλέον πού  ανήκα. Ζήλευα τις συμμαθήτριές μου στο χωριό, ακόμη και την Αντριάνα που γνώριζαν με βεβαιότητα τις μητέρες τους.»

Η μικρή της αδελφή, η Αντριάνα, χαρούμενη, ζωντανή, πολυλογού και πεισματάρα και ο μεγάλος της αδελφός, ο Βιντσέντζο,  με τον οποίο δημιουργεί μια σχέση πολλές φορές διφορούμενη που της ξυπνά συγκεχυμένα και πρωτόγνωρα συναισθήματα, είναι οι μόνοι σύμμαχοί της σ’ αυτό το σχεδόν εχθρικό περιβάλλον.

Η συγγραφέας έχει δημιουργήσει μια πλοκή μοναδική στη δομή της. Σχεδόν στη μέση του βιβλίου αρχίζει να ξεκαθαρίζει ο λόγος της επιστροφής της Αρμινούτα στη βιολογική της οικογένεια, με κάθε κεφάλαιο να δίνει νέα στοιχεία και να κρατάει έτσι το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο. Η Αρμινούτα έχασε την παιδική της ηλικία πολύ σύντομα και αυτή η τραυματική εμπειρία της επιστροφής της την ακολουθεί σ’όλη την μετέπειτα ζωή της «Δεν είμαι κανένα πακέτο να με κουβαλάτε από δω κι από κει. Θέλω να δω τη μητέρα μου, πες μου τώρα αμέσως πού είναι και θα πάω μόνη μου» ξέσπασε μια μέρα μπροστά στη βιολογική της μητέρα. Αναμφίβολα ο αναγνώστης στέκεται στην πλευρά της Αρμινούτα, είναι αδύνατο να παραμείνει αδιάφορος μπροστά στην αναζήτηση της ταυτότητας και της καταγωγής της, αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να σκεφτεί και το βάρος που κουβαλάνε στην ψυχή τους οι βιολογικοί της γονείς. Το μόνο που μένει ακατανόητο, σχεδόν μέχρι το τέλος του βιβλίου, είναι πώς βρήκε τη δύναμη η γυναίκα που τη μεγάλωσε με αγάπη και που ακόμη και όταν την επέστρεψε φαινόταν  να ενδιαφέρεται για τη ζωή της, να την απαρνηθεί και να τη φορτώσει με τόσο πόνο.

«Με το πέρασμα του χρόνου έχασα ακόμη κι εκείνη τη συγκεχυμένη ιδέα μου περί κανονικότητας και σήμερα στ’ αλήθεια αγνοώ τι τόπος είναι μια μητέρα. Μου λείπει όπως μπορεί να λείπει σε κάποιον η υγεία του, ένα αποκούμπι, μια πεποίθηση. Είναι ένα ανυποχώρητο κενό που γνωρίζω ότι υπάρχει αλλά δεν το προσπερνώ. Ένα κενό που σε ζαλίζει αν κοιτάξεις μέσα του. Ένα ρημαγμένο τοπίο που τις νύχτες σου κλέβει τον ύπνο και κατασκευάζει εφιάλτες σ’ αυτό το λίγο που σου αφήνει. Η μοναδική μητέρα που δεν έχασα ποτέ είναι η μητέρα των φόβων μου.»

Η ιστορία παραμένει εστιασμένη στις σκέψεις και τα συναισθήματα της Αρμινούτα με το συναίσθημα της απώλειας, τόσο των ανθρώπων όσο και των συνθηκών ζωής να διερευνώνται από τη συγγραφέα σε μεγαλύτερο βάθος. Η επιστροφή της Αρμινούτα παρουσιάζεται σαν ένα υποχρεωτικό ταξίδι στην ωριμότητα. Η ηρωίδα μεγαλώνει μέσα από μια σειρά γεγονότων που την βοηθούν να ανακαλύψει τον εαυτό της και την κάνουν να αγωνιστεί για αυτό που πιστεύει ότι είναι δικό της: το δικαίωμα να έχει μια στοργική μητέρα και μια οικογένεια που να την αγαπάει, το δικαίωμα να πηγαίνει στο σχολείο και να σπουδάζει.

donatellaΗ Αρμινούτα’ της Ντονατέλλα ντι Πιετραντόνιο είναι ένα σύντομο μυθιστόρημα με μεγάλη αφηγηματική δύναμη που αρπάζει τον αναγνώστη στα δίχτυα του από τις πρώτες σελίδες για να τον οδηγήσει σ’ ένα κόσμο γεμάτο προκαταλήψεις, σκληρότητα και βία,  αφήνοντας όμως χώρο στη δύναμη της σιωπηρής αξιοπρέπειας.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ σε υπέροχη μετάφραση της Δήμητρας Δότση.

Εκδόσεις : ΙΚΑΡΟΣ

One Comment Add yours

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.