ΕΝΑ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΔΩΜΑΤΙΟ

 

woolf

«Μα, μπορείτε να πείτε, εμείς σου ζητήσαμε να μιλήσεις για τις γυναίκες και την πεζογραφία – τι δουλειά έχει αυτό μ’ ένα δικό σου δωμάτιο; Θα προσπαθήσω να εξηγήσω.»

Έτσι αρχίζει αυτό που ευρέως θεωρείται το θεμέλιο κείμενο της φεμινιστικής λογοτεχνίας, το δοκίμιο της Βιρτζίνια Γουλφ, «ένα δικό σου δωμάτιο»  που βασίζεται σε δύο διαλέξεις που έδωσε η συγγραφέας στα κολλέγια Νιούνχαμ και Γκίρτον, στο Κέιμπριτζ το 1928. Σ’ αυτό η Γουλφ διερευνά την ιστορία των γυναικών στη λογοτεχνία μέσα από μια αντισυμβατική και άκρως προκλητική διερεύνηση των κοινωνικών και υλικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη συγγραφή της λογοτεχνίας. Αυτές οι προϋποθέσεις – ο ελεύθερος χρόνος, η ιδιωτικότητα και η οικονομική ανεξαρτησία – υπογράφουν όλη τη λογοτεχνική παραγωγή αλλά είναι απόλυτα σχετισμένες και με την κατανόηση της κατάστασης των γυναικών στην λογοτεχνική παράδοση επειδή οι γυναίκες, ιστορικά, έχουν στερηθεί αυτές τις βασικές προϋποθέσεις.

Ο πατέρας της Βιρτζίνια Γουλφ, ο σερ Λέσλυ Στήβεν, ακολουθώντας τα ήθη και τον τρόπο σκέψης της εποχής του, πίστευε ότι μόνο τα αγόρια της οικογένειας έπρεπε να πάνε στο σχολείο κι έτσι η Βιρτζίνια μορφώθηκε στη βιβλιοθήκη του πατέρα της και όχι σε κάποιο σχολείο.  Στις διαλέξεις που έδωσε, μιλάει στις γυναίκες που έχουν τη δυνατότητα να μορφωθούν με τον τρόπο που μορφώνονται οι άνδρες. Όχι, δηλ. στο σπίτι αλλά πηγαίνοντας στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο. Παρακινεί το ακροατήριό της να καταλάβει την σπουδαιότητα της μόρφωσης ενώ ταυτόχρονα προειδοποιεί για την αβεβαιότητα της θέσης της γυναίκας στην κοινωνία.

Παρουσιάζει τις διαδρομές του μυαλού της στην αναζήτηση του θέματος, δημιουργώντας παραβολικές ιστορίες. Στη μία θαυμάζει τη φύση ενώ περπατάει στην όχθη ενός ποταμού μέσα στο campus ενός πανεπιστημίου ανδρών και εκεί που πάει να διαμορφωθεί μια ιδέα στο μυαλό της ο θυρωρός του πανεπιστημίου έντρομος την σταματά από το να περπατάει στη χλόη -γιατί αυτό επιτρέπεται μόνο στα αγόρια – κι έτσι χάνεται ο ειρμός της σκέψης της. Πηγαίνει στη βιβλιοθήκη αλλά εκεί την ενημερώνουν ότι μπορεί να μπει μόνο αν συνοδεύεται από άντρα. Συγκρίνει τον πλούτο του κολλεγίου των αγοριών με τη φτώχεια ενός κολλεγίου κοριτσιών μέσα από την εμφάνιση και τη ζωή των καθηγητών αλλά και μέσα από τα δείπνα. Καταθέτει τη γνώση της για το πώς δημιουργούνται αποθεματικά και γίνονται δωρεές στα ανδρικά εκπαιδευτήρια από επιτυχημένους αποφοίτους και μέλη της αριστοκρατίας ενώ κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό για τα γυναικεία.  Και καταλήγει να αναλογίζεται τη ζωή των γυναικών που είναι εξαρτημένες οικονομικά από τους συζύγους τους.

«… το ίδιο άσκοπο είναι να ρωτήσει κανείς τι θα μπορούσε να έχει συμβεί αν η κυρία Σήτον και η μητέρα της και η δική της μητέρα πριν απ’ αυτήν, είχαν συγκεντρώσει μεγάλα πλούτη και τα είχαν ρίξει στα θεμέλια του κολεγίου και της βιβλιοθήκης, γιατί, πρώτ’ απ’ όλα, το να κερδίσουν λεφτά ήταν γι’ αυτές κάτι το αδύνατο, και κατά δεύτερο λόγο, ακόμα κι αν κάτι τέτοιο ήταν δυνατό, ο νόμος τους αρνιόταν το δικαίωμα να έχουν τον έλεγχο των χρημάτων που θα κέρδιζαν. Μόνο τα τελευταία σαράντα οκτώ χρόνια η κυρία Σήτον έχει μια δεκάρα δική της. Στο διάστημα όλων των αιώνων πριν από αυτό κάθε ποσό θ’ αποτελούσε περιουσία του συζύγου της.»

Το κύριο μήνυμα που διατυπώνει σ’ αυτό το δοκίμιο συγκεντρώνεται στην φράση «για να γράψει μια γυναίκα  πρέπει να έχει λεφτά κι ένα δικό της δωμάτιο». Η Γουλφ υποστηρίζει ότι ο μικρός αριθμός των γυναικών που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε παράξει σοβαρή λογοτεχνία σχετίζεται με το καθεστώς της κατωτερότητας των γυναικών στην κοινωνία. Αυτή η κατάσταση που τους επέβαλε μια στερημένη ιδιωτική ζωή και τις απέκλειε από τη διαχείριση των οικονομικών τους, ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο για τη δημιουργικότητά τους. Η Γουλφ πιστεύει ότι οι άνδρες έχουν διεκδικήσει τη δική τους ανωτερότητα υποβαθμίζοντας τις γυναίκες, επικυρώνοντας μ’ αυτό τον τρόπο τον ανδρισμό τους  και προφυλάσσοντας την εξουσία τους. Ως αποτέλεσμα τα γραπτά των γυναικών είναι γεμάτα με τον θυμό, την ανασφάλεια και τον φόβο που αισθάνονται.

«Κλείδωσε τις βιβλιοθήκες σου αν θέλεις. Δεν υπάρχει όμως καμιά πόρτα, κανένας σύρτης, καμιά κλειδαριά με τα οποία μπορείς να περιορίσεις την ελευθερία του πνεύματός μου.»

Η Γουλφ χρησιμοποιεί τις γνώσεις της στην Αγγλική, την Ευρωπαϊκή και την Κλασσική λογοτεχνία για να απεικονίσει τον τρόπο που οι πατριαρχικές κοινωνίες έχουν – κατά τη διάρκεια των αιώνων – καταπιέσει και περιορίσει το λογοτεχνικό δυναμικό των γυναικών. Αναφέρεται στην έντονη αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στον τρόπο που οι γυναίκες έχουν εξιδανικεύσει τη λογοτεχνία που έχει παραχθεί από άνδρες και στον τρόπο που η πατριαρχική κοινωνία συμπεριφέρεται σ’ αυτές στην πραγματική ζωή. Προβάλει τις διαφορές που διέπουν την ανδρική και τη γυναικεία γραφή και σημειώνει την συνεχή παρουσία των γυναικών ως χαρακτήρες στη μυθοπλασία που γράφτηκε από άνδρες και το αποκλεισμό τους ως συγγραφείς.

«Όταν ο καθηγητής Τρεβήλυαν παρατηρεί ότι οι γυναίκες του Σαίξπηρ δε φαίνονται να υστερούν σε χαρακτήρα και προσωπικότητα, δε λέει παρά την αλήθεια. Μη όντας ιστορικός, θα μπορούσε να πάει κανείς ακόμη πιο πέρα και να πει πως οι γυναίκες λάμπουν σαν φάροι στα έργα όλων των ποιητών από καταβολής κόσμου – η Κλυταιμνήστρα, η Αντιγόνη, η Κλεοπάτρα, η Λαίδη Μάκβεθ, η Φαίδρα, η Χρυσηίδα, η Ροζίλντα, η Δεισδαιμόνα, η Δούκισα του Μάλφι, μεταξύ των δραματουργών. Κι ύστερα, απ’ τους μυθιστοριογράφους : η Μίλαμαντ, η Κλαρίσα, η Μπέκυ Σαρπ, η Άννα Καρένινα, η Έμα Μποβαρύ, η Μαντάμ ντε Γκερμάντ. Τα ονόματα έρχονται σωρηδόν στο νου σου κι ούτε που σου θυμίζουν γυναίκες που «υστερούν σε χαρακτήρα και προσωπικότητα». Αντίθετα μάλιστα, αν η γυναίκα δεν υπήρχε παρά μόνο στα έργα που έχουν γράψει άντρες, θα την φανταζόταν κανείς σαν άτομο εξαιρετικής σημασίας. Σαν άτομο πολύ διαφορετικό, ηρωικό και μικρόψυχο, εξαίσιο και χυδαίο, αφάνταστα όμορφο και απείρως αποκρουστικό, υπέροχο σαν τον άντρα κι όπως πιστεύουν μερικοί κι ακόμη περισσότερο. Αυτή όμως είναι η γυναίκα στη λογοτεχνία. Στην πραγματικότητα, όπως επισημαίνει και ο καθηγητής Τρεβήλυαν, την κλείδωναν μέσα, την ξυλοφόρτωναν και την πέταγαν από δω κι από κει.

Έτσι ξεπροβάλλει ένα πολύ αλλόκοτο και σύνθετο όν. Από πλευράς φαντασίας, έχει εξαιρετική σπουδαιότητα. Από πρακτική πλευρά είναι τελείως ασήμαντη. Διαποτίζει την ποίηση από την πρώτη σελίδα των βιβλίων μέχρι την τελευταία και απουσιάζει σχεδόν παντελώς από την ιστορία. Στη λογοτεχνία κυριαρχεί στη ζωή βασιλιάδων και κατακτητών. Στην πραγματικότητα ήταν η σκλάβα οποιουδήποτε αγοριού του οποίου οι γονείς την ανάγκαζαν να φορέσει στο χέρι της ένα δακτυλίδι. Μερικά από τα πιο εμπνευσμένα λόγια, μερικές από τις βαθύτερες σκέψεις της λογοτεχνίας πέφτουν από τα χείλη της. Στην πραγματική ζωή με δυσκολία μπορούσε να διαβάσει, μόλις και μπορούσε να γράψει κα ήταν ιδιοκτησία του συζύγου της.»

Στη συνέχεια εξετάζει το κατά πόσο οι γυναίκες ήταν ελεύθερες και ικανές να δημιουργήσουν έργα εφάμιλλα με αυτά του Σαίξπηρ, όταν αντιμετώπιζαν τους περιορισμούς που ακόμη και τώρα (την εποχή που γράφτηκε αυτό το δοκίμιο) δεν έχουν αρθεί. Κοιτώντας πίσω στον 16ο αιώνα, υποστηρίζει ότι ήταν αδύνατο για μια ταλαντούχα γυναίκα να παράξει έργο και για να το εξηγήσει καλύτερα, δημιουργεί μια ιστορία για την αδελφή του Σαίξπηρ, μια γυναίκα του 16ου αιώνα που γεννήθηκε με ιδιοφυΐα ίση μ’ εκείνη του Σαίξπηρ. Η Τζούντιθ και ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ αντιπροσωπεύουν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ωστόσο η απόρριψη και η αποθάρρυνση από την οικογένεια, τους φίλους και την κοινωνία που της αρνούνται το δικαίωμα της λογοτεχνικής έκφρασης, την οδηγούν στην αυτοκτονία.

«Η αγνότητα είχε τότε, κι έχει ακόμα και σήμερα, θρησκευτική σημασία στη ζωή μιας γυναίκας, και έχει γίνει τόσο αναπόσπαστο μέρος των νεύρων και των ενστίκτων της που χρειάζεται τεράστιο κουράγιο για να την αποκόψει κανείς και να τη φέρει στο φως της μέρας. Η ελεύθερη ζωή στο Λονδίνο κατά το δέκατο έκτο αιώνα θα σήμαινε για μια γυναίκα που ήταν ηθοποιός και θεατρική συγγραφέας μια νευρική υπερένταση κι ένα δίλημμα που θα μπορούσαν να την έχουν σκοτώσει. [….] Η γυναίκα λοιπόν που είχε γεννηθεί με το χάρισμα της ποίησης τον δέκατο έκτο αιώνα, ήταν μια γυναίκα δυστυχισμένη, μια γυναίκα που βρισκόταν σε πόλεμο με τον ίδιο τον εαυτό της. Όλες οι συνθήκες της ζωής της, όλα τα προσωπικά της ένστικτα, ήταν εχθρικά προ την ψυχική κατάσταση που χρειάζεται για να ελευθερώσει ό,τι υπάρχει μέσα στο πνεύμα μας.»

austen_bronte_eliotΠαρόλο που οι συνθήκες για τις γυναίκες συγγραφείς βελτιώθηκαν κατά πολύ τα επόμενα 300 χρόνια, η Γουλφ επισημαίνει ότι ακόμη και τον 19ο αιώνα η κοινωνία εξακολουθούσε να τις αποθαρρύνει από τη συγγραφή. Γι’ αυτό αξίζουν την προσοχή μας εκείνες οι τολμηρές που κατάφεραν να ξεπεράσουν τα εμπόδια και να διακριθούν στην αγγλική λογοτεχνία.

«Τι μεγαλοφυΐα, τι ακεραιότητα θα πρέπει να είχε χρειαστεί κανείς μπροστά σ’ όλη εκείνη την κριτική, καταμεσίς σ’εκείνη την καθαρά πατριαρχική κοινωνία, για να εμμείνει σταθερά σ’ εκείνο που έβλεπε χωρίς να οπισθοχωρήσει. Μόνο η Τζέην Ώστεν το έκανε αυτό και η Έμιλυ Μπροντέ.»

Στο τελευταίο κεφάλαιο η Γουλφ εξηγεί ότι το ιδανικό μυαλό που μπορεί να παράξει σοβαρά έργα στον χώρο της πεζογραφίας είναι το ‘ανδόγυνο’. Υποστηρίζει ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν τόσο μια γυναικεία όσο και μια ανδρική πλευρά και η δημιουργική διαδικασία που εμπλέκεται στην παραγωγή ενός λογοτεχνικού έργου απαιτεί τη χρήση και των δύο πλευρών.

Κλείνοντας το δοκίμιό της η Γουλφ κάνει έκκληση στο κοινό της να εγκαταλείψει το πρότυπο που κληρονόμησε από τις προηγούμενες γενιές και να δημιουργήσει μια νέα παράδοση που θα κληροδοτήσει στις επόμενες.

woolfΤο βιβλίο «ένα δικό σου δωμάτιο» το ξαναδιάβασα με την ευκαιρία της θεματικής ενότητας «Γυναίκες Συγγραφείς» που επεξεργαζόμαστε αυτό το διάστημα στη Λέσχη Ανάγνωσης. Δυστυχώς αυτό το τόσο σημαντικό βιβλίο είναι εξαντλημένο στους εκδοτικούς οίκους που το έχουν εκδώσει κατά καιρούς και μέχρι στιγμής μπορεί να το βρει κάποιος μόνο σε δανειστικές βιβλιοθήκες.

Είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο για όσους αγαπούν τη λογοτεχνία και προσφέρει μια βαθύτερη κατανόηση των πιέσεων, των προκαταλήψεων και του πόνου που υπέστησαν εκείνες οι γυναίκες που τόλμησαν να δημιουργήσουν λογοτεχνικά έργα πριν από τη δεκαετία του ’30.

Το αντίτυπο που διάβασα είναι από τις εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ (εκδ. 1980), σε μετάφραση Μίνας Δαλαμάγκα και το δανείστηκα από τη Βιβλιοθήκη του Κολλεγίου Αθηνών.

One Comment Add yours

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.