ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΖΟΥΜΕ

στις

«Δεν αποφάσισα να γίνω δικηγόρος κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αφού όλες οι επιλογές που με οδήγησαν εκεί είχαν τον χαρακτήρα προσωρινών λύσεων που υποτίθεται πως θα μου εξασφάλιζαν τον χρόνο και τα εφόδια για να καταλήξω αργότερα σε μια οριστική απόφαση. Μπήκα στη νομική γιατί δεν ήξερα ποια σχολή να επιλέξω, οπότε τις έβαλα με τη σειρά, λέγοντας στον εαυτό μου πως επρόκειτο για μια λύση που άφηνε ανοιχτά διάφορα ενδεχόμενα, καθώς με το συγκεκριμένο πτυχίο δεν ήταν απαραίτητο να γίνεις δικηγόρος. Αυτό είναι ίσως σωστό, με την προϋπόθεση βέβαια ότι θέλεις να γίνεις κάτι άλλο, κι αυτό το άλλο είναι συγκεκριμένο – αλλιώς θα γίνεις τελικά δικηγόρος.»

Με αυτό τον τρόπο μας συστήνει ο συγγραφέας Χρίστος Κυθρεώτης τον ήρωα του βιβλίου του «Εκεί που ζούμε» το νεαρό δικηγόρο Αντώνη Σπετσιώτη τον οποίο θα παρακολουθήσουμε για ένα εικοσιτετράωρο από τη ζωή του συμμετέχοντας παράλληλα σε μια κριτική για την Ελλάδα της κρίσης όσο και σ’ ένα στοχασμό για τη ζωή, το σκοπό και την πορεία της.

Ο Χρίστος Κυθρεώτης γεννήθηκε το 1979 στη Λευκωσία της Κύπρου και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου σπούδασε νομικά. Έχει κερδίσει το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό διηγήματος των Εκδόσεων Πατάκη για νέους συγγραφείς (2007), καθώς και στον αντίστοιχο διαγωνισμό του Βρετανικού Συμβουλίου (2009). Από τις Εκδόσεις Πατάκη κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Μια χαρά», για την οποία τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2015 καθώς και το πρώτο του μυθιστόρημα «Εκεί που ζούμε». Επίσης συμμετείχε με διηγήματά του στα συλλογικά έργα των ίδιων εκδόσεων «Ερωτικά εγκλήματα», Υπό σκιάν» κλπ. Το μυθιστόρημα «Εκεί που ζούμε» απέσπασε το Κρατικό βραβείο Κύπρου και το Βραβείο Πεζογραφίας του Περιοδικού «Κλεψύδρα».

Η ιστορία ξεκινά με τον Αντώνη να πίνει τον καφέ του στη βεράντα ένα πρωινό του Ιουνίου του 2014 και αξιοποιώντας μια λογοτεχνικά δημιουργική ιδέα του συγγραφέα ολοκληρώνεται 24 ώρες αργότερα ενώ έχει περάσει μπροστά από τα μάτια του αναγνώστη σχεδόν όλη η ζωή του ήρωα, η καθημερινότητά του, οι σχέσεις του, η οικογένειά του, οι σκέψεις και οι πράξεις του παρόντος και του μέλλοντος. Ο συγγραφέας με αριστοτεχνικό τρόπο και σταδιακά ξετυλίγει αυτό το κουβάρι των γεγονότων και των σκέψεων του Αντώνη χωρίς να αφήνει κενά παρέχοντας στον αναγνώστη όλες τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε να καταφέρει να αναδημιουργήσει τη ζωή και την προσωπικότητα του ήρωα και στη συνέχεια να συμπορευθεί μαζί του στην ολοκλήρωση αυτού του 24ωρου ή της ζωής του γενικότερα.

Έτσι λοιπόν ξεκινά η Παρασκευή 20 Ιουνίου στα Εξάρχεια αρκετά νωρίς το πρωί και μοιάζει μια συνηθισμένη μέρα για το νεαρό δικηγόρο όπως επιβεβαιώνεται από τους συνηθισμένους θορύβους της πολυκατοικίας και τους καθημερινούς ήχους της πόλης.

Ακολουθεί η επίσκεψη στα δικαστήρια της Ευελπίδων όπου ο Αντώνης «συνεργάτης (βλέπε υπάλληλος) δικηγορικού γραφείου» έχει να υπερασπιστεί την εξηντάχρονη Δημητριάδου η οποία μέσα από ένα μείγμα αφέλειας, ματαιοδοξίας και άγχους για τις φθορές του χρόνου στο πρόσωπο και το σώμα της επιβάρυνε τις πιστωτικές της κάρτες με χιλιάδες ευρώ για υπηρεσίες αισθητικής γεγονός που απειλεί με κατάσχεση το σπίτι της.

Η μέρα του Αντώνη μετά τη διακοπή της δίκης και τη μεταφορά της πελάτισσάς του στο νοσοκομείο συνεχίζεται στο σπίτι του για ένα διάλειμμα ξεκούρασης καθώς μεσολαβεί μια συνάντηση για καφέ με τον πρώτο του έρωτα, τη Στέλλα. Στη συνέχεια έχει να συναντηθεί με τον πατέρα του κατά τις οκτώ το βράδυ για να τον συνοδεύσει στο τελευταίο δρομολόγιο μεταφοράς ενός γεωτρύπανου από τον Ωρωπό στον Ορχομενό, πριν τον επιστρέψει στο μικρό σπιτάκι στο Χαλκούτσι όπου ζει μόνος του μετά το χωρισμό του από τη μητέρα του.

Το εικοσιτετράωρό του θα συνεχιστεί με ένα πέρασμα από μπαρ των Εξαρχείων όπου με πρόφαση τα γενέθλια του χώρου θα συναντήσει την Άννα με την οποία είχε μια αρκετά σημαντική σχέση ενώ θα ολοκληρωθεί τα ξημερώματα στο Ιπποκράτειο όπου συναντά το γιο της Δημητριάδου για τις λεπτομέρειες του θανάτου της που επήλθε νωρίτερα το απόγευμα.

Ανάμεσα σ’ όλες αυτές τις διαδρομές ο Αντώνης ανακαλεί τυχαία γεγονότα, στιγμές από τη ζωή του που αγγίζουν τον ίδιο αλλά και τους γονείς του, τη Στέλλα, την Άννα, τη δικηγορία, το μέλλον, προσφέροντας στον αναγνώστη όλες τις πτυχές της ζωής του όπως την έζησε ή όπως πιθανόν να ήθελε να τη ζήσει.

Ο Αντώνης είναι ένας νέος χαρακτηριστικός της γενιάς των τριανταπεντάρηδων στη δεδομένη χρονική στιγμή στην Ελλάδα. Έχει σπουδάσει μια επιστήμη την οποία επέλεξε μάλλον τυχαία με μέτριες προοπτικές. Μεγάλωσε σε μια οικογένεια που οι γονείς του λόγω κυρίως των συνθηκών εργασίας του πατέρα του ζούσαν σε απόσταση, αλλά εκείνος τους αγαπά και τους νοιάζεται. Είχε δυο σημαντικές σχέσεις στη ζωή του με τις οποίες διατηρεί φιλικές σχέσεις ενώ ακόμη κι η επόμενη επαγγελματική του επιλογή η οποία τον οδηγεί ως «lawyer linguist» στο Λουξεμβούργο προέκυψε μάλλον κι αυτή τυχαία. Ο Αντώνης δε σχεδιάζει τη ζωή του. Ψάχνει να βρει τον τρόπο να τη ζήσει χωρίς να έχει καταστρώσει ιδιαίτερα σχέδια και πλάνα. Δείχνει μια αδυναμία ή ίσως και μια δύναμη με την επιλογή του αυτή.

Ο Κυθρεώτης μέσα από ένα δοκίμιο για το δικηγορικό επάγγελμα, το οποίο λόγω των σπουδών του και των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του γνωρίζει σε βάθος, και χρησιμοποιώντας ως όργανο τον Αντώνη παραθέτει και μοιράζεται με τον αναγνώστη μια σειρά από μικρές και μεγάλες αλήθειες, σκέψεις, συμπεράσματα, απόψεις ή και ιδέες για τη ζωή και την επιλογή του τρόπου να τη ζήσεις.

Ο Κυθρεώτης γράφει κατανοητά ταυτόχρονα δε πυκνά και πολυεπίπεδα. Δημιουργεί μια καταιγιστική περιγραφή του ήρωα, ο οποίος διακρίνεται για την καθαρότητα, την ακρίβεια και την αλήθεια του, αλλά και του περιβάλλοντός του με λόγια απλά χωρίς να αφήνει κενά ή γκρίζες περιοχές στην περιγραφή. Οι ήρωες καλοδουλεμένοι κι ολοκληρωμένοι. Το αποτέλεσμα είναι ότι κατανοούμε και μοιραζόμαστε με τον Αντώνη αυτές τις 24 ώρες αλλά και τα 35 χρόνια της ζωής του.

Δε λείπουν βέβαια κι οι κοινωνικές αναφορές ή τα σχόλια ή και οι σπόντες για πρόσωπα, καταστάσεις, επαγγέλματα κυρίως δε για το δικηγορικό το οποίο αποδομεί αριστοτεχνικά.

Προσωπικά δυσκολεύτηκα για λίγο χρόνο και κάποιες σελίδες μέχρι να ενταχθώ στο κλίμα του βιβλίου αλλά στη συνέχεια τα πρόσωπα, η πλοκή αλλά και ο χώρος με απορρόφησαν σε απίστευτο βαθμό ενώ στο τέλος ενστερνίστηκα απόλυτα ένα ερώτημα που θέτει ο Αντώνης «…δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ πώς θα αναπολώ μετά από δέκα χρόνια τη σημερινή ημέρα. Θα έχω διατηρήσει άραγε την επίγνωση της πολυπλοκότητάς της ή ο καρικατουρίστας που δουλεύει υπερωρίες μέσα στη μνήμη όλων μας θα έχει φτιάξει ένα καρτούν του αληθινού εαυτού μου;- έναν τριανταπεντάρη νέο της χαμένης γενιάς, αντί για ένα ακόμα ζαλισμένο άνθρωπο που τρέχει από δω κι από κει τη μέρα που πέθανε μια πελάτισσά του, για να προλάβει να ξεμπλέξει ένα κουβάρι υποχρεώσεων που συνδέονται με τις ιδιότητές του ως επαγγελματία, ως γιου, ως φίλου και ως παλιού γνώριμου άλλων, εξίσου μπερδεμένων ανθρώπων;»

Το βιβλίο «Εκεί που ζούμε’ συζητήθηκε και αναλύθηκε απο τα μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης Passe Partout Reading  στη συνάντηση του Μαΐου’21, με την παρουσία και τη βοήθεια του συγγραφέα κ. Χρίστου Κυθρεώτη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.