ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ

στις

Την Έμιλι Μαντέλ (Emily St. John Mandel) την γνωρίσαμε στην Ελλάδα  μέσα από το βιβλίο ‘Σταθμός Έντεκα’  στο οποίο περιγράφει μια μετα-πανδημική ιστορία ενός κόσμου που στην προσπάθειά του να αναγεννηθεί  βρίσκει ότι η επιβίωση δεν είναι επαρκής και ξαναθυμάται τον Σαίξπηρ. Στο νέο μυθιστόρημά της η Μαντέλ ‘Το Γυάλινο Ξενοδοχείο’ διερευνά εξίσου σημαντικά και επίκαιρα φιλοσοφικά στοιχεία, δικαιώνοντας τις προσδοκίες των αναγνωστών της. Μέσα από την κεντρική, καθηλωτική ιστορία του νέου της βιβλίου, η συγγραφέας παρατηρεί την ανθρώπινη συμπεριφορά, τους φόβους και τα όνειρα, αυτά που μπορεί να σώσουν ή να καταστρέψουν τον καθένα μας.

Η ιστορία ξεκινά με μια σκηνή πνιγμού. Είναι ίσως η πιο δυνατή σκηνή του βιβλίου με την  ηρωίδα, την Βίνσεντ, να χάνεται στα νερά του ωκεανού, μια σκηνή που συμβατικά θα βρισκόταν στο τέλος της αφήγησης. Η Βίνσεντ έχει μεγαλώσει σ’ ένα απομακρυσμένο νησί της Βρετανικής Κολομβίας μέχρι τον ξαφνικό θάνατο της μητέρας της από πνιγμό. Γύρω της, σ’ εκείνη την ευαίσθητη ηλικία,  βρίσκεται μόνο μια αποξενωμένη θεία και η γιαγιά της, η οποία της χαρίζει μια κάμερα για να τη βοηθήσει να νιώσει καλύτερα, για να λειτουργήσει ο φακός  σαν ασπίδα απέναντι στον κόσμο «όταν ο κόσμος μερικές φορές δεν αντέχεται»  Από τότε η Βίνσεντ και μέχρι το τέλος της ζωής της συνέχισε να καταγράφει σε 5λεπτες λήψεις ό,τι της τραβούσε την προσοχή.

Η Βίνσεντ έχει έναν αδελφό, τον Πωλ, από τον πρώτο γάμο του πατέρα της που σπουδάζει χρηματοοικονομικά στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο προσπαθώντας να ικανοποιήσει τις προσδοκίες των γονιών του, ενώ αυτός θέλει να ασχοληθεί με τη μουσική. Έχει μια πικρία η συμπεριφορά του Πωλ προς τη Βίνσεντ, μια πικρία που ξεκινά από τη διάλυση του γάμου των γονιών του και βρίσκει διέξοδο στις δηκτικές του παρατηρήσεις προς την αδελφή του. Κάθε φορά όμως που βρίσκεται σε αδιέξοδο, κυρίως λόγω της εξάρτησής του από τα ναρκωτικά, επιστρέφει σ’ αυτή.

Το 2005 βρίσκουμε τη Βίνσεντ και τον Πωλ να εργάζονται στο ξενοδοχείο Κάιετ. Ένα πολυτελές καταφύγιο με τεράστιες τζαμαρίες και κέδρινα δοκάρια κρυμμένο στις σκιές του  δάσους, στη νήσο Βανκούβερ. Χωρίς οδική πρόσβαση, με αδύνατη τη χρήση των κινητών τηλεφώνων και μόνους ήχους τον παφλασμό των κυμάτων και τα κρωξίματα των γλάρων, το Κάιετ είναι ένας χώρος προορισμένος να προσφέρει ηρεμία στους VIP πελάτες του.  Όταν σε ένα από τα παράθυρά του εμφανίζεται το μήνυμα ‘πρόσεχε μην καταπιείς κανένα σπασμένο γυαλί’, η ηρεμία των φιλοξενούμενων και του προσωπικού ανατρέπεται. Ποιος έγραψε το μήνυμα, σε ποιόν απευθύνεται και τι εννοεί;

Αυτό είναι το δεύτερο γκράφιτι που εμφανίζεται μέσα στην ιστορία. Το πρώτο το είχε γράψει η Βίνσεντ σε ένα από τα παράθυρα του σχολείου της, λίγο μετά το θάνατο της μητέρας της και ήταν τα τελευταία λόγια ενός φιλοσόφου που την είχαν συναρπάσει.

‘«Κάποιος να με σηκώσει.» Λέξεις που γράφτηκαν όπως όπως σε ένα τζάμι όταν ήμουν δεκατριών χρόνων. Έκανα ένα βήμα πίσω και άφησα τον μαρκαδόρο να πέσει απ’ το χέρι μου κι ακόμα θυμάμαι την ευφορία της στιγμής, εκείνη την αίσθηση στο στήθος μου σαν φως που άστραφτε πάνω σε σπασμένο γυαλί…’

Την βραδιά που εμφανίστηκε το μήνυμα στην τζαμαρία του ξενοδοχείου η Βίνσεντ γνωρίζει τον Τζόναθαν Αλκάιτις, έναν πάμπλουτο χρηματιστή που ζει στη Νέα Υόρκη και επισκέπτεται συχνά το Κάιετ αναζητώντας πελάτες, και τον ακολουθεί στη Νέα Υόρκη, όπου ζει μια ζωή ανούσιας χλιδής προσποιούμενη τη σύζυγό του.  Τρία χρόνια αργότερα το παραμύθι, όπως όλα τα παραμύθια, τελειώνει με την κατάρρευση της οικονομικής αυτοκρατορίας του χαρισματικού απατεώνα, Αλκάιτις. Μιας αυτοκρατορίας που χτίστηκε στο ψέμα και παρέσυρε στο σώριασμά της αμέτρητες περιουσίες επενδυτών, όνειρα αλλά και συνειδήσεις.

Ο Αλκάιτις συλλαμβάνεται για οικονομική απάτη και καταδικάζεται σε 170 χρόνια φυλάκισης. Η φράσηΚανένα άστρο δεν λάμπει παντοτινά.’ είναι γραμμένη στον τοίχο του κελιού του δίπλα από το κρεβάτι του αλλά παρόλο που περίμενε πολύ καιρό την κατάρρευση και τη σύλληψή του δεν σκέφτηκε ποτέ να φύγει. Η Μαντέλ το οικονομικό σκάνδαλο του Αλκάιτις το έχει βασίσει στο σχήμα Πόντσι του Bernard L. Madoff, την μεγαλύτερη επενδυτική απάτη στην ιστορία των ΗΠΑ. Δεν την ενδιαφέρει ο σχεδιασμός και οι λεπτομέρειες του ίδιου του σχεδίου αλλά εστιάζει στις ζωές των χαρακτήρων που έρχονται σε επαφή με τον Αλκάιτις και το επενδυτικό του εγχείρημα, τόσο πριν όσο και μετά τη σύλληψή του.

‘Το χρήμα είναι μια χώρα από μόνο του.’

Στη φυλακή ο Αλκάιτις προσπαθώντας να συμβιβαστεί με τη νέα κατάσταση, καταφεύγει σ ένα εναλλακτικό σύμπαν, μια αντιζωή, μια διάσταση στην οποία τα όρια της πραγματικότητας θολώνουν. Ενδίδει σε ονειροπολήσεις, φαντάζεται τον εαυτό του να ζει πολυτελώς στο Ντουμπάι αντί σε ένα κελί φυλακής υψίστης ασφαλείας και ξαναγυρνάει σε στιγμές από τον πρώτο του γάμο χωρίς όμως να καταφέρνει να ξεφύγει από τα φαντάσματα των προδομένων του επενδυτών που τον στοιχειώνουν. ‘Εύχεται να εκτιμούσε περισσότερο τους ανθρώπους με τους οποίους μπορούσε να σχετίζεται πριν από τη φυλακή. Ποτέ δεν είχε πραγματικά φίλους στην ενήλικη ζωή του, μόνο επενδυτές, αλλά κάποιοι από αυτούς ήταν άνθρωποι που απολάμβανε πραγματικά.’

Η συγγραφέας ακολουθεί παράλληλα πολλούς από τους χαρακτήρες της ιστορίας καθώς οι αφηγήσεις τους τέμνονται και αλληλεπικαλύπτονται. Παρατηρεί τις αντιδράσεις και την πορεία κάποιων από τους υπαλλήλους του Αλκάιτις, αυτών που αποποιήθηκαν την ευθύνη, αυτών που κατάφεραν να ξεφύγουν αλλά και αυτών που έμειναν κρυμμένοι στο παρασκήνιο. Παρατηρεί την εξέλιξη μερικών από τους επενδυτές, ένα ζευγάρι που επένδυσε τις οικονομίες μιας ζωής και έχασε τα πάντα, μια ζωγράφο που αφέθηκε στην συμπόνια και τη στήριξη της αδελφής της, έναν Άραβα πρίγκιπα που δεν άντεξε και αυτοκτόνησε. Για να εξερευνήσει τις ‘μετά Αλκάιτις’ ζωές τους παρατηρεί ταυτόχρονα και τα αντίμετρα των χαρακτήρων της και δίνει ιδιαίτερη προσοχή στους λόγους που τους οδήγησαν στις επιλογές τους. Πίσω από το προσωπείο που φοράει ο καθένας, τους τσακώνει  να κρύβουν τον πόνο, να αναζητούν ασφάλεια και επιβεβαίωση, να υποκύπτουν στην ελκυστικότητα του πλούτου και την απληστία, να βάζουν τα δικά τους όρια για να ορίσουν το καλό και το κακό. Χτίζει γι’ αυτούς εναλλακτικές ζωές που τους κυριεύουν σαν χώρες, τη μακρινή γη του βορρά’, ‘το βασίλειο του χρήματος’, ‘τη χώρα των σκιών’ και εξερευνά μαζί τους τα άπειρα μονοπάτια που μπορεί να ταξιδέψει μια ζωή διαπιστώνοντας πόσο εύθραυστη είναι η πραγματικότητα του καθενός μας ιδίως όταν έρχεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες των επιλογών μας.

Μετά  το τέλος της εποχής του πλούτου με τον  Αλκάιτις, η Βίνσεντ ξεκινά μια άλλη ζωή, μια ζωή στη θάλασσα ως μέλος πληρώματος ενός εμπορικού πλοίου, μακριά από όλα αυτά που της προκαλούσαν πόνο και απογοήτευση. Μακριά από όσους εμπιστεύθηκε και την πρόδωσαν· τον Αλκάιτις που την ενημέρωσε για την απίστευτη απάτη του μια μέρα πριν συλληφθεί, τον αδελφό της που βρίσκεται να έχει χτίσει μια καριέρα βασισμένη σε κλεμμένα CD με τις πεντάλεπτες λήψεις της Βίνσεντ, ανθρώπους που έκανε το λάθος να εμπιστευθεί, Έφυγα επειδή συνέχεια έπεφτα πάνω στους λάθος ανθρώπους απαντάει όταν τη ρωτούν γιατί μπάρκαρε. 

‘Το Γυάλινο Ξενοδοχείο’ εξετάζει τις μορφές της ανθρώπινης αυταπάτης και τις συνέπειές τους χωρίς διδακτισμό, ήσυχα, σαν κοινωνικό σχόλιο. Με χαρακτήρες ευάλωτους, ανθρώπινους που όλοι εν γνώσει ή εν αγνοία τους έχουν κάνει κάτι κακό, ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά στην παραδοχή της ηθικής αποτυχίας και των ενοχών τους και τους συμπονά αντί να τους κατακρίνει.  Οι ενοχές, οι αμφιβολίες, η θλίψη τους διερευνώνται μέσα από ένα χορό φαντασμάτων, ένα μοτίβο που επιλέγει η Μαντέλ χωρίς όμως να καταφεύγει πλήρως στο υπερφυσικό.  

Emily St. John Mandel

Η Μαντέλ καταγράφει αυτά τα ταξίδια στις συνειδήσεις και τις ζωές των χαρακτήρων της χωρίς να παραλείπει να επισημάνει και κάποιες αναλαμπές παρηγοριάς κι ελπίδας. Η Βίνσεντ για παράδειγμα, ζει στη θάλασσα τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής της, ένας από τους επενδυτές που έχασαν τα πάντα στην απάτη του Αλκάιτις βρίσκει με τη γυναίκα του την ευτυχία όταν ξεφεύγουν από τη συμβατική ζωή και βρίσκουν τις πιο αληθινές εκδοχές του εαυτού τους. Ο διευθυντής του ξενοδοχείου Κάιετ, που έχασε κι αυτός όλες του τις οικονομίες, πετυχαίνει να αποκτήσει μια ζωή που τον ικανοποιεί. Με ήσυχα αποσπασματικά περάσματα στο χρόνο η Μαντέλ παίζει με το φως και τις σκιές και συμπληρώνει τελικά την πορεία όλων των χαρακτήρων της, κύριων και δευτερευόντων, οδηγώντας μοιραία τον αναγνώστη της να αναλογιστεί το ταξίδι της δική του ζωής.

Το μυθιστόρημα ‘Το Γυάλινο ξενοδοχείο’ της Έμιλι Μαντέλ, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ σε μετάφραση Βάσιας Τζανακάρη.

Ένα Σχόλιο Προσθέστε το δικό σας

  1. Ο/Η argyris446 λέει:

    Reblogged στις worldtraveller70.

    Μου αρέσει!

Γράψτε απάντηση στο argyris446 Ακύρωση απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.