ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Tο Φθινόπωρο’ είναι το πρώτο από τα τέσσερα βιβλία με τον γενικό τίτλο ‘Κουαρτέτο των εποχών’, που έγραψε η σκωτσέζα συγγραφέας Άλι Σμιθ και ήταν υποψήφιο για το βραβείο Man Booker  το 2017.

Σ’ αυτό το βιβλίο, η Σμιθ συνδυάζει την ιδιότητα της συγγραφέως με αυτή της δημοσιογράφου και παρατηρώντας γύρω της καταγράφει τις αντιδράσεις της βρετανικής κοινωνίας μετά το δημοψήφισμα για το Brexit χρησιμοποιώντας σαν φόντο μια μοναδική και ασυνήθιστη φιλία. Το 2016, μετά το δημοψήφισμα, η 32χρονη Ελίσαμπεθ Ντημάντ, λέκτορας ιστορίας της τέχνης σε πανεπιστήμιο του Λονδίνου, επιστρέφει στην πόλη που μεγάλωσε για να είναι κοντά στον δια βίου φίλο της,  Ντάνιελ Γκλούκ, που νοσηλεύεται  σε κάποιο γηροκομείο. Η αφήγηση πηγαινοέρχεται από το παρόν στο παρελθόν αποκαλύπτοντας κομμάτια της ζωής και των δύο.

Η Ελίσαμπεθ γνώρισε τον Ντάνιελ όταν ήταν μικρή και έμενε με τη μητέρα της στο σπίτι δίπλα από το δικό του. Μια μέρα της ζητήθηκε από το σχολείο να γράψει κάτι για έναν γείτονά της κι εκείνη επέλεξε να γράψει για τον Ντάνιελ. Κάπως έτσι ξεκινά η φιλία τους. Μια φιλία σημαντική και κερδισμένη σκληρά αφού αναπτύσσεται από το κενό που υπάρχει στις ζωές των δύο χαρακτήρων. Ο Ντάνιελ είναι για τη μικρή του φίλη ταυτόχρονα φίλος και υποκατάστατο του πατέρα της, ένας άνθρωπος που χαιρόταν να βρίσκεται κοντά της και εκείνη μπορούσε να εμπιστευθεί.

Το κλειδί αυτής της σχέσης όμως, το κρατούσε ο Ντάνιελ, μέσω του τρόπου που έβλεπε τις δυνατότητες σε κάθε κατάσταση και πρόσωπο. Την πρώτη φορά που συναντήθηκαν, είπε στην Ελίζαμπεθ, με κάθε σοβαρότητα, ότι θα είναι φίλοι μια ζωή “Οι φίλοι μιας ζωής, είπε εκείνος. Μερικές φορές τους περιμένουμε μια ολόκληρη ζωή.” Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, ο διασκεδαστικός, διορατικός και καλοσυνάτος Ντάνιελ συνόδευε τη μικρή του φίλη σε μεγάλους περιπάτους στην εξοχή και δημιουργώντας παιχνίδια που την βοηθούσαν να συνειδητοποιήσει τις δυνατότητες της φαντασίας της, την ενθάρρυνε να απλώσει τη σκέψη της πέρα από τα συμβατικά όρια. Σε έναν κόσμο που πιστεύει ότι τα πράγματα είναι μαύρα ή άσπρα, ο Ντάνιελ ήταν η φωνή που αναρωτιόταν γιατί δεν βλέπουν το γκρι.

Της έμαθε να αγαπά το διάβασμα, “Πάντα να διαβάζεις κάτι, είπε εκείνος. Ακόμα κι όταν δεν διαβάζεις πραγματικά. Πώς αλλιώς θα ερμηνεύσουμε τον κόσμο; Φαντάσου τον σαν μια σταθερά.”

Διαλογίστηκε μαζί της για τη μνήμη που χάνεται στο χρόνο και για το τί τελικά επιλέγουμε να θυμόμαστε. Είναι εντάξει να ξεχνάς, ξέρεις, είπε. Είναι καλό. Στην πραγματικότητα, μερικές φορές πρέπει να ξεχνάμε. Είναι σημαντικό να ξεχνάμε. Το κάνουμε επίτηδες. Σημαίνει πως αναπαυόμαστε λιγάκι. Ακούς; Πρέπει να ξεχνάμε. Αλλιώς δεν θα κοιμόμασταν ποτέ πιά.”

 

With Love to Jean-Paul Belmondo – Pauline Boty 1962 πηγή : https://www.wikiart.org

Της μίλησε για τέχνη ζωντανεύοντάς την στα μάτια της, περιγράφοντάς της χρώματα και σχήματα και της σύστησε την τέχνη του κολάζ, ωθώντας την να μελετήσει αργότερα το έργο της Βρετανίδας καλλιτέχνιδος της ποπ αρτ Πωλίν Μπότυ. Η Μπότυ είναι το κρυφό πνεύμα που διαπνέει όλη την ιστορία. Ο Ντάνιελ την είχε γνωρίσει στις αρχές του ’60 και την είχε ερωτευθεί, η Ελίσαμπεθ έκανε τη διατριβή της πάνω στο έργο της και η Σμιθ ξαναφαντάζεται, αναβιώνει και ερμηνεύει τους πίνακές της σε όλο το βιβλίο.

Τώρα ο Ντάνιελ βρίσκεται σε ‘περίοδο παρατεταμένου ύπνου’ και οι γιατροί πιστεύουν ότι δεν θα κρατηθεί για πολύ ακόμη στη ζωή. Το μυαλό του είναι ακόμη ζωντανό και στην αφήγηση παρεμβάλλονται και μερικά από τα όνειρά του στα οποία βλέπει τον εαυτό του νέο και δυνατό αλλά και κάποιοι από τους ανθρώπους που στιγμάτισαν τη ζωή του. “Ο Ντάνιελ Γκλουκ κοιτάζει από το θάνατο προς τη ζωή, ύστερα πάλι προς το θάνατο.” Η Ελίσαμπεθ κάθεται κοντά του και του διαβάζει Ντίκενς και Χάξκλεϋ ενώ σκηνές από το παρελθόν του καθενός αλλά και από την κοινή τους πορεία εναλλάσσονται στην αφήγηση και σαν άλλο κολάζ συνθέτουν την εικόνα τους.

Την ίδια στιγμή ο κόσμος γύρω τους μεταβάλλεται. Μετά το δημοψήφισμα, το χωριό που ζει η μητέρα της Ελίσαμπεθ είναι ‘σκυθρωπό’. Μια κοινωνία διχασμένη και αποπροσανατολισμένη.  Κάποιος έχει γράψει στον τοίχο ενός σπιτιού ΓΥΡΙΣΤΕ ΣΠΙΤΙ ΣΑΣ”  και κάποιος άλλος έχει απαντήσει από κάτω “ΕΙΜΑΣΤΕ ΗΔΗ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ”.  Το μυθιστόρημα είναι γεμάτο με ‘σωκρατικούς’ διαλόγους σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από το ‘τέλος του διαλόγου’. Ακόμα και στο ταχυδρομείο, όπου η Ελίζαμπεθ πηγαίνει για  να ανανεώσει το διαβατήριό της: “Κανείς δεν μιλά σε κανέναν”. Σε μια εποχή που η επικοινωνία γίνεται ολοένα πιο γρήγορη και εύκολη, υπάρχει μια αίσθηση έντονης μοναξιάς και αποστασιοποίησης. Αλλά το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει σε όλη τη χώρα.

“Σ’ όλη τη χώρα, το γεγονός μαστίγωνε τον χώρο τριγύρω του, σαν να είχε κοπεί από πυλώνα σε καταιγίδα ένα ηλεκτροφόρο καλώδιο και να μαστίγωνε ολόγυρα τον αέρα πάνω απ’ τα δέντρα, τις στέγες, την κυκλοφορία.

Σ’ όλη τη χώρα, οι άνθρωποι ένιωθαν πως ήταν λάθος. Σ’ όλη τη χώρα, άνθρωποι ένιωθαν πως ήταν σωστό. Σ’ όλη τη χώρα, άνθρωποι ένιωθαν πως είχαν σίγουρα χάσει. Σ’ όλη τη χώρα, άνθρωποι ένιωθαν πως είχαν σίγουρα κερδίσει. [….] Σ’ όλη τη χώρα, η χώρα κατακερματισμένη. Σ’ όλη τη χώρα, οι χώρες σε διάσπαση. Σ’ όλη τη χώρα, η χώρα διχασμένη […]”

Η σύγχυση, η δυσπιστία και η ανασφάλεια που επιφέρει η σημερινή κατάσταση εκφράζονται στο συναισθηματικό ξέσπασμα της μητέρας της Ελίσαμπεθ:

“Κουράστηκα απ’ τις ειδήσεις. Κουράστηκα απ΄ τον τρόπο που προβάλλουν ως εντυπωσιακό αυτό που δεν είναι, και αντιμετωπίζουν τόσο απλοϊκά οτιδήποτε πραγματικά σοκαριστικό. Κουράστηκα απ’ τη λάσπη. Κουράστηκα απ’ το θυμό. Κουράστηκα απ’ τη σκληρότητα. Κουράστηκα απ’ την εγωκεντρικότητα. Κουράστηκα απ’ το ότι δεν κάνουμε τίποτα για να το σταματήσουμε. Κουράστηκα από το πώς το ενθαρρύνουμε. Κουράστηκα απ’ τη βία που υπάρχει και κουράστηκα απ’ τη βία που είναι καθ’ οδόν, που έρχεται, που δεν έχει συμβεί ακόμη. Κουράστηκα απ’ τους ψεύτες. Κουράστηκα απ’ τους καθαγιασμένους ψεύτες. Κουράστηκα απ’ το πώς αυτοί οι ψεύτες άφησαν να συμβεί όλο αυτό. Κουράστηκα να απορώ αν το έκαναν από βλακεία ή επίτηδες. Κουράστηκα απ’ τα ψέματα των κυβερνήσεων. Κουράστηκα απ’ τους ανθρώπους που δεν νοιάζονται πια αν τους λένε ψέματα ή όχι. Κουράστηκα να με έχουν κάνει να αισθάνομαι φοβισμένη. Κουράστηκα απ’ την έχθρα. Κουράστηκα απ’ τη φοβικότητα.”

smithΜε μια γραφή λυρική, στολισμένη με διαλείποντα σαρκασμό και φιλοσοφική διάθεση, η Σμιθ στοχάζεται πάνω στην εποχή του φθινοπώρου θεωρώντας το μια εποχή αλλαγής που παραπαίει ανάμεσα στην ηλιόλουστη διάθεση του καλοκαιριού και έναν εντελώς καταθλιπτικό χειμώνα και θίγει ουκ ολίγα θέματα όπως η ξενοφοβία, ο εθνικισμός, η διχογνωμία, τα όρια, ο θάνατος, η επίδραση των αναμνήσεων στη ζωή, η φιλία, η τέχνη, η παρατήρηση.

Εκτός όμως από αυτά, καταδεικνύει κι έναν κόσμο στον οποίο υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που νοιάζονται. Άνθρωποι που μας διδάσκουν την αληθινή δύναμη των σχέσεων αλλά και της αφήγησης. 

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ σε μετάφραση Μιλτιάδη Αργυρόπουλου.

Εκδόσεις : ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ

2 Comments Add yours

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.