ΕΚΕΙ ΚΑΤΩ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

εκεικατωστονουρανο

«Επέστρεφε. Διαρκώς επέστρεφε. Με κάθε δυνατό τρόπο ανακαλούσε τις μνήμες. Ψάχνοντας παλιά βιβλία, ξεθάβοντας παλιά ρούχα, βλέποντας ξεθωριασμένες φωτογραφίες. Υποχρέωνε το σώμα και τις αισθήσεις της να θυμηθούν. Δεν ήταν εύκολο, το σώμα ήταν άκαμπτο και οι αισθήσεις ναρκωμένες. Στην αρχή. Ύστερα από επίπονη προσπάθεια το σώμα άρχισε να μαλακώνει και οι αισθήσεις να ξυπνούν. Θυμόταν μυρωδιές: πως μύριζε το χώμα μετά τις καλοκαιρινές μπόρες. Θυμόταν γεύσεις: τη γιορτή των αισθήσεων όταν έτρωγε τα πρώτα κεράσια της χρονιάς ή τα ροδάκινα που άφηναν χνούδι στη γλώσσα, την ελαφριά ζάλη όταν έπινε το λικέρ βύσσινο της μητέρας της και την έκσταση που αισθανόταν όταν επιτέλους μύριζε άνοιξη.»

Με τις πρώτες γραμμές της «Εισόδου» δηλαδή της εισαγωγής του βιβλίου «Εκεί κάτω στον ουρανό» η συγγραφέας Γεωργία Συλλαίου ξεκαθαρίζει με τον πιο άμεσο τρόπο, ότι το αντικείμενο του βιβλίου της είναι οι μνήμες. Σ΄ αυτό το πρώιμο ξεκαθάρισμα συντελεί το προσεκτικά επιλεγμένο και απόλυτα ταιριαστό εξώφυλλο του βιβλίου ενώ ο ίδιος ο τίτλος του με τη χρήση αντίθετων λέξεων δημιουργεί ενδιαφέρον στον αναγνώστη πριν ακόμη ξεκινήσει την ανάγνωση του βιβλίου.

Ενδιαφέρον το οποίο διατηρούν στο ακέραιο οι μνήμες της ηρωίδας Αντιγόνης, μιας ενήλικης η οποία δείχνει να δυσκολεύεται, να αποχωριστεί την παιδική ηλικία και την οικογένεια ώστε να προχωρήσει στη ζωή της. Η εντύπωση που δημιουργείται μετά τις πρώτες σελίδες του βιβλίου είναι ότι «Κάπου κάποτε έγινε ένα λάθος. Συνέβη ένα μικρό δυστύχημα. Δεν υπάρχει τρόπος να βρεθεί η ακριβής χρονική στιγμή και ίσως δεν έχει σημασία. Γι’ αυτήν δεν έχει πλέον σημασία και δεν την ενδιαφέρει κανενός είδους ψυχανάλυση.» Η Αντιγόνη στα παιδικά και τα εφηβικά της χρόνια, ήταν ένα ιδιαίτερο και μοναχικό κορίτσι που φοβόταν ότι δε θα μπορούσε ποτέ να βρει φίλες. «Η μοναχική έφηβη που συνομιλούσε με τον χαζό του χωριού, ο οποίος έδειχνε να απολαμβάνει τη συντροφιά της, και που θα μπορούσε, αντί να κρατάει τα παιδιά, να έχει απλωμένες τις παλάμες της και να χαϊδεύει από τη μία το κεφάλι ενός θλιμμένου λύκου και από την άλλη τη μουσούδα μιας αλεπουδίτσας έχοντας στον ώμο της ένα αγριοπούλι.» Στο σχολείο αντιδρούσε στο πρότυπο καλής μαθήτριας δεδομένου ότι η μητέρα της ήταν δασκάλα. Η μόνη συμμαθήτριά της η Έλλη με την οποία θα καταφέρει να συνδεθεί συναισθηματικά θα έχει άδικο θάνατο. Η ενήλικη Αντιγόνη θα συνδεθεί με τη Γιολάντα μια γυναίκα ιδιόρρυθμη, ευχάριστη, ζωηρή και με χαρακτηριστική ευθύτητα η οποία θα τη βοηθήσει να βρει έστω και προσωρινά την ηρεμία που τόσο επιθυμεί.

Η Αντιγόνη σήμερα θυμάται και επανεκτιμά μια σειρά από γεγονότα της νιότης της με τη σοφία της ωριμότητας δίνοντας παράλληλα στον αναγνώστη την ευκαιρία να γνωρίσει το κορίτσι-Αντιγόνη και να διαμορφώσει εικόνα και άποψη.

Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια της νιότης η οικογένεια διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας της Αντιγόνης και το βιβλίο αναπόφευκτα αναφέρεται στο ρόλο των προσδοκιών των γονέων από τα παιδιά και του καθήκοντος αυτών για την εκπλήρωσή τους.

Old Photos of Girls and Their Dolls (3)

«Αισθανόταν ότι έκανε πάλι λάθος, ότι έπρεπε να κάνει επιτέλους μια καινούργια αρχή σ’ έναν άλλο τόπο, σ΄ αυτή την πραγματική ζωή, συντροφιά μ’ αυτούς τους ανθρώπους, που δεν την κατέκριναν, που δεν απορούσαν για τις επιλογές της, που δεν περίμεναν κάτι καλύτερο απ’ αυτή, που τη δέχονταν ακριβώς όπως ήταν χωρίς να την κοιτάζουν ερωτηματικά και που η μόνη τους προσδοκία ήταν να τη βλέπουν γαλήνια. Χρειαζόταν μια νέα ζωή χωρίς ανώφελη κριτική, χωρίς πικρίες, χωρίς διάψευση στα βλέμματα των ανθρώπων γύρω της.»

Η οικογένεια της Αντιγόνης και οι σχέσεις με το ευρύτερο συγγενικό της περιβάλλον δείχνουν ότι δεν την αφήνουν να ξεχάσει ό,τι συνέβη στην παιδική της ηλικία. Ο πατέρας οξύθυμος, κάποιες φορές ξεσπά στη μητέρα της. Η μητέρα της υποταγμένη. Η μεγαλύτερη και πράγματι πολύ όμορφη αδελφή της δείχνει να βρίσκεται σε απόσταση από την Αντιγόνη ίσως απορροφημένη από τον εαυτό της.

Η σχέση της Αντιγόνης με τη μητέρα της έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στη ζωή και τις αναμνήσεις της. Και αυτό αποδεικνύεται από ένα ανοικτό σχεδόν μεταφυσικό τέλος το οποίο εκτός από ύμνο στη σχέση μητέρας-κόρης θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως μεταθανάτια συνάντηση των δυο προσώπων σε μια στιγμή όπου ο χρόνος παγώνει. «Η Αντιγόνη χασμουρήθηκε και παρατήρησε ότι η λάμψη του δειλινού δεν είχε ξεθωριάσει καθόλου. Για μια στιγμή παραξενεύτηκε, αλλά ήταν πολύ κουρασμένη για να ξεδιαλύνει αυτό το μικρό μυστήριο.»

Ενώ η καταγραφή και η αποτίμηση της μνήμης δείχνει απόλυτα προσωπική για την ηρωίδα, στην πραγματικότητα όμως οι εικόνες, οι σκέψεις, οι αναμνήσεις μοιάζουν τόσο οικείες και γνωστές αλλά και τόσο προσωπικές για τον κάθε ένα. Δεν είναι σαφές αν η επιλογή των λέξεων που περιγράφουν αυτές τις αναμνήσεις ή η ποιότητα αυτών των αναμνήσεων δημιουργούν την αίσθηση της οικειότητας με την Αντιγόνη.

Το βιβλίο δημιουργεί μια ατμόσφαιρα την οποία ο αναγνώστης μοιράζεται με την ηρωίδα και διατηρεί μια ιδιαίτερη μελαγχολία σε όλες τις σελίδες του. Μήπως όμως η αναμόχλευση της μνήμης, το σκάλισμα των αναμνήσεων δεν είναι διεργασίες μελαγχολικές από τη φύση τους όχι μόνο λόγω της χρονικής απόστασης από το γεγονός που ανακαλείται αλλά και από την ολοκλήρωσή του σε παρελθόντα χρόνο; «Τι έχει μεγαλύτερη σημασία; Η στιγμή που όλα φαίνονται καθαρά, τόσο καθαρά, ώστε να είναι ανώνυμα, ή μήπως οι τόσες φορές που τα γεγονότα είναι θαμπά εξαιτίας της μέθης μιας επιτυχίας παράλογης, μιας νίκης αναίτιας –απέναντι σε ποιον και γιατί;- οι στιγμές που τα πράγματα έχουν όνομα, που είναι τυραννικά επώνυμα;»

Αυτή βέβαια η χρονική απόσταση μαζί με το συναίσθημα που παράγεται κάθε φορά από την ανάμνηση αλλοιώνει και θαμπώνει το γεγονός και την πραγματική του αξία. «Οι μνήμες της δεν ήταν ποτέ απολύτως καθαρές, υπήρχε μια καλειδοσκοπική διαστρέβλωση, που ωστόσο δεν αλλοίωνε την υποκειμενική της πραγματικότητα, αντιθέτως την παρέθετε ενώπιόν της με μια φασματική λάμψη».

Υπάρχουν όμως και οι στιγμές της πραγματικότητας. Οι στιγμές που η Αντιγόνη αναλογίζεται και συνειδητοποιεί τι ήταν οι μνήμες της και πως τις χρησιμοποιούσε στη ζωή της. Τι της πρόσφεραν και τι τους πρόσφερε εκείνη.

«Σε κάποιες στιγμές διαύγειας συνειδητοποιούσε τι έκανε. Αυτή η ίδια σκηνοθετούσε τη ζωή της, την κατέγραφε σαν ένα προσωπικό φαντασιακό ημερολόγιο, ανέθετε τους ρόλους στον εαυτό της και προκαθόριζε τα γεγονότα, όλα αυτά που της συνέβαιναν ή που επρόκειτο να της συμβούν. Αλλοίωνε το παρελθόν και προκαλούσε το μέλλον, ενώ το παρόν επιβραδυνόταν σαν ταινία σε αργή κίνηση έτσι όπως το ζούσε και το επόπτευε ταυτοχρόνως μετατρέποντάς το σε ημερολογιακή καταγραφή της μνήμης.»

maxresdefaultΗ συγγραφέας υιοθετεί ένα καθαρό, κοφτό ρυθμό με μικρές προτάσεις ο οποίος πιθανόν να οφείλεται όχι μόνο στο θέμα με το οποίο καταπιάνεται η Συλλαίου αλλά και στις μουσικές σπουδές της οι οποίες ίσως να επηρέασαν τον τρόπο σκέψης και γραφής της. Η αφήγηση γίνεται σε τρίτο ενικό πρόσωπο ενώ μέσα στο βιβλίο υπάρχουν μικρά ημερολογιακά μέρη όπου η συγγραφέας αξιοποιεί πλην του πεζού και τον ποιητικό λόγο. Ο λόγος έχει μια συνεχή, όχι πάντα ευχάριστη, ροή από λέξεις, σκέψεις, συναισθήματα, εικόνες.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ.

Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ

One Comment Add yours

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.