ΕΝΑ ΠΕΝΤΙΓΚΡΙ

pedigree

«Ελπίζω να με συγχωρήσετε για όλα αυτά τα ονόματα και όσα ακόμη θα ακολουθήσουν. Είμαι ένας σκύλος που παριστάνει ότι έχει πεντιγκρί. Η μητέρα και ο πατέρας μου δεν ανήκαν σε κανέναν σαφώς προσδιορισμένο κύκλο ανθρώπων. Τόσο σκόρπιοι, τόσο ανερμάτιστοι, που αγωνίζομαι να βρω κάποια ίχνη, κάποια σταθερά σημεία μέσα σ’ αυτή την κινούμενη άμμο, σαν αυτούς που προσπαθούν να συμπληρώσουν με γράμματα μισοσβησμένα μια ληξιαρχική πράξη ή τα προσωπικά στοιχεία σ’ ένα ερωτηματολόγιο.»

Ο Πατρίκ Μοντιανό στις πρώτες σελίδες του βιβλίου του «Ένα πεντιγκρί» με αφοπλιστική ειλικρίνεια και ευθύτητα  αιτιολογεί τον τίτλο και τη μορφή που ακολούθησε στη συγγραφή του. Το βιβλίο αυτό που έγραψε το 2005, και κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες στην Ελλάδα, υμνήθηκε όσα λίγα από το σύνολο των κριτικών ενώ για κάποιους από αυτούς θεωρείται το καλύτερο βιβλίο που έχει γράψει μέχρι σήμερα.

Το θέμα που πραγματεύεται ο κάτοχος του Νόμπελ Λογοτεχνίας του 2014 είναι απλό. Μέσα σε εκατό σελίδες και ένα μακρύ κατάλογο ονομάτων, στιγμών, τόπων και χρονολογιών εξιστορεί με λεπτομέρεια και ακρίβεια τα είκοσι πρώτα χρόνια της ζωής του.

Ο τρόπος που χρησιμοποιεί όμως ο «συγγραφέας της μνήμης και της απουσίας» για την εξιστόρηση αυτή, επιβεβαιώνει τη μεγάλη συγγραφική δεξιοτεχνία που διαθέτει και την οποία αξιοποιεί στο έπακρο στην παρουσίαση αυτών των πρώιμων πικρών χρόνων του.

«Αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό. Σ’ ετούτο το χώμα –ή την κοπριά- φύτρωσα. Τα πιο πολλά από τα θραύσματα της ζωής τους τα μάζεψα από τη μητέρα μου. Πολλές λεπτομέρειες για τον πατέρα μου της διέφευγαν, για τον κόσμο της παρανομίας και της μαύρης αγοράς όπου κινούνταν, σπρωγμένος από τις συνθήκες. Τα αγνοούσε σχεδόν όλα. Και εκείνος πήρε τα μυστικά στον τάφο του.»

Ο Πατρίκ Μοντιανό γεννήθηκε το 1945 σε προάστιο του Παρισιού. Οι γονείς του γνωρίστηκαν στο Παρίσι τον καιρό της κατοχής σε μια «περίεργη και θολή εποχή.» Ο πατέρας του καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη από μια εβραϊκή οικογένεια της Τοσκάνης. Ο ίδιος δεν πήρε απολυτήριο από το κολέγιο και «έπρεπε από νωρίς να τα βγάλει πέρα μόνος του.» Η μητέρα του ήταν Βελγίδα από Φλαμανδική εργατική οικογένεια, η οποία ασχολήθηκε από νωρίς και χωρίς σημαντική επιτυχία με την τέχνη της υποκριτικής και του θεάτρου ενώ έλαβε μέρος σε λίγες ταινίες και δούλεψε και ως χορεύτρια σε μιούζικ χολ.

«Ήταν ένα όμορφο κορίτσι με στεγνή καρδιά. Ο αρραβωνιαστικός της της χάρισε ένα τσόου τσόου, αλλά δεν το φρόντιζε καθόλου και το παρατούσε εδώ κι εκεί, σε διάφορους ανθρώπους, όπως θα έκανε αργότερα και μ’ εμένα. Το τσόου τσόου αυτοκτόνησε πηδώντας από το παράθυρο. Αυτός ο σκύλος εμφανίζεται σε κάνα δυο φωτογραφίες και πρέπει να ομολογήσω ότι με συγκινεί πάρα πολύ και ότι αισθάνομαι μια βαθιά συγγένεια μαζί του.»

Δυο χρόνια αργότερα, το 1947, γεννιέται ο αδελφός του. Τα δυο αγόρια από μικρή ηλικία ζουν σχεδόν μόνα τους καθώς οι γονείς τους τραβούν διαφορετικούς προσωπικούς δρόμους. Τη φύλαξή τους αναλαμβάνει ένα πλήθος διαφορετικών ανθρώπων στους οποίους κατά καιρούς και συνήθως ευκαιριακά εμπιστεύονται τη φροντίδα των δυο αγοριών οι γονείς τους. «Τον Σεπτέμβριο του 1950, βαφτιστήκαμε στο Μπιαρίτς, στην εκκλησία του Αγίου Μαρτίνου χωρίς οι γονείς μας να είναι παρόντες.»

Καθώς οι γονείς τους ακολουθούν τις επιλογές τους, τη ζωή τους, τις δουλειές τους τα παιδικά χρόνια των δυο αδελφών περιλαμβάνουν πολλές μετακινήσεις σε διάφορες πόλεις της Γαλλίας: από το Παρίσι βρίσκονται στη Μπιαρίτς, πίσω στο Παρίσι, στο Ζουί-αν-Ζοζάς, πάλι στο Παρίσι και το Ζουί-αν-Ζοζάς φοιτώντας συνήθως ως εσωτερικοί σε διάφορα σχολεία.

«Θα πάω σε όλα τα σχολεία του Ζουί-αν-Ζοζάς. Οι πρώτες νύχτες στον κοιτώνα είναι δύσκολες και συχνά θέλω να κλάψω. Σύντομα όμως βρίσκω έναν τρόπο να παίρνω κουράγιο: συγκεντρώνομαι σε ένα συγκεκριμένο σημείο, είναι κατά κάποιον τρόπο το φυλαχτό μου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένα μαύρο πλαστικό αλογάκι.»

Το Φεβρουάριο του 1957 έχασε τον αδελφό του.

«Εκτός από τον αδελφό μου τον Ρουντί, εκτός από το θάνατό του, πιστεύω ότι τίποτε άλλο απ’ όσα αναφέρω εδώ δεν με αφορά ουσιαστικά. Γράφω αυτές τις σελίδες όπως θα ‘γραφε κανείς μια αναφορά ή ένα βιογραφικό, ως αποδεικτικό στοιχείο και αναμφίβολα για να τελειώνω με μια ζωή που δεν ήταν η δική μου.»

Ο Μοντιανό είναι ένα παιδί «τρυφερό όπως όλα τα παιδιά που δεν τα έχουν αγαπήσει» το οποίο μετά και το θάνατο του αδελφού του βρίσκει καταφύγιο σε ανθρώπους με τους οποίους δεν είχε κάποια συγγενική σχέση αλλά του πρόσφεραν αυτά που αναζητούσε η τρυφερή του καρδιά: «Η Ζοζέ ήταν η κοπέλα που με πρόσεχε από τα έντεκά μου χρόνια ως τα δεκατέσσερα, όταν έλειπε η μητέρα μου. Ο Ανρί, ο άντρας της, ήταν κτηνίατρος στη φάρμα. Εκείνοι ήταν το μόνο μου καταφύγιο» καθώς η μητέρα του ήταν σχεδόν πάντα απούσα, «Αγόρι μου, μη νομίζεις ότι σε ξέχασα, αλλά δεν έχω καθόλου χρόνο να σου στέλνω δέματα», περιοδεύουσα συνήθως με θεατρικούς θιάσους, επικοινωνώντας αραιά με τον εσωτερικό σε οικοτροφεία Πατρίκ

«Είναι πάντοτε οδυνηρό να βλέπεις ένα παιδί να μπαίνει στο οικοτροφείο γνωρίζοντας ότι θα μείνει φυλακισμένο εκεί. Ο καθένας θα ήθελε να το κρατήσει. Εκείνης άραγε της πέρασε καθόλου από το μυαλό. Προφανώς ήταν ανελέητη απέναντί μου. Κι ύστερα, έπρεπε να φύγει για ένα ταξίδι στην Ισπανία, για αρκετό καιρό.»

Οι μετακινήσεις συνεχίζονται και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων παραμονή στη Μονσέλ, επιστροφή στο Παρίσι, μετάβαση στο Μπόρνμουθ της Αγγλίας με τη μητέρα του, επιστροφή στο Παρίσι, έπειτα εγκατάσταση στην Άνω Σαβοΐα και επιστροφή στο Παρίσι όπου τελικά το 1962 εγγράφεται στο λύκειο Henri IV, «στην τάξη της φιλοσοφίας, ως οικότροφος, παρόλο που οι γονείς μου μένουν μόλις εκατοντάδες μέτρα από το λύκειο.»

Κατά διαστήματα και κάτω από δύσκολες συνθήκες ζει με τη μητέρα του στο Παρίσι ενώ οι συναντήσεις με τον πατέρα του γίνονται σε διάφορα μέρη όπως φουαγιέ ξενοδοχείων, καφετέριες. Φίλοι του πατέρα του εμφανίζονται και φωτίζουν πλευρές της άγνωστης στον Πατρίκ και σχεδόν σκοτεινής ζωής του.

«Μου έστειλε μια επιστολή στην οποία μου έλεγε για τον πατέρα μου: «Μην απελπίζεστε επειδή πέθανε μέσα στη μοναξιά. Ο πατέρας σας δεν μάχονταν τη μοναξιά. Είχε πολύ μεγάλη φαντασία –για να λέμε τη αλήθεια αποκλειστικά εστιασμένη στις επιχειρήσεις του- την οποία έτρεφε με φροντίδα κι εκείνη έτρεφε το πνεύμα του. Ποτέ δεν ήταν μόνος, γιατί πάντα κάτι σκάρωνε, κι αυτό του έδινε εκείνο τον παράξενο αέρα που έκανε πολλούς να αισθάνονται άβολα.»

Οι περιστασιακές περιπλανήσεις συνεχίζονται στο Σαιν Λο, το Μπορντώ και επιστροφή στο Παρίσι και μ’ αυτόν τον τρόπο ο Πατρίκ θα περάσει τα περισσότερα χρόνια μέχρι την ενηλικίωσή του με συνεχείς αλλαγές σχολείων παραμένοντας κυρίως σε οικοτροφεία ως εσωτερικός.

«Τα νυχτερινά φωτάκια του κοιτώνα. Η επιστροφή στον κοιτώνα μετά τις διακοπές. Η πρώτη νύχτα είναι οδυνηρή. Ξυπνάμε και δεν καταλαβαίνουμε που βρισκόμαστε. Τα νυχτερινά φωτάκια μας επαναφέρουν στη σκληρή πραγματικότητα. Τα φώτα σβήνουν στις εννέα το βράδυ. Το κρεβάτι είναι πολύ μικρό. Τα σεντόνια δεν τ’ αλλάζουν για μήνες και βρωμάνε. Το ίδιο και τα ρούχα μας.»

Η εφηβεία που ακολουθεί δημιουργεί παράλληλα και νέα ενδιαφέροντα και ανησυχίες

«Εκείνα τα παράξενα χρόνια της εφηβείας μου, η Αλγερία ήταν μια προέκταση του Παρισιού και το Παρίσι δεχόταν τα κύματα και την ηχώ από την Αλγερία, σαν να φυσούσε ο σιρόκος πάνω από τα δέντρα του Κεραμεικού φέρνοντας μαζί του λίγη από την άμμο της ερήμου και της παραλίας…»

Το 1965, «γράφομαι στη φιλοσοφική σχολή για να παρατείνω την αναβολή μου από τη στρατιωτική θητεία. Δεν θα παρακολουθήσω ποτέ τα μαθήματα και θα είμαι ένας φοιτητής-φάντασμα.» Στη Σχολή αυτή θα γνωρίσει το συγγραφέα Ρεϊμόν Κενώ ο οποίος θα παίξει σημαντικό ρόλο στη ζωή του συνεισφέροντας ίσως στην κατοπινή απόφαση του Μοντιανό να γίνει συγγραφέας, «Ο Ρεϊμόν Κενώ είχε την ευγένεια να με δέχεται κάθε Σάββατο.»

Οι γονείς του συνεχίζουν τις περιστασιακές εμφανίσεις στη ζωή του νεαρού Πατρίκ με τη μητέρα του «θα σου ζητήσω λοιπόν, αγόρι μου, να μου στείλεις όσα λεφτά σου έχουν μείνει» καθώς ο  έφηβος Πατρίκ «εκείνη την εποχή επιβίωνα πουλώντας μεταχειρισμένα βιβλία». Μια φορτισμένη συναισθηματικά ανταλλαγή επιστολών μεταξύ του Πατρίκ και του πατέρα του σχετικά με την κατάταξή του στο στρατό την οποία διακαώς επιθυμούσε ο πατέρας του ήταν η αφορμή για την πλήρη και οριστική διακοπή των σχέσεων τους το 1966.

Σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης και της άβολης καταγραφής των γεγονότων της ζωής του Μοντιανό, εμφανίζονται και περνούν από τη ζωή του λογοτεχνικά έργα και συγγραφείς γνωστοί ή και άγνωστοι στο ευρύ κοινό, οι οποίοι θα αποτελέσουν τον καταλύτη αλλά και τη λύτρωση για το μελλοντικό μεγάλο συγγραφέα. Ξεκινώντας από τον «Τελευταίο των Μοϊκανών» και «Το βιβλίο της ζούγκλας», περνώντας στο Δουμά, τη Λάγκερλεφ και τον Τουέιν συνεχίζοντας με τη «Μαντάμ Μποβαρί», τη «Μανόν Λεσκώ» και τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» και αργότερα με το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας».

Στα 22 του χρόνια ξεκίνησε η επαγγελματική ενασχόλησή του Μοντιανό με τη συγγραφή η οποία αποτέλεσε αφενός το καταφύγιο και τη διέξοδο στη δύσκολη παιδική του ηλικία αλλά και αφετέρου το χρονικό μιας προαναγγελθείσας επιτυχίας. Ένα βράδυ του Ιουνίου του 1966 το πρώτο του βιβλίο εκδίδεται

«Εκείνο το βράδυ, αισθάνθηκα ανάλαφρος για πρώτη φορά στη ζωή μου. Η απειλή που κρεμόταν πάνω μου όλα αυτά τα χρόνια, που με κρατούσε σε διαρκή αγωνία, διαλύθηκε μέσα στον αέρα του Παρισιού. Άνοιξα πανιά πριν βυθιστεί το σαρακοφαγωμένο σκαρί. Ήταν καιρός.»

Ο Μοντιανό με απλό, περιγραφικό και ταυτόχρονα βαθιά σπαραχτικό τρόπο παραθέτει ονόματα ανθρώπων που είχαν κάποια εμπλοκή στη ζωή του από απλούς γείτονες, γνωστούς των γονιών του, εφήμερες σχέσεις τους ή κατοπινούς συντρόφους. Καταγράφει με περίσσεια λεπτομέρεια όλους τους τόπους στους οποίους έζησε ή απλά πέρασε, απαριθμώντας διευθύνσεις με οδό και αριθμό. Η αφήγησή του αν και πρωτοπρόσωπη παραμένει ασυγκίνητη θαρρείς και περιγράφει τη ζωή ενός άλλου με τον οποίο δεν τον συνδέει κάποιος συναισθηματικός δεσμός επιτυγχάνοντας όμως και με αυτόν τον τρόπο μια αναπόφευκτη ταύτιση του αναγνώστη με τον περιπλανώμενο νεαρό. Αν και ο Μοντιανό με το πλήθος των προσεκτικά τακτοποιημένων πληροφοριών που παραθέτει δημιουργεί στον αναγνώστη συναισθήματα έντονης απόρριψης για τους γονείς του, ο ίδιος δεν εμφανίζει κάποια κριτική ή επικριτική διάθεση απέναντί τους.

«Και περνούν οι μέρες και οι μήνες. Και οι εποχές. Μερικές φορές, θα ήθελα να γυρίσω πίσω και να ξαναζήσω αυτά τα χρόνια καλύτερα απ’ ότι τα έζησα. Πώς όμως;»

Παράλληλα με την περιγραφή της πορείας της παιδικής και εφηβικής του ζωής, ο συγγραφέας του «Ένα πεντιγκρί» αποδεικνύει ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε, να κυνηγήσουμε και τελικά να πραγματοποιήσουμε τα όνειρά μας ανεξάρτητα αν οι συνθήκες είναι δύσκολες ή και δυσμενείς, παραμένοντας σταθεροί σ’ αυτό που θεωρούμε ως στόχο ζωής.

patrick-modianoΗ αλήθεια του βιβλίου καθαρή και αδιαπραγμάτευτη φέρνει κάποιες φορές σε αμηχανία τον αναγνώστη, πολύ δε περισσότερο τον επίδοξο σχολιαστή. Η σχέση με τα καθοριστικά παιδικά χρόνια, η αναμόχλευση γεγονότων, απλών περιστατικών ή στιγμιότυπων από εκείνες τις εποχές δημιουργεί στον καθένα άλλοτε ευχάριστα και άλλοτε επώδυνα συναισθήματα. Ποιος είπε άλλωστε ότι το παιχνίδι της λήθης και της μνήμης είναι εύκολο;

«Θα συνεχίσω να ανασκαλεύω αυτά τα χρόνια, χωρίς νοσταλγία, αλλά με βιάση. Δεν είναι δικό μου λάθος αν οι λέξεις μπερδεύονται. Πρέπει να βιαστώ, αλλιώς θα χάσω το κουράγιο μου.»

Το βιβλίο κυκλοφορεί σε θαυμάσια μετάφραση της Ελένης Τζιάφα από τις εκδόσεις Πόλις.

Εκδόσεις : ΠΟΛΙΣ

2 Comments Add yours

  1. Από Μοντιανό έχω διαβάσει μόνο το καφέ της χαμένης νιότης και μου άφησε μέτριες εντυπώσεις..Αλλά το συγκεκριμένο ακούγεται ενδιαφέρον.

    Liked by 1 person

    1. Να το διαβάσεις! Είναι, ίσως, το καλύτερό του.

      Liked by 1 person

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.