Ο ΚΑΛΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

 

o-kalos-stratiotis-9789600118483-1000-1227711«Ο καλός στρατιώτης – Μια ιστορία πάθους» είναι ένα μυθιστόρημα που έγραφε ο Φορντ Μάντοξ Φορντ (ψευδώνυμο του Φορντ Χέφερ) και δημοσιεύθηκε το 1915 –  όπου τότε η κριτική, πραγματικά, το αγνόησε.

Ο συγγραφέας του υπήρξε μια πολύ σημαντική μορφή των βρετανικών γραμμάτων και κυρίως του αγγλικού μοντερνισμού. Πεζογράφος, ποιητής, κριτικός, εκδότης δυο λογοτεχνικών περιοδικών στα οποία δημοσίευσε έργα της συγγραφικής αφρόκρεμας της εποχής όπως του Πάουντ, του Τζόις, του Χάρντι, του Λόρενς, του Χέμινγουει. Έγραψε αρκετά μυθιστορήματα είτε μόνος είτε σε συνεργασία με τον Κόνραντ, με τον οποίο όπως αναφέρει στο εξαίρετο επΤζόίμετρό του ο μεταφραστής του βιβλίου Γ.Ι. Μπαμπασάκης, «συνεργάστηκε στη συγγραφή τριών μυθιστορημάτων και διδάχτηκε απ’ αυτόν το πως θα πρέπει να χρησιμοποιούνται οι λέξεις και να συντίθενται τα μυθιστορήματα».

Η ιστορία που περιγράφει το βιβλίο δείχνει απλή. Ο αφηγητής Τζον Ντάουελ, Αμερικανός υπήκοος όπως και η σύζυγός του Φλόρενς, προσπαθεί να διηγηθεί την ιστορία του δικού του γάμου όπως και του γάμου των Άσπερναμ. Η Ιρλανδή Λεονόρα και «ο καλός στρατιώτης» Άγγλος Έντουαρντ ζουν σε ένα δύσκολο γάμο ο οποίος διαλύεται, όπως και ο γάμος του αφηγητή. Ο αφηγητής μέσα από την παρατήρηση της ζωής των Αμερικάνων αλλά και της δικής του με τη Φλόρενς, μεταφέρεται σταδιακά από μια ευτυχισμένη ζωή στη δυστυχία.

«Γνωρίζαμε το ζεύγος Άσπερναμ. Είχαμε πολύ στενές σχέσεις μαζί τους για εννέα καλοκαίρια στην πόλη του Ναουχάιμ –ή μάλλον είχαμε μια σχέση μαζί τους άνετη και χαλαρή, κι ωστόσο στενή όσο ένα καλό γάντι στο χέρι σου. Η γυναίκα μου κι εγώ γνωρίζαμε τον λοχαγό και την κυρία Άσπερναμ τόσο καλά όσο είναι δυνατόν να γνωρίζεις κάποιον, κι ωστόσο, με μιαν άλλη έννοια, δεν γνωρίζαμε τίποτα, απολύτως τίποτα για κείνους.»

Ο αφηγητής με ένα μείγμα ευφυίας και αφέλειας, σοβαρότητας αλλά και επιπολαιότητας αποδεικνύεται στην πορεία του βιβλίου αντί για παντογνώστης μάλλον αφερέγγυος, όπως ακριβώς και οι ήρωες της ιστορίας του. «Τα φαινόμενα απατούν» για μια ακόμη φορά καθώς στην πορεία του βιβλίου αποδεικνύεται ότι οι καλοί δεν είναι τόσο καλοί, οι ασθενείς δεν είναι τόσο ασθενείς, οι πιστοί δεν είναι τόσο πιστοί. Βαθμιαία όλα αλλάζουν, αποκαλύπτονται, αποδομούνται και αφαιρούνται ζωές ανθρώπων που θεωρούνταν «άσπιλοι και άμωμοι».

«Έχω και το ξέρω, αφηγηθεί την ιστορία αυτή μ’ έναν τρόπο ακανόνιστο, δίχως συνοχή, και θα ‘ναι δύσκολο πολύ για τον καθένα να βρει το δρόμο του μέσα απ’ αυτό που ίσως μοιάζει με λαβύρινθο. Αλλά δε μπορώ να κάνω τίποτα πια, δε μπορώ να βοηθήσω. Επέμεινα στην ιδέα πως βρίσκομαι σε κάποιαν αγρέπαυλη μ’ έναν σιωπηλό ακροατή, που ανάμεσα απ’ τις ριπές του αγέρα και τον αχό της απόμακρης θάλασσας ακούει την ιστορία μου όπως του τη λέω. Κι όταν κανείς αφηγείται μια τέτοια ιστορία –παρατεταμένη, λυπηρή, θλιμμένη-, πηδάει ακανόνιστα από το παρελθόν στο μέλλον κι από το μέλλον στο παρελθόν. Θυμάται άξαφνα σημεία που είχε ξεχάσει, και τα εξηγεί λεπτομερειακά, μια που διαπιστώνει πως δεν τα έθιξε όταν έπρεπε και πως ενδέχεται η άκαιρη παράλειψή τους να έχει δημιουργήσει εσφαλμένες εντυπώσεις. Παρηγοριέμαι στη σκέψη ότι πρόκειται για μιαν αληθινή ιστορία και ότι τελικά όλες οι αληθινές ιστορίες μεταδίδονται μ’ αυτόν τον τρόπο καλύτερα, σα να πρόκειται για μια ιστορία που διηγείται κάποιος σε κάποιον άλλον, προφορικά. Έτσι μοιάζουν πιο πειστικές, πιο αληθινές.»

«Ο καλός στρατιώτης» έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο γραφής, κατά τον οποίο ο αφηγητής συνεχώς αναιρεί γεγονότα, καταστάσεις, διηγήσεις και συναισθήματα σύμφωνα με το πρίσμα που «βλέπει», ή καλύτερα, νιώθει τα γεγονότα που αφηγείται. Είναι ένα πρίσμα το οποίο διορθώνει ή παραμορφώνει την πραγματικότητα και παρουσιάζει την ιστορία σύμφωνα με την εντύπωση που αυτή δημιουργεί στον Ντάουελ.

Ο ιδιαίτερος και διαφορετικός τρόπος γραφής του Φορντ υμνήθηκε από μια σειρά συγγραφέων πολλά χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του μυθιστορήματός του με επικεφαλής τον Γκράχαμ Γκριν τη δεκαετία του ’50 και τους Τζούλιαν Μπαρνς και τον Κολμ Τόμπιν στη σύγχρονη εποχή.

Ο συγγραφέας επιθυμούσε το βιβλίο του να έχει τον τίτλο «Η πιο θλιβερή ιστορία» από την πρώτη φράση του βιβλίου «Αυτή: η πιο θλιβερή ιστορία που έχω ποτέ μου ακούσει –η πιο θλιβερή», ο οποίος όμως δεν έγινε αποδεκτός από τον εκδότη καθώς ήταν η εποχή που ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος κατέστρεφε την Ευρώπη κι αυτός ο τίτλος θα χαρακτηριζόταν ως παντελώς άστοχος σε σχέση με τον πόνο και τα δεινά του πολέμου. Στην πραγματικότητα όμως είναι μια πολύ θλιβερή ιστορία η οποία προκύπτει ως αποτέλεσμα μιας ματιάς και ενδοσκόπησης στον εσωτερικό κόσμο που ο καθένας Ford κουβαλάει.

«Δεν ήξερα τι να πω. Ήθελα να πω «Ο Θεός να σ’ έχει καλά»- γιατί είμαι κι εγώ συναισθηματικός άνθρωπος. Αλλά σκέφτηκα πως δεν ήταν και πολύ εγγλέζικο αυτό κι έφυγα μισοτρέχοντας

Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από την εξαιρετική σειρά Aldina των εκδόσεων Gutenberg σε καταπληκτική μετάφραση του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη ξαναδουλεμένη από την αρχική μετάφραση που είχε κάνει ο ίδιος τη δεκαετία του ’90 για την πρώτη έκδοση του βιβλίου στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Δελφίνι.

Εκδόσεις : GUTENBERG

One Comment Add yours

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.