ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΗΣ ΦΕΛΙΣΑΣ

στις

Η μυθιστορηματική βιογραφία με τίτλο Τα ονόματα της Φελίσας (εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ, μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη) του Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες (Juan Gabriel Vásquez, 1973 – ),  είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα αφηγηματικά εγχειρήματα της σύγχρονης λατινοαμερικανικής πεζογραφίας και ένα βιβλίο που δικαιώνει απόλυτα τη φήμη και το ταλέντο του δημιουργού του.

Ο Βάσκες σ’ αυτό το βιβλίο επιστρέφει στην παλιά του εμμονή  – για τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της Ιστορίας και της πολιτικής και τον τρόπο που αυτές οι δυνάμεις διαστρέφουν την ιδιωτική ζωή –, για να ανασυνθέσει την πολυκύμαντη ζωή της πατριώτισσάς του, γλύπτριας Φελίσα Μπουρστίν (Feliza Bursztyn, 1933-1982).

Η σπίθα που άναψε το ενδιαφέρον του για την πρωτοπόρο γλύπτρια και τη ζωή της προήλθε από μια πρόταση που διάβασε σε ένα άρθρο, γραμμένο το 1982 από τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες : ‘Η εξόριστη στη Γαλλία κολομβιανή γλύπτρια Φελίσα Μπουρστίν πέθανε από θλίψη στις 10.15’μ.μ. της περασμένης Παρασκευής, 8 Ιανουαρίου, σ’ ένα παρισινό εστιατόριο’. Αυτό που τράβηξε το ενδιαφέρον του ήταν οι λέξεις από θλίψη, λέξεις που ακούμπησαν στη σκέψη του σαν ένας γρίφος που έπρεπε να απαντηθεί.  Τι σημαίνει να πεθαίνεις από θλίψη; Γιατί μια τέτοια γυναίκα, ζωηρή, ανυπόταχτη, με γέλιο που τρόμαζε τα ξένα σκυλάκια και ξυπνούσε τους μεθυσμένους στα πάρτι, κατέληξε να σβήσει αθόρυβα σε ένα παρισινό εστιατόριο;

Ο συγγραφέας ακολουθεί τα ίχνη της ζωής της Μπουρστίνστη Μπογκοτά, τη Νέα Υόρκη και το Παρίσι, ανασυνθέτοντας μια διαδρομή που είναι ταυτόχρονα καλλιτεχνική όσο και υπαρξιακή και μια ζωή που ορίστηκε από την τέχνη, τον έρωτα, την πολιτική, και πάνω απ’ όλα από μια σπάνια, ανυποχώρητη αίσθηση ελευθερίας.

Η Φελίσα γεννήθηκε στη Μποκοτά όπου οι γονείς της, Εβραίοι από την Πολωνία, έφτασαν το 1933 για να επισκεφθούν έναν φίλο και τελικά αποφάσισαν να μείνουν για να ξεφύγουν από τον εφιάλτη που αναδυόταν στην Ευρώπη. Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 με το  κλίμα ακραίας πολιτικής έντασης, αντισημιτισμού και βίας που επικρατούσε στους δρόμους της Μπογκοτά, η οικογένεια αποφάσισε ότι ήταν πιο ασφαλές για τη Φελίσα να φύγει για τη Νέα Υόρκη για να τελειώσει το σχολείο. Εκεί, στα 19 της χρόνια γνώρισε τον πρώτο της σύζυγο, τον Λάρι Φλέισερ, με τον οποίο απέκτησε τρεις κόρες. Καθώς ο συντηρητικός Λάρι δεν αποδέχτηκε ποτέ την βαθιά της επιθυμία να ασχοληθεί με την τέχνη και θέλησε να την περιορίσει στον ρόλο της διακριτικής νοικοκυράς, ο γάμος τους μετατράπηκε σε κλουβί από το οποίο η Φελίσα δραπέτευσε όταν ερωτεύτηκε τον ποιητή Χόρχε Γκαϊτάν Ντουράν. Η απόφασή της να εγκαταλείψει τον γάμο της και η σχέση της με τον Ντουράν θεωρήθηκε προσβολή τόσο για τη συντηρητική κοινωνία της Μπογκοτά όσο και για την εβραϊκή κοινότητα. Το σκάνδαλο ήταν τόσο μεγάλο που ο πατέρας της έφτασε στο σημείο να οργανώσει μια συμβολική κηδεία για εκείνη, κηρύσσοντάς την νεκρή για την οικογένεια.

Με την υποστήριξη του Ντουράν η Φελίσα αφοσιώθηκε στη γλυπτική σπουδάζοντας στο Παρίσι αρχικά  δίπλα στον Όσιπ Ζάντκιν και στη συνέχεια δίπλα στον Σεζάρ Μπαλτατσίνι. Επέλεξε για υλικό της τέχνης της τα παλιοσίδερα τα οποία μεταμόρφωνε με τη χρήση του φλόγιστρου και της ηλεκτροσυγκόλλησης. Παρά τις επικρίσεις του καλλιτεχνικού κατεστημένου της εποχής, εκείνη συνέχισε με πείσμα να εξελίσσει την τέχνη της φτάνοντας να δημιουργήσει, με την εισαγωγή κίνησης και ήχου στα έργα της, ένα νέο είδος στη γλυπτική, αυτό της κινητικής τέχνης.

Ο Βάσκες περιλαμβάνει στο βιβλίο δύο από τις συνεντεύξεις που έδωσε η Φελίσα στη διάρκεια της ζωής της στις οποίες αποτυπώνονται η αυτοπεποίθηση, η επαναστατικότητα και η ζωντάνια  που τη χαρακτήριζαν. ‘…αν πρέπει να εξηγώ τα έργα μου, θα φάω όλη μου τη ζωή εξηγώντας τα  και δε θα μου μένει χρόνος να τα φτιάχνω’ απαντούσε όταν τη ζητούσαν να εξηγήσει τα έργα της. Η κοινωνία τη θεωρούσε εκκεντρική και εκείνη συντηρούσε αυτή τη φήμη λέγοντας ότι ‘σε μια χώρα φαλλοκρατική, κάνε την τρελή!’ ελπίζοντας ότι έτσι θα την άφηναν ήσυχη.

Απλό δεν ήταν κανένα από τα γεγονότα της ζωής της : ούτε τα λάθη ή οι επιτυχίες ήταν απλά, ούτε οι έρωτες ή οι απογοητεύσεις˙ δεν ήταν απλές οι αποτυχίες ούτε, πολλώ μάλλον, η παρανόηση των επιτυχιών της. Πολλά θρυλούνταν γύρω απ’ τη ζωή της, αλλά αυτόν το θρύλο είχε φροντίσει η ίδια η Φελίσα να τον χτίσει : με την πείσμονα ανεξαρτησία της, που στα μάτια των πολλών ήταν προσβολή, και με τις σιβυλλικές απαντήσεις που έδινε στους δημοσιογράφους σαν να μην τη διασκέδαζε τίποτα περισσότερο απ’ το να τους αποπροσανατολίζει, καθώς και, φυσικά, με τα πλάσματα που έβγαιναν απ’ το ατελιέ της, που σκανδάλιζαν και προκαλούσαν σύγχυση, αφού κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει πώς, αφού δεν είχαν ανθρώπινη μορφή, κατάφερναν να προκαλούν τον οίκτο, ή την οργή, ή το σαρκασμό, ή τη λαγνεία, σαν κάποια μυθολογική σκηνή σμιλεμένη σε μάρμαρο από την Καράρα.

Η Φελίσα μέσα από την αφήγηση του Βάσκες αναδεικνύεται ως μια γυναίκα ασυμβίβαστη, με ελεύθερο πνεύμα και ιδιαίτερα ανθεκτική τόσο στον κοινωνικό αποκλεισμό όσο και στα χτυπήματα της μοίρας. Ο αποχωρισμός από τις κόρες της, ο θάνατος του πατέρα της, η τραγική απώλεια του Ντουράν και ένα ατύχημα που λίγο έλειψε να της στοιχίσει τη ζωή παρακολουθούνται στο βιβλίο παράλληλα  με την ταραγμένη πολιτική ιστορία της Κολομβίας.

Και είναι αυτή η πολιτική ιστορία της χώρας της που τελικά την συνέθλιψε όταν στις 24 Ιουλίου του 1981 μετά από έφοδο του στρατού στο σπίτι της συνελήφθη με την κατηγορία της μεταφοράς όπλων στην Μ-19 (μιας από τις πιο γνωστές ένοπλες ομάδες της εποχής). Η εμπειρία της σύλληψης, της κράτησής της στους διαβόητους Στάβλους, όπου υπέστη εξαντλητικές ανακρίσεις και τελικά η νέα της φυγή, αρχικά στο Μεξικό και στη συνέχεια στο Παρίσι, ήταν αυτό που πιθανά κατάφερε να τη λυγίσει. Οι 166 μέρες εξορίας της κατέληξαν με τον απροσδόκητο θάνατό της σε ένα παρισινό εστιατόριο.

Τα ονόματα της Φελίσας δεν είναι μια κλασική βιογραφία. Είναι ένα βιβλίο που εκθέτει τη διαδικασία της έρευνας του Βάσκες, που δείχνει τα κενά, τις αμφιβολίες, τις αντιφάσεις των πηγών του χωρίς να κρύβει ότι αυτό που προσφέρει είναι μόνο μια εκδοχή της ζωής της Φελίσας, μια αφήγηση ανάμεσα σε άλλες πιθανές αφηγήσεις.

Αφηγηματικά, το βιβλίο κινείται μέσα σε δέκα μέρες, τα δέκα εκείνα εικοσιτετράωρα ανάμεσα στην άφιξη του Πάμπλο Λέιβα στο Παρίσι για να βρει τη Φελίσα και στο θάνατό της το βράδυ της Παρασκευής, 8 Ιανουαρίου 1982. Μέσα σε αυτές τις δέκα μέρες, ο συγγραφέας απλώνει ολόκληρη τη ζωή της γλύπτριας, πηγαίνοντας μπρος-πίσω στον χρόνο, με την αστάθεια ενός μυαλού που προσπαθεί να θυμηθεί. Ο Βάσκες αντί να δίνει απλώς τα ορόσημα της ζωής της, τα συνδέει με ιστορικά γεγονότα ευρύτερης γνώσης (τη δολοφονία του Κέννεντι, την Κουβανική Επανάσταση, τον θάνατο του Τσε, τον πόλεμο στο Ισραήλ), συνθέτοντας μια ταπισερί ιστορικής μνήμης γύρω από το πορτρέτο μιας γυναίκας που ήταν πάντα διαπλεκόμενη με τον κόσμο της. Η ιστορία της Φελίσας προβάλει μέσα από αναμνήσεις, μαρτυρίες φίλων, προσωπικές επιστολές και τη δική της αφηγηματική φαντασία. Ο Πάμπλο Λέιβα, ο 83χρονος πιά, σύζυγος της Φελίσας, αποτελεί την κυριότερη ζωντανή πηγή για τη σύνθεση της ζωής της. Η μνήμη του Πάμπλο, εύθραυστη και μη γραμμική, γίνεται η δομή του ίδιου του μυθιστορήματος.

Juan Gabriel Vásquez

Ο τίτλος του βιβλίου δεν αναφέρεται μόνο στις ορθογραφικές παραλλαγές του ονόματός της, αλλά στις πολλαπλές ταυτότητες που κλήθηκε να ενσαρκώσει: η Εβραία, η Κολομβιανή, η γλύπτρια, η ερωμένη, η εξόριστη.

Ο Βάσκες καταφέρνει μ’ ένα μοναδικό τρόπο να φυλακίσει σε πρόζα μια ζωή που δεν χωρούσε πουθενά επιστρέφοντας τη Φελίσα στη συλλογική συνείδηση της χώρας της, όχι ως ένα λήμμα σε κατάλογο τέχνης, αλλά ως μια ζωντανή παρουσία.

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.