Το 1925, λίγα μόλις χρόνια μετά τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο που δεν αφηγήθηκε μάχες και ηρωισμούς, αλλά τη σιωπηλή πάλη του ανθρώπου με τον χρόνο, τη μνήμη και τη μοναξιά. Εκατό χρόνια αργότερα, η Κυρία Νταλογουέι της Βιρτζίνια Γουλφ παραμένει ένα βιβλίο σημαντικό, όχι ως μνημείο λογοτεχνικού παρελθόντος, αλλά ως ένα ζωντανό έργο που συνεχίζει να συνομιλεί με τις αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου. Σ’ αυτό, μέσα σε μία και μόνο ημέρα του Ιουνίου του 1923, στο Λονδίνο, η Γουλφ κατόρθωσε να συμπυκνώσει ολόκληρη την εμπειρία της ανάγκης για επικοινωνία, τον φόβο των γηρατειών, το βάρος των επιλογών και την αδυναμία της κοινωνίας να κατανοήσει τον ψυχικό πόνο. Όμως η επέτειος των εκατό χρόνων από την πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος δεν λειτουργεί απλώς ως αφορμή αναστοχασμού πάνω σε ένα εμβληματικό έργο του μοντερνισμού, αλλά κυρίως ως υπενθύμιση ότι τα ερωτήματα που θέτει παραμένουν ανοιχτά, επείγοντα και απόλυτα σύγχρονα.

Η Βιρτζίνια Γουλφ (VirginiaWoolf, 1882-1941) υπήρξε μια μορφή βαθιά τραυματισμένη αλλά και ριζοσπαστικά δημιουργική. Γεννημένη το 1882 σε μια εύπορη και καλλιεργημένη οικογένεια του Λονδίνου, μεγάλωσε μέσα σε βιβλιοθήκες και πνευματικές συζητήσεις, χωρίς όμως να της δοθούν οι πανεπιστημιακές ευκαιρίες που απολάμβαναν τα αδέλφια της. Από πολύ νωρίς ήρθε αντιμέτωπη με τον θάνατο, πρώτα της μητέρας της, έπειτα της αδελφής της, αργότερα του αγαπημένου της αδελφού και τέλος του πατέρα της. Αυτές οι απώλειες, μαζί με την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τα ετεροθαλή αδέλφια της, την οδήγησαν σε ψυχική κατάρρευση και κατάθλιψη και τελικά στην αυτοκτονία το 1941, σε ηλικία μόλις πενήντα εννέα ετών.Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σύντομη αλλά σκοτεινή διαδρομή, η Γουλφ υπήρξε μια από τις πιο παραγωγικές και ριζοσπαστικές φωνές του 20ου αιώνα. Έγραψε μυθιστορήματα, δοκίμια, διηγήματα, έδωσε φημισμένες διαλέξεις, και διαμόρφωσε μια νέα αντίληψη για το τι μπορεί να είναι το μυθιστόρημα. Μαζί με τον σύζυγό της, Λέοναρντ Γουλφ, ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Hogarth Press και συνέβαλε στη δημιουργία του περίφημου Κύκλου του Μπλούμσμπερι, μιας ομάδας διανοουμένων και καλλιτεχνών που επιχείρησαν να επαναπροσδιορίσουν τη ζωή, την τέχνη και τις ανθρώπινες σχέσεις μετά την αυστηρότητα της βικτοριανής εποχής.
Η Κυρία Νταλογουέι γεννήθηκε μέσα σε αυτό το προσωπικό, ιστορικό και πνευματικό πλαίσιο. Η Γουλφ αρχικά συνέλαβε τον χαρακτήρα της Κλαρίσα για μια σειρά από σύντομα κείμενα που έγραφε με τον τίτλο ‘Η Κυρία Νταλογουέι’ στην οδό Μποντ’. Λίγο μετά την έκδοση του Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις, το έργο άρχισε να εξελίσσεται σε μυθιστόρημα το οποίο η Γουλφ ανέφερε στο ημερολόγιό της, ως ‘Οι Ώρες’, τονίζοντας το ενδιαφέρον της να αποτυπώσει σ’ αυτό την υφή του βιωμένου χρόνου.
Η Γουλφ τοποθέτησε χρονικά την ιστορία στο 1923, σε μια Βρετανία που παρά τη νίκη της προσπαθούσε να μαζέψει τα συντρίμμια του πολέμου, ενώ η αποικιακή κυριαρχία της συρρικνωνόταν και τα παλιά σύμβολα έμοιαζαν κούφια. Οι γυναίκες που είχαν καλύψει τις θέσεις εργασίας, όσο οι άντρες ήταν στον πόλεμο, διεκδικούσαν ίσα δικαιώματα, οι άνδρες είχαν επιστρέψει από το μέτωπο στοιχειωμένοι από όσα είχαν ζήσει και η επιστήμη δεν διέθετε ακόμη τη γνώση για να μιλήσει για το ψυχικό τραύμα.
Το μυθιστόρημα αναπτύσσεται σε μια μόνο μέρα στα μέσα Ιουνίου του 1923, με την Κλαρίσα Νταλογουέι, σύζυγο του συντηρητικού βουλευτή Ρίτσαρντ Νταλογουέι, να πηγαίνει να αγοράσει λουλούδια για τη δεξίωση που διοργανώνει εκείνο το βράδυ στο σπίτι της. Η διαδρομή της στους δρόμους του Λονδίνου, οι συναντήσεις της με πρόσωπα και συμβάντα που συναντά δίνουν ώθηση σε μια αλυσίδα σκέψεων, συναισθημάτων και αναμνήσεων που διαπερνούν το μυαλό της. Το παρελθόν της στο Μπόρτον, όπου πέρασε τα καλοκαίρια της των νεανικών της χρόνων, η φιλία της με τον Πίτερ Γουόλς και την αντισυμβατική Σάλι Σίτον ακόμα και η τελική της επιλογή να παντρευτεί τον αξιόπιστο Ρίτσαρντ αντί για τον απρόβλεπτο Πίτερ γυρνούν στο μυαλό της καθώς περπατάει ή όταν επιστρέφει στο σπίτι της και ελέγχει τις προετοιμασίες για τη δεξίωση. Παράλληλα με την ιστορία της Κλαρίσα εξελίσσεται και η ιστορία του Σέπτιμους Γουόρεν Σμιθ, ενός βετεράνου του πολέμου που πάσχει από μετατραυματικό στρες και περνάει την ημέρα με την Ιταλίδα σύζυγό του Ρέτσια, παλεύοντας με τις παραισθήσεις για τον νεκρό φίλο του Έβανς και τις ολοένα και πιο παρεμβατικές προσπάθειες των γιατρών να τον νοσηλεύσουν. Το βράδυ της ίδιας μέρας καθώς η δεξίωση της Κλαρίσα ξεκινά, ο Σέπτιμους αυτοκτονεί πέφτοντας από το παράθυρο. Τα νέα της αυτοκτονίας φτάνουν στην Κλαρίσα μέσω του γιατρού του Σέπτιμους που είναι καλεσμένος στη δεξίωση, και εκείνη αποσύρεται σε ένα μικρό δωμάτιο για να συλλογιστεί τι σημαίνει ο θάνατος αυτού του άγνωστου νεαρού άνδρα.
Η έννοια του θανάτου υπάρχει διάχυτη στο μυθιστόρημα από την εναρκτήρια σκέψη της Κλαρίσα ότι ‘είχε πάντοτε την εντύπωση πως ήταν πολύ, μα πολύ επικίνδυνο να ζεις έστω και μια μέρα’ μέχρι την τραγική αυτοκτονία του Σέπτιμους και τον στοχασμό της Κλαρίσα για τον θάνατο του νεαρού άνδρα. Αναγνωρίζει στην πράξη του τόσο την απόγνωσή του όσο και ένα παράξενο είδος ακεραιότητας, μια άρνηση συμβιβασμού που φωτίζει τη δική της επιλογή να συνεχίσει να ζει. Το διάσημο τέλος του μυθιστορήματος ‘Γιατί εκείνη ήταν εκεί ‘επιβεβαιώνει την επιλογή της Κλαρίσα να συνεχίσει να υπηρετεί τις επιλογές της διατηρώντας παράλληλα πλήρη επίγνωση του κόστους τους.
Κάτω από τη λυρική του επιφάνεια, το βιβλίο κρύβει μια οξεία κοινωνική παρατήρηση της μεταπολεμικής βρετανικής κοινωνίας. Η Γουλφ απεικονίζει έναν κόσμο που εξακολουθεί να δομείται από άκαμπτες ιεραρχίες, όπου χαρακτήρες από όλο το κοινωνικό φάσμα παλεύουν με την ταξική δυσαρέσκεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Η ίδια η Κλαρίσα κατέχει μια διφορούμενη θέση αφού είναι παντρεμένη με ένα μέλος του Κοινοβουλίου και την ίδια στιγμή συνειδητοποιεί ότι της λείπει η πνευματική λαμπρότητα της Λαίδης Μπρούτον ή η ριζοσπαστική ενέργεια της νεότητας της Σάλι Σίτον.

Η Γουλφ παρατηρεί τη ζωή των γυναικών με ιδιαίτερη λεπτότητα, εξετάζοντας τους συμβιβασμούς και τους περιορισμούς της εποχής. Η επιλογή της Κλαρίσα να παντρευτεί τον αξιόπιστο, συμβατικό Ρίτσαρντ Νταλογουέι αντί για τον παθιασμένο αλλά ασταθή Πίτερ Γουόλς δείχνει μια απόφαση που κρίθηκε ανάμεσα στην ασφάλεια και την κοινωνική αποδοχή έναντι της ελπίδας για ρομαντική ολοκλήρωση. Από την άλλη η ανάμνηση του φιλιού της Κλαρίσα με τη Σάλι Σίτον, ‘η πιο εξαίσια στιγμή της ζωής της ολόκληρης’, υποδηλώνει σεξουαλικές επιθυμίες που ο κοινωνικός κόσμος της Κλαρίσα δεν μπορούσε να χωρέσει. Η Γουλφ αντιμετωπίζει τη γυναικεία σεξουαλικότητα και τη συναισθηματική ζωή με μια ειλικρίνεια ασυνήθιστη για την εποχή της. Ποτέ δεν έκρυψε την ομοφυλοφιλία της ούτε τη βαθιά σχέση της με τη συγγραφέα Βίτα Σάκβιλ-Γουέστ· αντίθετα, την ενσωμάτωσε δημιουργικά στο έργο και τη σκέψη της.
Η κριτική της Γουλφ επεκτείνεται και στο ιατρικό κατεστημένο της εποχής που σκιαγραφείται ανίκανο να δεχτεί ή ακόμα και να αναγνωρίσει ορισμένα είδη πόνου, προτιμώντας να καταπιέζει παρά να κατανοεί το τραύμα. Το πορτρέτο του Σέπτιμους Γουόρεν Σμιθ αντανακλά την βαθιά γνώση της Γουλφ για τον ψυχικό πόνο και την οργή της για την αποτυχία του ψυχιατρικού κατεστημένου να κατανοήσει ή να βοηθήσει όσους υποφέρουν από ψυχικά νοσήματα. Οι γιατροί στο μυθιστόρημα, με την αμείλικτη αυτοπεποίθησή τους αντιπροσωπεύουν το είδος των μορφών εξουσίας που η ίδια η Γουλφ είχε υποστεί κατά τη διάρκεια των ασθενειών της.
Μία από τις πιο τολμηρές, δομικά, επιλογές της Γουλφ είναι η παράλληλη παρακολούθηση της Κλαρίσα Ντάλογουεϊ και του Σέπτιμους Γουόρεν Σμιθ, των δύο χαρακτήρων που δεν συναντιούνται ποτέ αλλά οι ιστορίες τους αντικατοπτρίζουν και φωτίζουν βαθιά η μία την άλλη. Η ίδια η Γουλφ τους αντιλαμβανόταν ως διπλούς χαρακτήρες, δύο εκδοχές της ίδιας ανθρώπινης συνείδησης, η μία συμβιβασμένη, η άλλη ανυπότακτη.
Η Γουλφ μοιράζεται αρκετά βιογραφικά στοιχεία με την ηρωίδα της. Και οι δύο είναι γυναίκες της ανώτερης κοινωνικής τάξης του Λονδίνου. Και οι δύο γνωρίζουν ότι παρά το φαινομενικό τους προνόμιο είναι κάπως περιθωριοποιημένες. Η Γουλφ, ως γυναίκα συγγραφέας χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση, εργαζόμενη εντός αλλά και εναντίον του λογοτεχνικού κατεστημένου, κατανοούσε τη θέση στην οποία βρίσκεται η Κλαρίσα. Πάνω απ’ όλα όμως, η Γουλφ μοιράζεται με την Κλαρίσα το συναίσθημα ότι ο απλός τρόπος ζωής απαιτεί θάρρος και αξίζει αναγνώρισης. Η επικέντρωσή της στη σύλληψη της υφής της καθημερινής συνείδησης, στην εύρεση νοήματος στην καθημερινότητα και όχι σε δραματικά εξωτερικά γεγονότα, αντανακλά τις αισθητικές και φιλοσοφικές δεσμεύσεις της . Όπως και το πάρτι της Κλαρίσα, το μυθιστόρημα της Γουλφ είναι μια προσφορά, μια προσπάθεια να δημιουργηθεί κάτι όμορφο και αληθινό από την πρώτη ύλη των απλών καθημερινών στιγμών.
‘Είναι αλήθεια πως ένας συγγραφέας μπορεί, αν το επιθυμεί, να μας φανερώσει κάτι για τον εαυτό του και τη ζωή του, στοιχεία που ίσως να απουσιάζουν από το μυθιστόρημα˙ και σε αυτή του την προσπάθεια πρέπει να τον ενθαρρύνουμε όπως μπορούμε. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο συναρπαστικό από τη φανέρωση της αλήθειας που κρύβεται πίσω από την πελώρια πρόσοψη της λογοτεχνίας – αν φυσικά η ζωή είναι πραγματικά αληθινή και αν η λογοτεχνία είναι πραγματικά επίπλαστη.’ (από τον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης του βιβλίου το 1928 σε μετάφραση Μαρτίνας Ασκητοπούλου)
Η Κυρία Νταλογουέι αποτελεί ορόσημο της μοντερνιστικής μυθοπλασίας λόγω των ριζοσπαστικών μορφολογικών καινοτομιών της Γουλφ και της βαθιάς ψυχολογικής της διορατικότητας. Εγκαταλείποντας την παραδοσιακή δομή της πλοκής για ένα σχέδιο που βασίζεται στη συνείδηση, τη μνήμη και τα μοτίβα μιας μόνο ημέρας, δημιούργησε ένα μυθιστόρημα που αντικατοπτρίζει την πραγματική υφή της ανθρώπινης εμπειρίας πιο πιστά από ό,τι θα μπορούσε να επιτύχει η συμβατική ρεαλιστική μυθοπλασία. Οι τεχνικές της (ροή συνείδησης, ελεύθερος έμμεσος λόγος, χρονική ρευστότητα, συμβολικά μοτίβα), εξυπηρετούν τις θεματικές της ανησυχίες σχετικά με τον χρόνο, τον θάνατο, την ταυτότητα, τη σύνδεση και το ερώτημα του πώς να ζεις με νόημα σε έναν κόσμο που δεν προσφέρει βεβαιότητες.
Στην «Κυρία Ντάλογουεϊ», η Γουλφ δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις σε όλα αυτά. Απλώς αφηγείται τον τρόπο που ζούμε μέσα στον χρόνο, τον πόνο, την αγάπη και τη μοναξιά. Επιβεβαιώνει την αξία της απόφασης της Κλαρίσα να συνεχίσει να ζει ενώ παράλληλα τιμά την άρνηση του Σέπτιμους να συμβιβαστεί, υπενθυμίζοντάς μας ότι είμαστε ταυτόχρονα βαθιά μόνοι και ανεπαίσθητα συνδεδεμένοι, όλοι ταξιδιώτες στον χρόνο του μυαλού μας, κάτω από τον ίδιο ουρανό, στο ίδιο χτύπημα του ρολογιού.
Το βιβλίο της Βιρτζίνια Γουλφ ‘Η κυρία Νταλογουέι» συζητήθηκε στη Λέσχη Ανάγνωσης Passe Partout Reading και αρκετές από τις θέσεις του πιο πάνω κειμένου προέρχονται από αυτή τη συζήτηση.
Εξαιρετική παρουσίαση πάνω σε μια εμβληματική γυναίκα αλλά και σε ένα μυθιστόρημα, το οποίο αν και έχω διαβάσει, έχω πολλά κενά και δυσκολία στην προσέγγισή του. Εδώ η ανάλυσή μας βοηθά σημαντικά σε αυτό.
Την καλησπέρα μου.
Μου αρέσει!Μου αρέσει!
Ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο. Χαίρομαι που σας άρεσε.
Μου αρέσει!Αρέσει σε 1 άτομο
Δεν μου άρεσε απλά, με καθήλωσε. Συγχαρητήρια.
Μου αρέσει!Μου αρέσει!
Ευχαριστώ και πάλι! Είναι αποτέλεσμα μιας εκτενούς συζήτησης που έγινε για το βιβλίο στη Λέσχη Ανάγνωσης.
Μου αρέσει!Αρέσει σε 1 άτομο
Μικροί παράδεισοι αυτές οι μαζώξεις στις μέρες, αγαπητή φίλη. Απόλυτα αναγκαίες και χρήσιμες για την καλλιέργεια μιας κάποιας συνείδησης στην κοινωνία μας.
Μου αρέσει!Μου αρέσει!