ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ

στις

Από την πρώτη στιγμή της έκδοσής τους, το 1917, οι Δουβλινέζοι του Τζέιμς Τζόυς (James Joyce, 1882-1941), αναγνωρίστηκαν  όχι μόνο ως μια τομή στη νεότερη αφήγηση, αλλά και ως ένα από τα πιο καθαρά παραδείγματα της ιδιοφυΐας του συγγραφέα τους.

«Για μένα, γράφω πάντα για το Δουβλίνο, γιατί αν μπορώ να φτάσω στην καρδιά του Δουβλίνου, μπορώ να φτάσω στην καρδιά όλων των πόλεων του κόσμου» λέει ο Τζέημς Τζόυς και τοποθετεί τη δράση των περισσότερων έργων του στην πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε.  Στις 15 ιστορίες που απαρτίζουν το βιβλίο του ‘Οι Δουβλινέζοι’, ένα από τα πιο γνωστά και πιο διαβασμένα έργα του, επικεντρώνεται στο Δουβλίνο και αποτυπώνει τον παλμό μιας πόλης που εγκλωβισμένη στην παράδοση, τον εθνικισμό και τη θρησκευτική υποταγή, βρίσκεται καθηλωμένη σε ηθικό και πνευματικό μαρασμό.

Η έννοια της παράλυσης που αποτελεί και το κεντρικό μοτίβο των Δουβλινέζων δεν είναι απλώς κοινωνική ή πολιτική· είναι υπαρξιακή. Είναι αυτή η διάχυτη αίσθηση στασιμότητας και αδράνειας που ο Τζόυς αντιλαμβανόταν ως καθοριστικό χαρακτηριστικό της ζωής στο Δουβλίνο. Στο τελευταίο διήγημα της συλλογής με τίτλο ‘Οι Νεκροί’ η έννοια της παράλυσης αποτυπώνεται στην καθαρότερη και πιο ποιητική της μορφή. Μέσα σε λίγες σελίδες, ο Τζόυς φιλοτεχνεί το πορτρέτο μιας κοινωνίας υποταγμένης στην απάθεια, αλλά και μιας ομάδας χαρακτήρων τόσο εξαιρετικά ζωντανών, που μοιάζουν να ανασαίνουν στο χαρτί.

Το διήγημα αρχίζει με μια συνηθισμένη γιορταστική συγκέντρωση την ημέρα των Θεοφανείων. Στο ετήσιο δείπνο που παραθέτουν οι δύο ηλικιωμένες αδελφές Μόρκαν, το παλιό και σκοτεινό σπίτι τους γεμίζει από κουβέντες για την υγεία, το θέατρο, τις χορωδίες, τα νέα των εφημερίδων και από τους ήχους ποτηριών, μουρμουρητών, πειραγμάτων και μουσικής.

Ο Γκέιμπριελ Κόνροϊ, ο κεντρικός ήρωας, εισέρχεται σ’ αυτή τη σκηνή με την σύζυγό του Γκρέτα και την αυτοπεποίθηση εκείνου που πιστεύει πως έχει διαφύγει από την κοινοτοπία που τον περιστοιχίζει. Σύντομα όμως αυτή η αυτοπεποίθηση αρχίζει να κλονίζεται. Ίσως φταίνε τα ειρωνικά σχόλια της συζύγου του και των θείων του που τον πειράζουν για τον ελεγκτικό του χαρακτήρα. Ίσως η αμηχανία που του προκάλεσε η συνομιλία με τη δεσποινίδα Άιβορς η οποία τον κατηγόρησε ότι αποποιείται την Ιρλανδική του ταυτότητα. Ίσως πάλι να φταίνε οι αμφιβολίες του για το περιεχόμενο της καθιερωμένης ομιλίας του μετά το δείπνο ή εκείνη η φωτογραφία της από χρόνια νεκρής του μητέρας και η ανάμνηση της αντίρρησής της για τον γάμο του. Ίσως όλα αυτά να συνέβαλαν και ο Γκέιμπριελ, όσο προχωράει η βραδιά,  αρχίζει να χάνει τη σιγουριά του και να αισθάνεται όλο και πιο αμήχανος.  Όταν το πάρτι φτάνει στο τέλος του και ενώ το ζευγάρι ετοιμάζεται να φύγει για το ξενοδοχείο που θα περάσει τη νύχτα, ο Γκέιμπριελ παρατηρεί τη γυναίκα του να στέκεται ακίνητη στη σκάλα και να ακούει εκστατική ένα παλιό τραγούδι. Η έκφραση του προσώπου της και η ακινησία της τον συγκλονίζουν. Στο ξενοδοχείο η Γκρέτα του εξομολογείται ότι το τραγούδι της θύμισε τον Μάικλ Φιούρι, τον πρώτο της έρωτα που πέθανε όταν αψηφώντας την ευαίσθητη υγεία του ήρθε να την αποχαιρετήσει μέσα στο κρύο.  

Η συγκινητική εξομολόγηση της Γκρέτα γίνεται για τον Γκέιμπριελ αφορμή για μια απρόσμενη επιφοίτηση ή επιφάνεια (σύμφωνα με τον όρο με τον οποίο αναφέρονται οι στιγμές φώτισης των ηρώων του Τζόυς). Βλέποντας τη συγκίνηση που η αυτοθυσία του Μάικλ Φιούρι έχει προκαλέσει στη γυναίκα του, ο Γκέιμπριελ συνειδητοποιεί ότι  η πραγματική ζωή δεν είναι αυτή που ζούμε, αλλά εκείνη που χάθηκε, που πενθείται, που παραμένει στην άκρη της μνήμης φωτεινή και αμετάκλητη. Ο νεκρός γίνεται παρών, ενώ ο ζωντανός, ο Γκέιμπριελ, μοιάζει να σβήνει μέσα στο ίδιο του το είναι. Η σκιά του Μάικλ Φιούρι διογκώνεται σε μια μορφή μεταφυσική που τον μεταβάλει στον κύριο ήρωα του διηγήματος. Γίνεται το βλέμμα των νεκρών που μας ακολουθεί, το χέρι που μας αγγίζει από το παρελθόν, η μνήμη που δεν μας επιτρέπει να αποδράσουμε. Ο θάνατος σταματά να είναι τέλος και γίνεται το μόνο που προσδίδει βαρύτητα στη ζωή.

Είναι ένα βράδυ μαγικό αυτό για τον Γκέιμπριελ, με το χιόνι έξω να πέφτει στα σπίτια, στους λόφους, στο νεκροταφείο όπου βρίσκεται ο Φιούρι, πάνω σε ολόκληρη την Ιρλανδία, πάνω στους ζωντανούς και τους νεκρούς. Δεν είναι πλέον ένα φυσικό φαινόμενο· είναι ποιητική σύλληψη, εσωτερική αλήθεια, μεταφορά της παγωμένης ακινησίας που σκεπάζει την ανθρώπινη κατάσταση. Η στιγμή στην οποία ο Γκέιμπριελ στέκει στο παράθυρο, νιώθοντας την ταυτότητά του να διαλύεται μέσα στο γκρίζο φως, αποτελεί ένα από τα κορυφαία λυρικά επιτεύγματα της αγγλόφωνης λογοτεχνίας.

‘Άφθονα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του Γκέιμπριελ. Ποτέ δεν είχε αισθανθεί έτσι για καμία γυναίκα, αλλά ήξερε πως ένα τέτοιο συναίσθημα πρέπει να  ‘ναι ο έρωτας. Ακόμα περισσότερα δάκρυα μαζεύτηκαν στα μάτια του, και στο μισοσκόταδο φαντάστηκε πως είχε δει τη μορφή ενός νεαρού να στέκεται κάτω από ένα δέντρο που έσταζε. Άλλες μορφές βρίσκονταν κοντά. Η ψυχή του είχε πλησιάσει εκείνη την περιοχή όπου κατοικούν τα απειράριθμα πλήθη των νεκρών. Είχε επίγνωση, αλλά δεν μπορούσε να συλλάβει την αλλοπρόσαλλη και τρέμουσα ύπαρξή τους. Η ίδια του η ταυτότητα έσβηνε μέσα σ’ έναν γκρίζο φαντασματικό κόσμο. Ο ίδιος στέρεος κόσμος τον οποίο αυτοί οι νεκροί είχαν πλάσει κάποτε και στον οποίο είχαν ζήσει, τώρα έφθινε και διαλυόταν.

Κάποια ελαφρά χτυπήματα στο τζάμι τον έκαναν να στραφεί προς το παράθυρο. Είχε αρχίσει να χιονίζει ξανά. Παρακολούθησε νυσταγμένα τις νιφάδες, ασημένιες και σκούρες, να πέφτουν λοξά στο φως του φαναριού. Είχε έρθει η ώρα να ξεκινήσει το ταξίδι του στα δυτικά. Ναι, οι εφημερίδες είχαν δίκιο : χιόνιζε παντού, σ’ όλη την Ιρλανδία. Το χιόνι έπεφτε σε κάθε γωνιά της σκοτεινής κεντρικής πεδιάδας, στους γυμνούς λόφους, έπεφτε απαλά στο Μπογκ-οφ-Άλεν, και πιο πέρα στα δυτικά, έπεφτε απαλά στα σκοτεινά ταραγμένα νερά του Σάνον. Έπεφτε και σε κάθε γωνιά του μοναχικού νεκροταφείου στο λόφο όπου ήταν θαμμένος ο Μάικλ Φιούρι. Απλωνόταν, πυκνό, πάνω στους γερμένους σταυρούς και στις ταφόπλακες, στα μυτερά κάγκελα της μικρής πόλης, στα στείρα αγκάθια. Η ψυχή του τρέκλισε αργά καθώς άκουγε το χιόνι να πέφτει ελαφρά στο σύμπαν κι ελαφρά να πέφτει, σαν τον ερχομό του έσχατου τέλους τους, πάνω σ’ όλους τους ζωντανούς και τους νεκρούς.

Η γραφή του Τζόυς έχει επαινεθεί για την ποιητική ακρίβειά της, τη λεπτομερή παρατήρηση, την οικονομία και ταυτόχρονα την πυκνότητά της. Ο Τζόυς αφήνει τις χειρονομίες, τα βλέμματα, τις παύσεις, τις πιο μικρές πράξεις να αποκαλύψουν αυτό που οι ήρωες δεν μπορούν ή δεν τολμούν να πουν και το κάνει μ’ ένα μοναδικό τρόπο.  Στους Νεκρούς, όλες αυτές οι τεχνικές συναιρούνται σε μια αφήγηση σχεδόν συμφωνική με την εξωτερική περιγραφή να προβάλλεται σαν ψυχικό τοπίο και τη λεπτομέρεια να γίνεται σύμβολο. Με μια σειρά φαινομενικά ασήμαντων στιγμιότυπων όπως το σερβίρισμα της χήνας, η λάμψη των ποτηριών, η κίνηση των χεριών που κόβουν το ψωμί, τα κοκκινωπά μαλλιά της Γκρέτα που φωτίζονται από τη φλόγα του γκαζιού, ζωντανεύει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη μια ολόκληρη ανθρώπινη τοπογραφία όπου ξαφνικά  η καθημερινότητα γίνεται ιερό πεδίο και το ασήμαντο αποκτά μεταφυσικό βάθος. Σταδιακά ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως Οι Νεκροί δεν αποτελούν απλώς το κλείσιμο μιας συλλογής, αλλά το πέρασμα από την παρατήρηση της κοινωνικής παρακμής στην αναμέτρηση με τα βαθύτερα υπαρξιακά ερωτήματα. Τι σημαίνει να ζούμε πραγματικά; Τι σημαίνει να θυμόμαστε; Πώς η μνήμη και ο χρόνος συνθλίβουν ή ανασταίνουν την ανθρώπινη ψυχή;

Όπως και στα υπόλοιπα διηγήματα των Δουβλινέζων, έτσι και στους Νεκρούς, ο Τζόυς δεν κλείνει την ιστορία προτείνοντας λύσεις, διεξόδους ή έστω προσδοκίες. Αφήνει τη ζωή να συνεχίζεται μέσα στην αδράνεια που έχει προς στιγμή φωτίσει η ‘επιφάνεια’, η επιφοίτηση, η φώτιση του ήρωά του. Κι όμως, μέσα σ’ αυτήν τη σκληρή συνειδητοποίηση κρύβεται μια παράξενη γαλήνη. Το χιόνι πέφτει σιωπηλά, λευκό σαν σάβανο που σκεπάζει ζωντανούς και νεκρούς, σβήνοντας τις διαφορές κι ενώνοντας τους ανθρώπους σε μια κοινή μοίρα.

Το διήγημα Οι Νεκροί κυκλοφορεί από την σειρά ‘Τα Μικρά’ των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.  Ο Αχιλλέας Κυριακίδης, μεταφέρει μοναδικά τον ιδιαίτερο ρυθμό και την πνοή της γραφής του Τζόυς ενώ οι λεπτομερείς σημειώσεις του καθοδηγούν τον αναγνώστη στο υπόγειο σύμπαν του μεγάλου Ιρλανδού συγγραφέα.

Το υπέροχο διήγημα του Τζόυς είχε την τύχη να διασκευαστεί για τον κινηματογράφο από τον σπουδαίο σκηνοθέτη Τζον Χιούστον. Το σενάριο έγραψε ο γιός του Τόνι Χιούστον και ο ρόλος της Γκρέτα ερμηνεύτηκε από την κόρη του Αντζέλικα Χιούστον με μεγάλη επιτυχία.

4 Σχόλια Προσθέστε το δικό σας

  1. Giannis Pit's avatar Ο/Η Giannis Pit λέει:

    Πραγματικά υποδειγματική παρουσίαση ενός πολύ ενδιαφέροντος βιβλίου, που μου τράβηξε άμεσα την προσοχή. Ένα μεγάλο ευχαριστώ για την εξαίρετη δουλειά σου.

    Μου αρέσει!

    1. ΒΑΣΩ ΜΠΕΡΗ's avatar Ο/Η ΒΑΣΩ ΜΠΕΡΗ λέει:

      Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια. Είναι δύσκολο να προσεγγίσει κανείς τον Τζόυς και αυτή η μικρή νουβέλα είναι μια καλή εισαγωγή στο έργο του.

      Μου αρέσει!

  2. Maria Veinoglou's avatar Ο/Η Maria Veinoglou λέει:

    Αγαπητή Βάσω, ήθελα να στο γράψω,
    Θαυμάσια η προσέγγιση που μας παραθέτεις για τη νουβέλα ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ του
    Τζέημς Τζόις, και όσα με αυτή την αφορμή μας παραθέτεις και αναλύεις για
    τον μεγάλο συγγραφέα που διασχίζει σαν ηγεμόνας την λογοτεχνία ολόκληρου
    του 20ού αιώνα με τα έργα και την πρωτοπορία του. Πραγματικά συγχαρητήρια!

    Μου αρέσει!

    1. ΒΑΣΩ ΜΠΕΡΗ's avatar Ο/Η ΒΑΣΩ ΜΠΕΡΗ λέει:

      Ευχαριστώ πολύ Μαρία μου για τα καλά σου λόγια! Το κείμενο αποτυπώνει την ανεκτίμητη συμμετοχή όλων των μελών της Λέσχης μας.

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.