Σε μια εποχή που η κοινωνική εικόνα, η φιλοδοξία και η αισθητική υπεροχή, φαίνεται να υπόσχονται το τέλειο μοντέλο ζωής, το βιβλίο ‘Η Τελειότητα’ του Βιντσέντζο Λατρόνικο (Vincenzo Latronico, Ρώμη 1984 -), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Loggia σε υποδειγματική μετάφραση της Δήμητρας Δότση, προσκαλεί τους αναγνώστες να στοχαστούν πάνω σε αυτή την ανησυχητική όψη της σύγχρονης πραγματικότητας. Τι σημαίνει πραγματικά να ζει κάποιος τέλεια; Είναι τελικά η προβαλλόμενη υπερκαταναλωτική και εμμονικά απεικονισμένη ευτυχία τόσο αληθινή όσο δείχνει;
Με φόντο το συνεχώς μεταβαλλόμενο σκηνικό του σύγχρονου Βερολίνου, ο Λατρόνικο σκιαγραφεί την αισθητική τελειότητα ως καθρέφτη και παγίδα μιας γενιάς εγκλωβισμένης ανάμεσα στην επιθυμία για αυθεντικότητα και στις πιέσεις ενός τρόπου ζωής που διαμορφώνεται από την εμφάνιση, την οικονομική αστάθεια και την αποδόμηση της κοινωνικής συνοχής.

Το μυθιστόρημα, ακολουθεί την Άννα και τον Τομ, ένα νεαρό ζευγάρι που ζει το όνειρο της χιλιετίας μέσα σ’ ένα ηλιόλουστο διαμέρισμα γεμάτο φυτά, σκανδιναβικά έπιπλα και επιμελώς επιλεγμένες αποχρώσεις. Η εισαγωγική παράγραφος του βιβλίου, μια λεπτομερής φωτογραφική περιγραφή του διαμερίσματός τους, αποτυπώνει την επιμέλεια με την οποία προσπαθούν να εναρμονιστούν με τα αισθητικά πρότυπα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Το ζευγάρι ενσαρκώνει την κουλτούρα και το ήθος μιας γενιάς που μεγάλωσε ταυτόχρονα με το διαδίκτυο εγκαταλείποντας τη σταθερότητα της παραδοσιακής καριέρας υπέρ της ευελιξίας και του ψηφιακού νομαδισμού – μιας τάσης που γνώρισε εκρηκτική άνοδο τα τελευταία χρόνια. Ο Τομ και η Άννα μετακόμισαν μετά το τέλος των σπουδών τους, από την Ιταλία στο πολλά υποσχόμενο Βερολίνο όπου τα ενοίκια ήταν φθηνότερα και έκτοτε μόνο περιστασιακά έφεραν στο μυαλό τους τη σκέψη της οικογένειας και της πατρίδας που άφησαν πίσω τους. Ως ελεύθεροι επαγγελματίες και digital creators, εξαρτώνται από πελάτες της χώρας καταγωγής τους, χωρίς όμως σταθερή εργασία, επαρκείς γλωσσικές δεξιότητες ή κοινωνική ενσωμάτωση στο νέο τους περιβάλλον. Για εκείνους, η εργασία δεν είναι τόπος, αλλά κατάσταση ύπαρξης, όπου η επιτυχία μετριέται με την ικανότητα διαμόρφωσης ενός τρόπου ζωής που είναι ταυτόχρονα αξιοζήλευτος και κατάλληλος για προβολή στο Instagram.
Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Λατρόνικο, η επιδίωξη της αισθητικής τελειότητας – που τροφοδοτείται από τη συνεχή ροή εικόνων και αφηγήσεων στα κοινωνικά δίκτυα – μετατρέπεται σε μορφή υπαρξιακής διαφυγής. Οι ζωές τους προσαρμόζονται για ψηφιακή απεικόνιση, οι μέρες τους σχεδιάζονται σχολαστικά ώστε να συνάδουν με τα αλγοριθμικά ιδανικά ομορφιάς, απόλαυσης και καινοτομίας. Κάθε πρωί σβήνουν τα ίχνη της πραγματικής ζωής, μεταμορφώνοντας τον προσωπικό τους χώρο σε σκηνικό που εξυπηρετεί στη διατήρηση μια εικόνας τελειότητας κατάλληλης μόνο για διαδικτυακή προβολή.
Περπατούν έξω στις γειτονιές της πόλης, ξέρουν πώς να προσανατολιστούν στο Βερολίνο και αφήνονται να περιπλανηθούν μέσα στον κόσμο των μπαρ και των διασκεδάσεων. Ο κύκλος των φίλων και των γνωστών τους μεταβάλλεται διαρκώς ˙ καινούργιοι εντάσσονται, άλλοι εξαφανίζονται. Τα ορόσημα της σχέσης τους και οι προσωπικές τους στιγμές γίνονται σκηνοθετημένα γεγονότα που στοχεύουν στην κοινωνική επιβεβαίωση, γεγονός που ενισχύει τα συναισθήματα αποξένωσης όταν η πραγματικότητα δεν ταιριάζει με την λουστραρισμένη διαδικτυακή αφήγηση.
Χρησιμοποιώντας όμορφες φωτογραφίες, σκιαγραφούν στο διαδίκτυο μια εικόνα της ζωής τους που είναι περισσότερο προσχηματική παρά πραγματική˙ μια ψεύτικη ζωή τόσο στο διαδίκτυο όσο και εκτός διαδικτύου, σε μια πόλη της οποίας τη γλώσσα μόλις κατανοούν και την οποία δεν μαθαίνουν ποτέ ουσιαστικά. Οι γνωστοί τους είναι, όπως κι εκείνοι, πολίτες άλλων χωρών – νέοι, κινητικοί, πληροφορημένοι από αγγλόφωνες πηγές, αλλά αποκομμένοι τόσο από τις χώρες καταγωγής τους όσο και από την κοινωνία στην οποία διαμένουν.
Σε μια εναγώνια προσπάθεια να εξελιχθούν και να δώσουν νόημα στην ύπαρξή τους, επιζητούν εμπειρίες μέσω πάρτι, καλλιτεχνικών εκδηλώσεων και πολιτικοποιημένων δράσεων. Ακόμα κι αυτές, όμως, υπάγονται στη λογική της επίδειξης, καθώς περιορίζονται σε περιεχόμενο προς κοινοποίηση και όχι σε συνειδητοποιημένη εμπλοκή. Οι κοινωνικές και ηθικές τους θέσεις – για το περιβάλλον, τα δικαιώματα των ζώων, την ισότητα – μοιάζουν περισσότερο με lifestyle επιλογές παρά με δεσμευτικές στάσεις ζωής.
Στους κύκλους τους, οι άνθρωποι είναι κατά κάποιο τρόπο υπέρ της προστασίας του κλίματος, κατά της κακοποίησης των ζώων, κατά του ρατσισμού και είναι μάλλον αριστεροί, αλλά τίποτα από αυτά δεν είναι πραγματικά συγκεκριμένο. Η άφιξη χιλιάδων προσφύγων στη Γερμανία το 2015, τους προκαλεί να βιώσουν μια όψη της πραγματικής ζωής και να εγκαταλείψουν τη φούσκα τους. Ο Τομ και η Άννα προσφέρονται αρχικά να βοηθήσουν στη διαμεσολάβηση μεταξύ προσφύγων και ντόπιων αλλά τα στοιχειώδη γερμανικά που μιλούν και οι περιορισμένες πρακτικές δεξιότητές τους, τους κάνουν σύντομα να εγκαταλείψουν την προσπάθεια.
Στο Βερολίνο, η Άννα και ο Τομ ζούσαν μέσα σε μια φούσκα πιο περιορισμένη και πιο αποκομμένη από εκείνες που μόλις είχαν αρχίσει να δημιουργούνται στα κοινωνικά δίκτυα. Κατά κάποιο τρόπο είχαν ριζοσπαστικοποιηθεί. Μιλούσαν σπαστά αγγλικά με ανθρώπους που ούτε κι εκείνοι τα είχαν ως μητρική γλώσσα. Ζούσαν σ’ έναν κόσμο όπου όλοι δέχονταν μια γραμμή κόκα, αλλά κανείς δεν ήταν γιατρός, ζαχαροπλάστης, ταξιτζής ή καθηγητής γυμνασίου. Κινούνταν αποκλειστικά και μόνο ανάμεσα σε διαμερίσματα πλημμυρισμένα στα φυτά και σε καφέ με άψογο Wi–Fi. Μακροπρόθεσμα, ήταν αναπόφευκτο να πιστέψουν πως δεν υπήρχε τίποτε άλλο.
Αναζητώντας την τελειότητα οι ήρωες του βιβλίου συνεχίζουν να μετακινούνται ανάμεσα σε χώρες, αισθητικές επιλογές και κοινωνικές φόρμες, αδυνατώντας να συνειδητοποιήσουν ότι η επιδιωκόμενη τελειότητα είναι μια ψευδαίσθηση, ένα ακόμη επιμελημένο φίλτρο πάνω στην αβεβαιότητα και την υπαρξιακή τους αμηχανία.
Ο Λατρόνικο χτίζει την αφήγησή του χωρίς διαλόγους και συναισθηματισμούς, με ένα ύφος λιτό, επιμελημένο, σκόπιμα αποστασιοποιημένο, όχι μέσα από την πλοκή αλλά μέσω μιας ατμόσφαιρας πλήρως ενταγμένης στην αισθητική λογική που αποδομεί. Με το εισαγωγικό απόφθεγμα από το βιβλίο του Ζωρζ Περέκ Τα πράγματα (εκδ. Χατζηνικολή, μτφρ. Δέσποινα Ψάλλη, 1987) «Εκεί ήταν η πραγματική ζωή, αυτή που ήθελαν να γνωρίσουν, που ήθελαν να κάνουν» υποδεικνύει τη σύνδεση-συνομιλία των δύο βιβλίων, μια σύνδεση που αφορά όχι μόνο στην κοινή θεματική εστίαση στον υλικό πολιτισμό και την καταναλωτική κουλτούρα, αλλά και στην υπόγεια υπαρξιακή αγωνία που διατρέχει και τα δύο κείμενα.

Ο καταξιωμένος Ιταλός μυθιστοριογράφος, μεταφραστής και κριτικός τέχνης Βιντσέντζο Λατρόνικο, με το μυθιστόρημά του «Η Τελειότητα» – το πρώτο του έργο που μεταφράζεται στα ελληνικά – μας προσφέρει ένα διεισδυτικό όσο και αιχμηρό κοινωνιολογικό σχόλιο πάνω στις αντιφάσεις και τις εμμονές της σύγχρονης ζωής. Με οξυδέρκεια και αφηγηματική οικονομία, σκιαγραφεί ένα τοπίο εσωτερικής αγωνίας, αισθητικής εμμονής και διαρκούς αναζήτησης νοήματος, αποτυπώνοντας το υπαρξιακό αδιέξοδο της σύγχρονης εποχής. Η ένταξή του στη λίστα των υποψηφίων για το Διεθνές Βραβείο Booker έρχεται να επισφραγίσει τη θέση του ως μιας από τις πιο διορατικές και ανήσυχες λογοτεχνικές φωνές της σύγχρονης Ευρώπης.