Το βιβλίο του Κόμπο Αμπέ (Kōbō Abe, 1924-1993) με τίτλο ‘Το πρόσωπο του άλλου’ (Εκδ. Άγρα, 2024, μτφ. Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος) είναι ένα μυθιστόρημα πλούσιο σε φιλοσοφικούς και ψυχολογικούς στοχασμούς, ένα υπέροχο πείραμα σκέψης για τη διερεύνηση της επίδρασης της εμφάνισης στην ανθρώπινη φύση, που παραμένει τόσο επίκαιρο σήμερα όσο και το 1964 που πρωτοκυκλοφόρησε.

Πρωτοποριακός μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ένας εξαιρετικός αφηγητής, ο Κόμπο Αμπέ, ξεδιπλώνει σε όλο του το έργο τις υπαρξιακές του αναζητήσεις για το παράλογο της ύπαρξης και την αναζήτηση νοήματος σε έναν κόσμο που ορίζεται από ενδεχόμενο και απώλεια, παραπέμποντας έτσι στις επιρροές του από τον Σαρτρ και τον Καμύ. Ωστόσο, η αφήγηση σ’αυτό το μυθιστόρημά του βασίζεται και στις ιδιαιτερότητες της μεταπολεμικής ιαπωνικής κοινωνίας που κουβαλούσε τη φιλοσοφία ενός πολιτισμού αιώνων και έπρεπε να εφεύρει και να διαχειριστεί μια νέα ταυτότητα.
Όπως και στο βιβλίο ‘Η γυναίκα της άμμου’ (Εκδ. Άγρα, 2005, μτφ. Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος), με το οποίο συστήθηκε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ο Ιάπωνας συγγραφέας, έτσι και το μυθιστόρημα Το πρόσωπο του άλλου είναι ένα βιβλίο στο οποίο η πλοκή και οι χαρακτήρες του βασίζονται περισσότερο σε ιδέες και σύμβολα και λιγότερο σε στυλιστικές τεχνικές. Κι αν στο Η γυναίκα της άμμου ο ήρωας βρίσκεται εγκλωβισμένος και δίνει μια Σισύφεια μάχη με το αναπόφευκτο – με το οποίο τελικά συμβιβάζεται-, στο Πρόσωπο του άλλου η μάχη είναι πιο ενδοσκοπική και τρυπώνει στον λαβύρινθο της ανθρώπινης ταυτότητας, της αποξένωσης και των προσωπείων -κυριολεκτικών και μεταφορικών- που φοράμε.
Η ιστορία αφορά σε έναν επιστήμονα του οποίου το πρόσωπο έχει παραμορφωθεί φρικτά μετά από ένα εργαστηριακό ατύχημα. Αναγκασμένος να κρύβει τις αποκρουστικές πληγές του προσώπου του κάτω από στρώματα επιδέσμων και παρατηρώντας τον αντίκτυπο που έχει η νέα του εμφάνιση στους γύρω του, οδηγείται σε αποξένωση από όλους ακόμη και από τη σύζυγό του. Απομονωμένος και απελπισμένος αποφασίζει να κατασκευάσει μια ρεαλιστική μάσκα που θα αποκαταστήσει το πρόσωπό του – και, ελπίζει, τη θέση του στον κόσμο.
Ο ήρωας δημιουργεί κρυφά το νέο του πρόσωπο ενώ ασχολείται με εμμονική προσοχή, – όπως ταιριάζει σ’ έναν επιστήμονα που έχει εκπαιδευτεί να αναλύει, να κάνει υποθέσεις και να τις αποδεικνύει ή να τις απορρίπτει – με το υλικό που θα χρησιμοποιήσει, τον τρόπο που θα επιλέξει τη νέα του όψη, το πόσο ρεαλιστικά θα αποδίδονται οι εκφράσεις του νέου προσώπου. Το επόμενο στάδιο του πειράματός του είναι να μετρήσει τις αντιδράσεις των άλλων – αυτών που συναντά στο δρόμο, στο εστιατόριο, στο σινεμά. Αντιλαμβάνονται ότι έχουν απέναντί τους έναν άνθρωπο με τεχνητό προσωπείο; Πώς θα ανταποκριθεί ο ίδιος στη συζήτηση και τις άλλες απαιτήσεις της κοινωνικής ζωής, το γεύμα, το κάπνισμα, το φιλί; Και εδώ είναι που η μάσκα αποδεικνύεται κάτι πιο πολύπλοκο από αυτό που αρχικά είχε φανταστεί αφού κλονίζει την αρχική του αυτοπεποίθηση και του επιβάλλει ένα νέο σύνολο περιορισμών που τον οδηγούν σε μεγαλύτερη απομόνωση από ό,τι είχε κάνει ποτέ το σημαδεμένο πρόσωπό του.
‘Ναι, δεν δείχνει ίσως, ακριβώς μέσα σ’ αυτή την ομίχλη, η ανθρώπινη ύπαρξη την αληθινή της μορφή; Το αληθινό μου πρόσωπο, η μάσκα, η φωλιά των βδελλών, όλες αυτές οι ποικίλες, προσωρινές αμφιέσεις γίνονται διάφανες, σαν να πέφτουν πάνω τους ακτίνες φωτός. Η φύση και η ουσία, έχοντας ξεπλυθεί από κάθε επιτήδευση, προβάλλουν όπως πραγματικά είναι. Η ψυχή του ανθρώπου γίνεται σαν ένα ροδάκινο που το ‘χουν ξεφλουδίσει και μπορείς να το γευτείς κατευθείαν με τη γλώσσα. Φυσικά γι’ αυτό πρέπει να πληρώσω με το αντίτιμο της μοναξιάς.’
Πέρα από αυτό όμως, ανακαλύπτει ότι φορώντας τη μάσκα δεν προβάλει απλώς μια νέα, κοινωνικά αποδεκτή όψη αλλά αναδύεται μια νέα περσόνα, ένας διπλός ανεξάρτητος εαυτός που σταδιακά αρχίζει να διεκδικεί τη δική του θέση. Η μάσκα παρέχει στον ήρωα αυτοπεποίθηση και ανωνυμία ενώ διασπά την ταυτότητά του, δημιουργώντας έναν άλλο εαυτό, ικανό για σκέψεις και συμπεριφορές που ο ίδιος δεν θα σκεφτόταν ποτέ, με αποκορύφωμα την προσπάθεια αποπλάνησης της συζύγου του με τη νέα του μορφή για να δοκιμάσει την αγάπη της. Όταν εκείνη ανταποκρίνεται, ο ήρωας τυφλωμένος από ζήλια και οργή για τη φαινομενική απιστία της, αδυνατεί να αναγνωρίσει τη σκληρότητα της δικής του εξαπάτησης. Έτσι η μάσκα από υποσχόμενο κλειδί προς την ελευθερία μετατρέπεται σε μια νέα φυλακή, σε ένα διεστραμμένο παιχνίδι ρόλων, όπου τα πιο καλά κρυμμένα συναισθήματα αφήνονται ελεύθερα αποκαλύπτοντας το αληθινό πρόσωπο που κρύβεται κάτω από τη μάσκα, το κενό και τη σύγχυσή του.

Το χρονικό αυτού του πειράματος καταγράφεται από τον ήρωα σε τρία χρωματικά κωδικοποιημένα σημειωματάρια —μαύρο, λευκό και γκρι. Οργανωμένες σε μια σειρά ημερολογιακών καταχωρήσεων, οι εξομολογήσεις του, γραμμένες με ένα ύφος στεγνό, κλινικό, που αντικατοπτρίζει το επιστημονικό υπόβαθρο του αφηγητή, απευθύνονται στη γυναίκα του σε μια μελετημένη αποκάλυψη του άλλου του εαυτού. Μια κατακερματισμένη και ενδοσκοπική αφήγηση που επιτρέπει την προσέγγιση του αναγνώστη στον ψυχισμό του ήρωα επισημαίνοντας ταυτόχρονα και την αναξιοπιστία της οπτικής του γωνίας.
Η μάσκα, στο ταξίδι του ήρωα του Κόμπο Αμπέ δεν είναι απλώς ένα μέσον κάλυψης ή μεταμόρφωσης, αλλά ένα σύμβολο για τα πρόσωπα που κατασκευάζουμε όλοι στην καθημερινή μας ζωή αφού οι κοινωνικές μας ταυτότητες είναι οι ίδιες μάσκες · ρόλοι που υιοθετούμε για να πλοηγηθούμε στις προσδοκίες και τις κρίσεις των άλλων. Ο σύγχρονος αναγνώστης δύσκολα θα αποφύγει να δει σ’ αυτό τόσο τον συμβολισμό όσο και μια αντανάκλαση της απρόσωπης ψηφιακής αυτοπροβολής της εποχής μας όπου τα πρόσωπα μπορούν να πολλαπλασιαστούν, να διαμορφωθούν, να αλλοιωθούν ακόμη και να διατηρηθούν για πάντα.
Στο πρόσωπο του άλλου ο Αμπέ δεν παραλείπει να επισημάνει και τους κοινωνικούς κανόνες και τις προκαταλήψεις απέναντι σε διάφορες περιθωριοποιημένες ομάδες. Ο ήρωάς του επισκέπτεται κορεάτικα μπαρ και εστιατόρια σημειώνοντας ότι : ‘θεωρώντας ότι υπάρχουν σημεία ομοιότητας ανάμεσα στο ότι εγώ είχα χάσει το πρόσωπό μου και στο ότι οι Κορεάτες γίνονται συχνά αντικείμενο προκατάληψης, μπορεί, ασυναίσθητα, να είχα αναπτύξει ένα αίσθημα εγγύτητας με αυτούς’. Προς το τέλος της αφήγησης, με την περιγραφή μιας ταινίας που είδε στο σινεμά – μια άλλη ιστορία μέσα στην δική του εξιστόρηση –, στρέφει τον φακό του στους Hibakusha (τους επιζώντες της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι που παραμορφώθηκαν από εγκαύματα) και στις διακρίσεις που αντιμετώπισαν οι άνθρωποι αυτοί στη μεταπολεμική Ιαπωνία.
Το πρόσωπο του άλλου θεωρείται ευρέως ως ένα από τα αριστουργήματα του Αμπέ. Το μυθιστόρημα διασκευάστηκε σε ταινία από τον Hiroshi Teshigahara το 1966.
Το βιβλίο του Κόμπο Αμπέ ‘Το πρόσωπο του άλλου’ συζητήθηκε στη Λέσχη Ανάγνωσης Passe Partout Reading και αρκετές από τις θέσεις του πιο πάνω κειμένου προέρχονται από αυτή τη συζήτηση.