ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΥΟ ΠΟΛΕΩΝ

Ο Κάρολος Ντίκενς (Charles Dickens 1812 – 1870), ένας από τους μεγαλύτερους μυθιστοριογράφους της αγγλόφωνης λογοτεχνίας, είναι ένας από αυτούς τους σπάνιους συγγραφείς που καταφέρνει με όλα του τα έργα να απευθύνεται σε μεγάλη ποικιλία αναγνωστών. Στην εποχή του κάθε επεισόδιο ιστορίας του που δημοσιευόταν προκαλούσε το ενδιαφέρον σε αναγνώστες όλων των κοινωνικών και οικονομικών τάξεων που έσπευδαν να παρακολουθήσουν την εξέλιξη των αγαπημένων τους χαρακτήρων.

Η ‘Ιστορία δύο πόλεων’ είναι ίσως το λιγότερο αντιπροσωπευτικό των μυθιστορημάτων του Ντίκενς. Δημοσιεύθηκε το 1859 σε 31 εβδομαδιαίες συνέχειες και είναι το συντομότερο από τα περισσότερα από τα σπουδαία έργα του, το πιο συγκλονιστικό αλλά και το πιο οργισμένο από τα μυθιστορήματά του. Στον οδηγό του για το βιβλίο αυτό ο Χάρολντ Μπλουμ  (Charles Dickens’s A Tale of Two Cities, Chelsea House, 2007) γράφει ότι «δεν απολαμβάνουμε την Ιστορία δύο πόλεων για το συναίσθημά της, αλλά για τη βία της. Το μυθιστόρημα είναι αναμφίβολα το πιο θυμωμένο βιβλίο του Ντίκενς, επειδή η οργή εδώ είναι ακαταπράυντη. Ο θάνατος και η σήψη βασιλεύουν στους δρόμους του Λονδίνου, και του Παρισιού επίσης. Ο όχλος βάφει το στόμα του με κρασί κόκκινο σαν αίμα· η γκιλοτίνα κόβει· μύγες βουίζουν γύρω από πλήθη διψασμένα για καταδίκες σε θάνατο στο Ολντ Μπέιλι. Κλητήρες τραπεζών επιδίδονται στην τυμβωρυχία, γλυκές μεσήλικες κυρίες πυροβολούν με πιστόλια, και οι πάντες είναι διεφθαρμένοι και μέθυσοι. Και στο βάθος ακούμε το αδυσώπητο, ασταμάτητο κλικ-κλικ που κάνουν οι βελόνες της Μαντάμ Ντεφάρζ καθώς πλέκει την εκδίκησή της.»

Ακόμη κι αν κάποιος δεν έχει διαβάσει αυτό το τόσο γνωστό βιβλίο σίγουρα έχει ακούσει την διάσημη εισαγωγική παράγραφο που είναι γεμάτη από αντίθετες έννοιες και εικόνες.

‘Ήταν οι καλύτεροι καιροί, ήταν οι χειρότεροι καιροί, ήταν η εποχή της σοφίας, ήταν η εποχή της ανοησίας, ήταν τα χρόνια της πίστης, ήταν τα χρόνια της δυσπιστίας, ήταν η εποχή του Φωτός, ήταν η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας, ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε τα πάντα μπροστά μας, δεν είχαμε τίποτε μπροστά μας, πηγαίναμε όλοι γραμμή για τον Παράδεισο, πηγαίναμε γραμμή όλοι προς την αντίθετη κατεύθυνση – κοντολογίς, η περίοδος εκείνη έμοιαζε τόσο πολύ με την τωρινή, που κάποιες από τις πιο θορυβώδεις αρχές της επέμεναν, για καλό ή για κακό, να γίνεται αντιληπτή με ακραίες αντιθέσεις μονάχα.’

Αυτό το μοτίβο της δυαδικότητας και των αντιθέσεων επαναλαμβάνεται αρκετές φορές σε όλη την ιστορία. Δύο διαφορετικές χώρες, δύο διαφορετικές πρωτεύουσες, που τα πάθη της μιας χρησιμοποιεί σαν προειδοποίηση για την άλλη ο Ντίκενς. Δύο δίκες, η μία στο  Ολντ Μπέιλι στο Λονδίνο, στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, έρχεται σε αντίθεση με  τη μεταγενέστερη δίκη στο Παρίσι, μπροστά από το επαναστατικό δικαστήριο. Δύο γυναίκες τόσο διαφορετικές·  η μία, η Λούσι Μανέτ γλυκιά και αθώα, ένα πρότυπο βικτωριανής κυρίας ενώ η άλλη η Μαντάμ Ντεφάρζ έχει εξελίξει τον πόνο της σε σκληρότητα και μοχθηρία. Δύο νέοι άντρες, εμφανισιακά όμοιοι αλλά η απόλυτη εκδήλωση αγάπης του Σίντνεϊ Κάρτον δεν μπορεί παρά να συγκριθεί από τον αναγνώστη με την παθητικότητα του Τσαρλς Ντάρνεϊ. Υπάρχουν ακόμη τα θέματα της ζωής και του θανάτου· χαρακτήρες που ξαναγυρίζουν στη ζωή και κερδίζουν τη λύτρωσή τους, ενώ άλλοι που καταδικάζονται σε θάνατο και καταστροφή. Αλλά και το μέγα θέμα του παρόντος και του παρελθόντος, πώς δηλαδή η μνήμη συνδέει το ένα με το άλλο για να οδηγήσει είτε σε εκδίκηση είτε σε συμφιλίωση. Με μεγάλη μαεστρία ο Ντίκενς χρησιμοποιεί αυτά τα αλληλένδετα μοτίβα σαν ισχυρά σύμβολα ή μεταφορές – χωρίς να επιβραδύνει την επιταχυνόμενη ορμή της πλοκής. 

Η Γαλλική Επανάσταση χρησιμεύει ως το σκηνικό για αυτήν την ιστορία της αγάπης, της προδοσίας και της σύγκρουσης μεταξύ των κοινωνικών τάξεων. Ο Ντίκενς επιλέγει πολλές βασικές στιγμές της επανάστασης και προβάλλει την επίδρασή τους στην οικογένεια Μανέτ. Η ιστορία εκτυλίσσεται με φόντο το Λονδίνο και το Παρίσι και παρακολουθεί τον Γάλλο γιατρό Μανέτ που ελευθερώνεται μετά από χρόνια άδικης φυλάκισης στη Βαστίλη. Για μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος, η αιτία της φυλάκισης του γιατρού παραμένει ένα μυστήριο τόσο για τους άλλους χαρακτήρες όσο και για τον αναγνώστη. Η κόρη του, η Λούσι, τον μεταφέρει στο Λονδίνο όπου τον φροντίζει με στοργή, ελπίζοντας να αποκαταστήσει την ψυχική και σωματική του υγεία μετά από τη σκληρότητα της φυλακής και τον πόνο της αδικίας. Δύο άνδρες, εμφανισιακά παρόμοιοι, αλλά με διαφορετικούς χαρακτήρες και καταβολές, ερωτεύονται τη Λούσι και καθώς η επανάσταση στη Γαλλία ξεκινά, παρασύρει στον ιστό της και τους ήρωες της ιστορίας.

Παράδειγμα κλασικής μορφής του ιστορικού μυθιστορήματος, κατά τη χρυσή εποχή του, η ‘Ιστορία δύο Πόλεων’ ενσωματώνει έναν πλούσιο φανταστικό κόσμο με πραγματικά ιστορικά γεγονότα.  Η δημόσια ιστορία γίνεται ιδιωτική, με ζωηρές δραματικές σκηνές που ενσωματώνουν διάφορες πτυχές της σύγκρουσης όπως είναι η δολοφονία του Μαρκήσιου Εβρεμόντ και η κατάληψη της Βαστίλης.  Η γραφή του Ντίκενς, εντυπωσιάζει με τη δύναμή της και τις ζωντανές και συχνά τρομακτικές περιγραφικές λεπτομέρειες προκειμένου να δημιουργήσει μια σκηνή, να δημιουργήσει ατμόσφαιρα ή να απεικονίσει έναν χαρακτήρα, οδηγώντας έτσι τον αναγνώστη να αισθάνεται τα γεγονότα και να καταλαβαίνει τα συναισθήματα και τις σκέψεις των χαρακτήρων της ιστορίας.

Ο παντογνώστης αφηγητής μπορεί να δει τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον, και δεν παραλείπει να κάνει συχνά σαρωτικές δηλώσεις σχετικά με την ανθρώπινη φύση και το μέλλον. Αυτή η άποψη επιτρέπει επίσης μια πανοραμική προοπτική για τα γεγονότα. Ένα παράδειγμα αυτής της προοπτικής είναι όταν ο αφηγητής περιγράφει σκηνές βίας κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

‘Κάθε σφυγμός και καρδιά στο Σεντ Αντουάν ήταν σε εμπύρετη υπερένταση, ψηνόταν απ’ τον πυρετό. Κάθε ζωντανό πλάσμα εκεί δε λογάριαζε τη ζωή, παραφρονημένο απ’ την παθιασμένη προθυμία να τη θυσιάσει.’

Η ‘Ιστορία δύο πόλεων’ ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα έργα του Ντίκενς ως εκείνη με το λιγότερο χιούμορ. Αυτό είναι αναμενόμενο βέβαια λόγω της τραγικότητας του θέματός του αλλά και πάλι ο Ντίκενς καταφέρνει να βρει την ευκαιρία να δώσει και μια τέτοια νότα σε κάποια σημεία. Η δυσκολία του Μαρκησίου να πιει τη σοκολάτα του αν δεν τον βοηθούσαν τέσσερεις υπηρέτες αλλά και οι περιγραφές της δεσποινίδος Προς είναι κάποια σημεία που ο συγγραφέας βρίσκει χώρο να  κλείσει το μάτι σε όσους γνωρίζουν και περιμένουν ένα πιο ανάλαφρο ύφος γραφής.

Στην  ‘Ιστορία δύο πόλεων’ ο συγγραφέας πειραματίζεται με επιτυχία με καινοτόμα για την εποχή του αφηγηματικά εργαλεία όπως είναι η ψευδαίσθηση, η προβολή, τα σύμβολα και τόσα άλλα. Δημιουργεί επίσης έντονες στιγμές που όχι μόνο απεικονίζουν ένα θέμα, αλλά επίσης προβάλλουν ένα τελετουργικό ή προφητικό γνώρισμα. Όταν ένα βαρέλι κόκκινου κρασιού πέφτει στο έδαφος στην φτωχή συνοικία του Αγίου Αντωνίου, οι κάτοικοι βουτάνε στις λακκούβες και φτιάχνουν αναχώματα από λάσπη, για να καταφέρουν να πιούν από  το πολύτιμο υγρό. Η σκηνή υπογραμμίζει τη φτώχεια των κατοίκων της πόλης, αλλά οι κόκκινες κηλίδες σε όλα τα χέρια και τα ρούχα των ανθρώπων, απεικονίζουν την αιματοχυσία που πρόκειται να ακολουθήσει.

‘Το κρασί ήταν κοκκινέλι κι είχε λεκιάσει το έδαφος του στενού δρόμου στο προάστιο του Σεντ Αντουάν στο Παρίσι, κει που χύθηκε. Επίσης, είχε λεκιάσει πολλά χέρια και πρόσωπα και πολλά ανυπόδητα πόδια και πολλά ξυλοπάπουτσα. Τα χέρια του άντρα που πριόνιζε τα ξύλα άφησαν κόκκινα σημάδια στα κούτσουρα και το μέτωπο της γυναίκας που θήλαζε το μωρό της ήταν κηλιδωμένο απ’ το κουρέλι που τύλιξε ξανά γύρω απ’ το κεφάλι της. Εκείνοι που είχαν βυζάξει λαίμαργα τα βαρελοσάνιδα είχαν έναν τιγρίσιο λεκέ γύρω απ’ το στόμα· κι ένας ψηλός χωραταζής, καταλερωμένος και με το κεφάλι του πιο πολύ έξω παρά μέσα σ’ ένα μακρύ και βρώμικο σκουφί για τον ύπνο όμοιο με σακί, βουτώντας το δάχτυλο στην τρυγιά, προχειρόγραψε σ’ ένα τοίχο : αίμα.

Έμελλε να έρθει ο καιρός που κι αυτό το κρασί θα χυνόταν στις πέτρες του δρόμου και θα λέκιαζε κόκκινες πολλές πέτρες.’

Η ‘Ιστορία δύο πόλεων’ δεν είναι μόνο μια έντονη κριτική για το χειρότερο της ανθρώπινης φύσης αλλά και μια διαρκής μαρτυρία για το μεγαλείο του Καρόλου Ντίκενς και σίγουρα μια επιβεβαίωση για όσους αγαπούν την κλασική λογοτεχνία.

Η πρόσφατη έκδοση του βιβλίου από τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, σε καταπληκτική μετάφραση και εισαγωγικό σημείωμα του Μιχάλη Μακρόπουλου, περιέχει  και επίμετρο  του Γκ.Κ. Τσέστερτον.

Εκδόσεις : ΨΥΧΟΓΙΟΣ

One Comment Add yours

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.