Ο ΜΑΚΑΡΙΤΗΣ ΜΑΤΙΑ ΠΑΣΚΑΛ

matiapascal«Ο Μακαρίτης Ματία Πασκάλ» είναι ένα από τα πιο διάσημα μυθιστορήματα της ιταλικής λογοτεχνίας, μια αλληγορία με μια βαριά δόση φιλοσοφικών συλλογισμών  – κυρίως για τη φύση της ταυτότητας – και ένα έργο που αποτυπώνει την πικρία του συγγραφέα του, Λουίτζι Πιραντέλο, για την αδυναμία του ανθρώπου να αποκοπεί από τα δεσμά της ζωής του.

Ο Πιραντέλλο θεωρείται κατ’ εξοχήν αυτοβιογραφικός συγγραφέας αφού τόσο για τα μυθιστορήματά του όσο και για τα θεατρικά του έργα άντλησε τις ιδέες και τα θέματα από το οικογενειακό του περιβάλλον.  Το 1903 ο Πιραντέλλο βίωσε την οικονομική καταστροφή, όταν πλημμύρισε το ορυχείο θείου που βρισκόταν στην κατοχή της οικογένειάς του και αυτό το σοκ,  μαζί με την ψυχική αρρώστια της συζύγου του, τον έφεραν στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Μέσα σ’ αυτή τη ζοφερή κατάσταση, ο Σικελός συγγραφέας, βρίσκει διέξοδο στη συγγραφή του έργου που έμελλε να τον κάνει γνωστό στο ευρύτερο κοινό, το μυθιστόρημά του «Ο Μακαρίτης Ματία Πασκάλ».

Σ’ αυτό το έργο του, ο Πιραντέλο, μέσω της τεχνικής της αναξιόπιστης πρωτοπρόσωπης αφήγησης, ανιχνεύει τη σύλληψη μιας σχετικής πραγματικότητας, καθώς επίσης και την ασταθή ταυτότητα, όχι τόσο των ίδιων των ανθρώπων αλλά των επινοημένων υποκατάστατών τους.

Η ζωή του ήρωα του βιβλίου, του Ματία Πασκάλ, μια ατέλειωτη σειρά ατυχών συμβάντων, πτωχεύσεων, εξαπατήσεων, εγκατάλειψης, θανάτων, ενός κακού γάμου και συνεχών ταπεινώσεων. Και ξαφνικά και ανέλπιστα ο Ματία, βρίσκεται μπροστά σε μια μοναδική ευκαιρία να αλλάξει τη ζωή του. Να σταματήσει να είναι ο εαυτός του και να πάρει μια νέα ταυτότητα που να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες που είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Η ακινησία της ζωής μου μου γεννούσε σκέψεις απρόσμενες, περίεργες, σαν αστραπές τρέλας. Πεταγόμουν όρθιος, θαρρείς και ήθελα να την πετάξω από πάνω μου, και άρχιζα να περπατάω στην ακρογιαλιά· και τότε έβλεπα τη θάλασσα να στέλνει εκεί, στην ακτή, δίχως καμιά ανάπαυλα, τα κουρασμένα της νυσταλέα κύματα· έβλεπα εκείνη την άμμο, εγκαταλειμμένη εκεί· φώναζα με οργή, κουνώντας τις γροθιές μου:  «Μα γιατί; Μα γιατί;»

Για να γλυτώσει από το μένος της πεθεράς του και της γυναίκας του, φεύγει για ένα διάστημα από το σπίτι και από το βαρύ περιβάλλον που τον πνίγει και πηγαίνει στο Μόντε Κάρλο. Εκεί, έχει την τύχη να κερδίσει στο καζίνο ένα ποσό που του επιτρέπει να ελπίσει σε μια αλλαγή των συνθηκών της ζωής του. Στο δρόμο της επιστροφής για το σπίτι του, όμως, διαβάζει τυχαία σε μια εφημερίδα την αναγγελία του θανάτου του. Ένα πτώμα που βρέθηκε σε κατάσταση αποσύνθεσης αναγνωρίζεται ως Ματία Πασκάλ και έτσι όλοι τον θεωρούν πλέον νεκρό. Αρχικά σοκαρισμένος από την ετοιμότητα της οικογένειας να πιστέψει στον θάνατό του, στη συνέχεια βλέπει όλη την κατάσταση σαν ευκαιρία για να δραπετεύσει από τις άσχημες συνθήκες που βίωνε και αποφασίζει να θάψει κι αυτός τον Ματία Πασκάλ και να δημιουργήσει στη θέση του τον Αντριάνο Μέις.

Για ένα διάστημα πετυχαίνει, να εξαπατήσει τον εαυτό του ότι είναι σε θέση να ξεκινήσει από την αρχή και να οικοδομήσει αυτή τη ζωή που πάντα ήθελε και έτσι περιπλανιέται στην Ευρώπη χτίζοντας την ιστορία της νέας του ταυτότητας μέχρι που αποφασίζει να εγκατασταθεί στη Ρώμη. Χωρίς ταυτότητα και χαρτιά διαπιστώνει ότι δεν μπορεί ούτε ένα κατοικίδιο να αποκτήσει αλλά ούτε να αγοράσει ένα σπίτι. Αναζητώντας ένα πιο μόνιμο κατάλυμα, αποφασίζει να νοικιάσει ένα δωμάτιο στο διαμέρισμα μιας οικογένειας. Στο πρόσωπο της γλυκιάς Αντριάνας, της κόρης της οικογένειας, βλέπει μια ευκαιρία να ευτυχήσει, η οποία όμως ναυαγεί σύντομα όταν συνειδητοποιεί ότι χωρίς την επίσημη πιστοποίηση της ύπαρξής του, ούτε να παντρευτεί μπορεί αλλά ούτε και να υπερασπιστεί τον εαυτό του όταν πέφτει θύμα κλοπής.

Απ’ όσα είχα αρχικά φανταστεί δεν συγκράτησα τίποτα ή σχεδόν τίποτα. Είναι αλήθεια πως δεν μπορείς να επινοήσεις τίποτα που να μην έχει λίγο ή πολύ βαθιές ρίζες στην πραγματικότητα. ακόμα και τα πιο παράξενα πράγματα μπορεί να είναι αληθινά και μάλιστα καμία φαντασία δεν μπορεί να συλλάβει κάποιες τρέλες, κάποιες μη αληθοφανείς περιπέτειες που ξεπηδάνε και ξεχύνονται από τον πολυτάραχο κόρφο της ζωής. μα και πάλι, πώς και πόσο διαφορετική είναι η ζωντανή, πάλλουσα πραγματικότητα από τα επινοήματα που μπορούμε να αντλήσουμε από αυτή. Πόσα ουσιώδη, μικρά, ασύλληπτα πράγματα χρειάζεται το επινόημά μας για να ξαναγίνει η πραγματικότητα από την οποία γεννήθηκε, πόσα νήματα που το συνδέουν με το περίπλοκο κουβάρι της ζωής, νήματα που εμείς οι ίδιοι κόψαμε για να γίνουν αυθύπαρκτα!

Η εξάλειψη της ελευθερίας που νόμιζε ότι αγόραζε με την επινοημένη νέα του ταυτότητα, τον υποχρεώνει να οδηγήσει τον Αντριάνο Μέις σε αυτοκτονία και να ξαναφέρει στη ζωή τον Ματία Πασκάλ για να τον γυρίσει στο σπίτι του.  Κι έτσι πεθαίνει για δεύτερη φορά! Ο Ματία Πασκάλ επιστρέφει στον τόπο του για να ανακαλύψει ότι πλέον είναι οριστικά καταδικασμένος να μην υπάρχει αφού στα δύο χρόνια της απουσίας του, η οικογένειά του φαίνεται να έχει ξεπεράσει το σοκ του θανάτου του και η γυναίκα του είναι πλέον παντρεμένη με άλλον και έχει παιδί. Αλλά και οι κάτοικοι της πόλης που γεννήθηκε και μεγάλωσε μοιάζουν να τον έχουν διαγράψει από τη μνήμη τους αφού περπατά ανάμεσά τους και κανείς δεν τον αναγνωρίζει.

πηγή: http://homouniversalisgr.blogspot.com/2017/09/carpe_20.html

Ο Πιραντέλο φιλοσοφεί και προβληματίζεται παρατηρώντας ότι ο άνθρωπος έχει τις δικές του ιδέες, πεποιθήσεις και τάσεις που όμως δεν αρκούν για να τον οδηγήσουν στην ευτυχία αφού οι διάφορες κοινωνικές, διαπροσωπικές, οικονομικές και γραφειοκρατικές συμβάσεις τον υποχρεώνουν να συμμορφωθεί με διαφορετικούς κανόνες και συνήθειες. Το αποτέλεσμα είναι να βαλτώνει μέσα στη σχετικότητα, να βιώνει τον συμβιβασμό και να αναρωτιέται για το μάθημα που προσπαθεί να του δώσει η ζωή.

«…….και συχνά του έλεγα πως δεν μπορούσα να καταλάβω τι μπορούσα να αποκομίσω από όλα αυτά.

«Για την ώρα μπορείτε να αποκομίσετε αυτό» μου απάντησε «πως έξω από τον νόμο και έξω από τις ιδιαιτερότητές μας, είτε ευχάριστες, είτε δυσάρεστες, χάρη στις οποίες εμείς είμαστε εμείς, δεν γίνεται να ζει κανείς μας, αγαπητέ μου κύριε Πασκάλ».

Η ιστορία του Ματία Πασκάλ είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που επιδιώκει ένα τρόπο διαφυγής από τα προβλήματά του και τελικά μαθαίνει με πόνο ότι η κοινωνία καταδικάζει χωρίς οίκτο όσους προσπαθούν να ξεφύγουν από τους κανόνες της, τους ξεχνάει, τους αντικαθιστά και συνεχίζει την πορεία της. Ο ίδιος ο ήρωας είναι ένας εξερευνητής της ζωής που πνίγεται από το κοινωνικό μοντέλο στο οποίο βρέθηκε και προσπαθώντας να το καταγγείλει, αποξενώνεται.

Το διαχρονικής αξίας βιβλίο του Λουίτζι Πιραντέλο «ο Μακαρίτης Ματία Πασκάλ», κυκλοφορεί από τη σειρά «Μεγάλες Αφηγήσεις» των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ σε μετάφραση Δήμητρας Δότση και πρόλογο του Δημήτρη Στεφανάκη.

Εκδόσεις : ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

One Comment Add yours

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.