Μπιτ (Beat) Λογοτεχνία – Αφιέρωμα

πηγή : https://rosariomariocapalbo.wordpress.com/2011/02/08/the-beat-generation/beat-generation
The Beat Generation

Κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα η λογοτεχνία δημιούργησε νέα ρεύματα και έθεσε μεγάλο αριθμό ερωτημάτων. Ανάμεσα στα παγκόσμια ρεύματα του υπερρεαλισμού, του μοντερνισμού, του φουτουρισμού ή του ντανταϊσμού εμφανίστηκε ένα καταρχήν αμερικανικό λογοτεχνικό ρεύμα, η λογοτεχνία της «μπιτ γενιάς» ή «μπιτ λογοτεχνία».

Το 1944, κι ενώ ο πόλεμος στη Γηραιά Ήπειρο μαινόταν, στη Νέα Υόρκη θα συνέβαινε μια καταλυτική γνωριμία που έμελλε να επηρεάσει περισσότερο από κάθε άλλη τη λογοτεχνία κυρίως της μεταπολεμικής Αμερικής, και λιγότερο της Ευρώπης. Το 1944, ο Άλεν Γκίνσμπεργκ, ο Τζακ Κέρουακ και ο Ουίλιαμ Μπάροουζ συναντήθηκαν στο πανεπιστήμιο Κολούμπια. Τη γνωριμία τους οφείλουν στον Ντέιβιντ Κάμεμερ και τον Λούσιαν Καρ. Η κίνηση αργότερα μετατοπίστηκε προς τη Δυτική Ακτή, όπου στράφηκε γύρω από το βιβλιοπωλείο και εκδοτικό οίκο City Lights στο Σαν Φρανσίσκο. Στην Γκαλερί 6, στην ίδια πόλη, ο Γκίνσμπεργκ οργάνωσε μια βραδιά ανάγνωσης ποίησης στις 7 Οκτωβρίου του 1955, αμέσως μετά την ολοκλήρωση του «Ουρλιαχτού». Στη συνέχεια οι βασικοί πρωταγωνιστές του κινήματος κινήθηκαν και πάλι προς τη Νέα Υόρκη κι έπειτα στο Παρίσι, περνώντας και από το Μεξικό και την Ταγγέρη.

Bill_Allen_Jack

Έτσι δημιουργείται ο πυρήνας των «ποιητών μπιτ», μιας λογοτεχνικής ομάδας που συνέδραμε στη διαμόρφωση του παγκόσμιου πολιτιστικού χάρτη, αν αναλογιστούμε τις επιδράσεις των «μπιτ» όχι μόνο στην ποίηση και στη ροκ μουσική αλλά και στο θέατρο και στη φωτογραφία ακόμη και στην ψυχολογία: είναι γνωστές οι σχέσεις και οι δεσμοί που είχαν με τους «μπιτ» ο ψυχολόγος Τίμοθι Λίρι, οι τραγουδιστές Μπομπ Ντίλαν, Τζέρι Γκαρσία, Λου Ριντ, Τζάνις Τζόπλιν, Ντέιβιντ Μπάουι και Τομ Γουέιτς, οι Ρώσοι ποιητές Γεβγκένι Γεφτουσένκο και Αντρέι Βοζνεζένσκι, ο ανθρωπολόγος και εθνομουσικολόγος Χάρι Σμιθ, ο φωτογράφος και κινηματογραφιστής Ρόμπερτ Φρανκ, ο ζωγράφος Γουίλεμ ντε Κούνινγκ, οι Ιταλοί ζωγράφοι Σάντρο Τσία και Φρανσέσκο Κλεμέντε, ο Νικαραγουανός ιερωμένος ποιητής Ερνέστο Καρντενιάλ, ο φωτογράφος Ρίτσαρντ Άβεντον και η συγγραφέας Κάθι Εϊκερ. «Όλοι αυτοί εμπνεύσθηκαν και επηρεάστηκαν βαθύτατα από το «κίνημα των μπιτ» και εξακολουθούν και σήμερα, ο καθένας με τον τρόπο του και με το έργο του, να διακηρύττουν τα μηνύματα της παρέας της αίθουσας τέχνης Six Gallery, μηνύματα ανοιχτότητας, υπερβατικότητας, αυθόρμητης έκφρασης και αισθημάτων που βασίζονται στις αισθήσεις και στη φαντασία.»[1]

πηγή: https://sites.google.com/site/ahsapcompthebeatgeneration/home/what-is-the-beat-generation

Η «μπιτ λογοτεχνία» δανείστηκε το όνομά της από την αμερικανική λέξη «μπιτ» (beat) που προέρχεται από την αργκό των ανθρώπων των τσίρκων και των υπαίθριων θεαμάτων της δεκαετίας του 1930, η οποία αντανακλούσε τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι περιφερόμενοι διασκεδαστές. Εισχωρώντας στον κόσμο των ναρκωτικών, η λέξη «μπιτ» σήμαινε «εξαπατημένος». Ως χαρακτηρισμός που προσδιόριζε πλέον κάτι πιο συλλογικό και σύγχρονο χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη, στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου από τους μουσικούς της τζαζ και από περιθωριακούς της πόλης και σήμαινε πως κάποιος ήταν στα όριά του, τσακισμένος, φτωχός και απελπισμένος. Το 1944 ο χαρακτηρισμός «μπιτ» τράβηξε την προσοχή του Ουίλιαμ Μπάροουζ και μέσω αυτού πέρασε στον τότε πρωτοετή του πανεπιστημίου Κολούμπια Άλεν Γκίνσμπεργκ και στον συγγραφέα φίλο του Τζακ Κέρουακ. Ο Κέρουακ ενθουσιάστηκε με τον χαρακτηρισμό και, βάφτισε μ’ αυτόν όλον εκείνον τον κύκλο των καλλιτεχνών που μοιράζονταν το «Νέο Όραμα» και προσδοκούσαν την αναγέννηση, την απελευθέρωση του αμερικανικού λόγου, των τεχνών και της ευρύτερης συνείδησης του αμερικανικού λαού.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο Κέρουακ και ο Γκίνσμπεργκ άρχισαν να δίνουν έμφαση στην υπαρξιακή πτυχή του όρου, προτάσσοντας τη βαρύτητα του «beat» ως παράγωγου του «beatitude» (μακαριότητα) και του «beatific» (μακάριος), «θεωρώντας πως σχετιζόταν άμεσα και καθ’ ολοκληρία με τη μυστική φύση της ύπαρξης.» Εξάλλου, η εμφάνιση της γενιάς των μπιτ έλαβε χώρα μέσα στην ανώμαλη και προβληματική πορεία των γεγονότων μιας εποχής της αμερικανικής κοινωνίας (που δεν διέφερε και πολύ από τη σημερινή), με την ηθική και την πολιτική κρίση, τη δογματική σκλήρυνση και την κοινωνική αδικία να έχουν αλλοτριώσει σχεδόν κάθε έκφανση της ζωής. «Οι μπιτ, όμως, προχώρησαν μέσα σ’ αυτό το σύστημα γεμάτοι ανθρωπιστικές και ελευθεριακές ιδέες, όχι με στρατευμένη πολιτική άποψη, αντιθέτως, διατυμπανίζοντας την πίστη στο ιερό, νιώθοντας αποστροφή για κάθε κατεστημένη ιδέα και έννοια.»[2] Πέραν αυτών των σημασιών, ο όρος «μπιτ» παρέπεμπε, επίσης, στον χτύπο και στον ρυθμό της τζαζ, η οποία ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την αισθητική πρόταση ολόκληρης της γενιάς.

Μολονότι το μυθιστόρημα του Κέρουακ, «Στο δρόμο» έκανε γνωστή την «μπιτ λογοτεχνία» στο πλατύ κοινό, ο λεπτός τόμος με τα ποιήματα του Γκίνσμπεργκ «Ουρλιαχτό» την έλουσε με φως. «Οι ακαδημαϊκοί, καθηγητές πανεπιστημίου, οι κριτικοί και οι αναγνωρισμένοι ποιητές αμέσως έδειξαν καθαρά ποια ήταν η γνώμη τους για το «Ουρλιαχτό»· δεν ήθελαν να το αγγίξουν ούτε με το γάντι.»[3] Η ίδια αναστάτωση στα νερά της αμερικάνικης λογοτεχνίας είχε συμβεί ακριβώς εκατό χρόνια νωρίτερα, όταν ο Ουόλτ Ουίτμαν τύπωσε «Τα φύλλα χλόης».

Τα βιβλία των «μπιτ» είναι σπάνια, ο Γκίνσμπεργκ ο ποιητής, ο Μπάροουζ με το «Γυμνό Γεύμα» του και ο Κέρουακ – ο μόνος που δοκίμασε να φτιάξει ένα έργο βασισμένο στο μύθο της άρνησης και της απόδρασης και του οφείλουμε βασικά δύο έργα τα «Στο δρόμο» και «Οι Υποχθόνιοι» – έχουν σα χαρακτηριστικό τους την εμβάθυνση στο νόημα της περιπέτειας.

Οι «μπιτ», με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, βίωναν και κατέγραφαν την εμπειρία του να ζει κανείς μέσα στα ερείπια του χαμένου ανθρώπινου πολιτισμού. Και αυτό συνέβαινε ως κοινωνικό φαινόμενο με τόση σφοδρότητα, για πρώτη φορά στις ΗΠΑ, και όπως αποδείχτηκε ήταν και η πρώτη φορά που συνέβη κάτι τέτοιο στον δυτικό κόσμο.

thebeatgen

Λογοτεχνία: χαρακτηριστικά και άλλες μορφές τέχνης

Δεν υπάρχει, για να πούμε την αλήθεια, «μπιτ λογοτεχνία» βγαλμένη από το κίνημα που γεννήθηκε στην Αμερική με την αμφισβήτηση της κοινωνικής τάξης, την αντίδραση φυγής και απογείωσης μπροστά στις αυξανόμενες απειλές του πολέμου, το καρκίνωμα των μολυσμένων πόλεων και τα ανάλγητα ανθρώπινα τέρατα μιας καταναλωτικής κοινωνίας που καταβροχθίζει τα ίδια τα παιδιά της, αν δεν αναζητήσουμε αυτή την αμφισβήτηση, αλλά και την άμεση και αυθόρμητη έκφραση αυτής της αντίθεσης, πριν απ’ όλα, στη μουσική. Άλλωστε, όπως ήδη ειπώθηκε, το όνομα που προσδιορίζει αυτή τη γενιά είναι δανεισμένο από την τζαζ και είναι ο ρυθμός. «Χτυπημένοι, νικημένοι, μα ωστόσο αφυπνισμένοι ταυτόχρονα για μια καινούργια συνείδηση, που αντηχεί κάτω από τα χτυπήματα των ντραμς και καλεί τις αδερφές ψυχές να σμίξουν και να χορέψουν.»[4]

Το κίνημα των «μπιτ», κινήθηκε σε πολλά πεδία και μορφές τέχνης αν και παραμένει γνωστότερη η επίδρασή τους στη λογοτεχνία με τη δημιουργία της αντίστοιχης λογοτεχνικής ομάδας. Οι καλλιτεχνικές πρακτικές της «γενιάς των μπιτ» (αναγνώσεις, παραστάσεις, συναυλίες και ταινίες) μαρτυρούν μια κατάρριψη των καλλιτεχνικών ορίων και την επιθυμία για συνεργασία που θέτει τη μοναδικότητα του καλλιτέχνη υπό αμφισβήτηση.

πηγή: https://en.wikipedia.org/wiki/Gregory_Corso
Γκρέγκορυ Κόρσο

Παράλληλα με αξιοσημείωτους εικαστικούς καλλιτέχνες, ως επί το πλείστον εκπροσώπους της σκηνής της Καλιφόρνια (Wallace Berman, Bruce Conner, George Herms, Jay DeFeo) υπήρξαν πολύ σημαντικές μορφές της μαύρης αμερικανικής ποίηση (LeRoi Jones, Bob Kaufman), που παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστη στην Ευρώπη, η οποία μάλιστα επηρέασε και την τζαζ. Η φωτογραφία ήταν επίσης ένα σημαντικό μέσο έκφρασης και πολλά καρέ του Γκίνσμπεργκ και του Μπάροουζ έχουν δει συχνά το φως της δημοσιότητας μέσα από σχετικές εκθέσεις. Τέλος η πολύ χαρακτηριστική τεχνική του “cut-up”, δηλαδή το κόψιμο και ράψιμο φράσεων προς αναζήτηση διαφορετικών νοημάτων γεννήθηκε στο Παρίσι  από τον εικαστικό και ποιητή Μπρίον Γκίσιν και στη συνέχεια αξιοποιήθηκε τόσο από τον Μπάροουζ όσο και από τον ποιητή Γκρέγκορι Κόρσο οι οποίοι έσπαγαν ένα κείμενο σε κομμάτια και τα συνέτασσαν με διαφορετική σειρά για να δημιουργήσουν κάτι καινούργιο.

Τα κύρια χαρακτηριστικά της «μπιτ λογοτεχνίας» ήταν, κατά κύριο λόγο, μια ξέφρενη συνήθως κατάβαση στα έγκατα των πιο τρελών εμμονών, της λαγνείας, των ναρκωτικών, του αλκοόλ, της τέχνης, και της αδυσώπητης μοναξιάς. Η πλοκή των περισσότερων βιβλίων αποτελείται από επεισόδια που διαδέχονται καταιγιστικά το ένα το άλλο και περιλαμβάνουν πολλές φορές συναντήσεις με τυχαίους ανθρώπους που διαπερνούν την πλοκή σαν αιφνίδιες αστραπές (ή εκλάμψεις στο μυαλό των αφηγητών/ηρώων). Οι αργόσυρτες, δίχως φαινομενικά σοβαρό νόημα, τρελές/μεθυσμένες κουβέντες της πάντα αργόσχολης παρέας που απολαμβάνει να επιβιώνει στην κόψη των πραγμάτων. Τέλος οι ακρότητες στα λόγια, αλλά συχνά και στις πράξεις, το χιούμορ αναμιγμένο με τη θυμοσοφία σε ατέρμονες συζητήσεις δίχως αρχή και τέλος.

Κυρίαρχο χαρακτηριστικό της γενικότερης στάσης των «μπιτ» ήταν η άρνηση να συμμετάσχουν στον ολοκληρωτισμό του συστήματος και να επιφέρουν σημαντικές αλλαγές σ’ αυτό προτείνοντας ένα πολύ συγκεκριμένο πρότυπο: «τον αισθητικό πνευματικό άνθρωπο που αποποιείται τη βία, την εκκλησία, τον στρατό, την πολιτική, την ισχύουσα ηθική και νομοθεσία – πράγματα, δηλαδή, τα οποία, ούτως ή άλλως, η τέχνη καυτηρίαζε ανέκαθεν.» Με τους μπιτ, όμως, συνέβη κάτι πρωτοφανές, η εμφάνιση ενός «ύφους» που αναλογούσε στην πραγματική εικόνα των λογοτεχνών, το οποίο απέκτησε αυτομάτως οπαδούς, όπως, άλλωστε, συνηθίζεται, οι οποίοι, αδιάφοροι ή ανίκανοι να αποκτήσουν όραμα και συνειδητότητα, δημιούργησαν ένα ψευδο-πρότυπο, ανάλογο όλων αυτών που κατακλύζουν τις σύγχρονες πόλεις. Αυτό, όμως, θα έπρεπε να αφήνει κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο παντελώς αδιάφορο. Κι όμως, σε γενικές γραμμές οι ομότεχνοί τους και οι κριτικοί της λογοτεχνίας «παρασύρθηκαν από το στυλ», προφανώς θορυβημένοι από το προβάδισμα και τα πλεονεκτήματα των έργων τους.»[5]

Οι αισθητικές επιδράσεις που δέχτηκαν οι «μπιτ λογοτέχνες» είναι πολύ πλατιές: Ουίτμαν, Πάουντ, Ρεμπό, Απολινέρ, Βαλερί, Λόρκα, Μπρεχτ, Μαγιακόφσκι, Χέντεριν, Σμαρτ, Μπλέικ αλλά και συγγραφείς από την Άπω Ανατολή.

«Σε τούτη τη λιτανεία των επιδράσεων δεν μπορούμε να αγνοήσουμε και τον αθεϊστικό υπαρξισμό που αναπτύχθηκε από τον Ζαν Πολ Σαρτρ και ιδιαίτερα όπως διαμορφώθηκε στα κείμενα του Αλμπέρ Καμύ. Αυτή η θεώρηση της ζωής, το μείγμα του ζεν βουδισμού, του Χριστού και του Καμύ, καθρεφτίζεται καθαρά σε μια τελευταία προσπάθεια του Γκίνσμπεργκ, του Ορλόφσκι και του Κόρσο να ορίσουν τη Γενιά Μπιτ: […] υπάρχουν έξι χιλιάδες άστρα τη νύχτα• υπάρχουν όμως δισεκατομμύρια και δισεκατομμύρια άλλα αθέατα αστέρια. Μπορείς να μετρήσεις μόνο έξι χιλιάδες. Ο ήλιος είναι άστρο. Η γη όμως δεν είναι. Ξέρεις πόσες πολλές φορές χωράει η γη μέσα σε ένα άστρο, όπως στον ήλιο λόγου χάρη; Βάζω στοίχημα πάνω από χίλιες. Λοιπόν! Πως αισθάνεσαι; Ασήμαντος; Φτηνός; Φοβερός; Ζηλιάρης; Αλαζονικός; Γι’ αυτό υπάρχει η Γενιά Μπιτ και όχι επειδή κρέμεται πάνω από τη γη η καταστροφή, η καταστροφή που δημιούργησε ο άνθρωπος, τούτη η καταστροφή ήταν εδώ πριν ακόμα γεννηθούμε· δεν υπάρχει σωτηρία, για ποιο λόγο λοιπόν να στενοχωριόμαστε, η καταστροφή είναι κάτι περαστικό, υπάρχουν άλλα πράγματα να δούμε, θαυμαστά πράγματα· η Γενιά Μπιτ προσβάλλεται όταν τη συνδυάζουν με την καταστροφή. Η Γενιά Μπιτ υπάρχει επειδή πράγματι βρίσκεται μέσα στα αντιφατικά καλάμια της ψυχής […]. Όλα είναι ατέλειωτα, χωρίς όρια το άπειρο είναι ένα σκυλάκι που κάθεται στα ίδια του τα πόδια. Η Γενιά Μπιτ λοιπόν είναι ένα αποκορύφωμα, τόσο ασήμαντη όσο οτιδήποτε άλλο κάνει ο άνθρωπος· ποια σχέση έχει η Γενια Μπιτ με τις δρομάδες του ηλιακού συστήματος; […] Τίποτε σημαίνει τίποτε. Οι αγελάδες, η σούπα, ο θάνατος της μάνας, τα πολεμικά απόρρητα, το Παρθενικό Τραγούδι του Αλκμάν, οι Αρχαίοι Έλληνες με σορτσάκια, το Κολέγιο Σμιθ· άναστρα πράγματα προσπαθούν να στερήσουν από τη Γενιά Μπιτ τις ψευδαισθήσεις της. Γιατί; Επειδή αυτοί, οι άναστροι δεν πιστεύουν στην μαντική αφαίρεση, να γιατί. Πιστεύουν πραγματικά ότι ο άνθρωπος ζει, ότι ο άνθρωπος υπάρχει·πόσο λυπηρό! Πόσο παράλογο! Ο άνθρωπος δεν υπάρχει, ο άνθρωπος είναι απλώς μια εφεύρεση του θεού· μια εφεύρεση χωρίς νόημα μέσα σε τούτο το απέραντο κίνημα ευαισθησίας […]. Γι’ αυτό μην ακούτε τι λέει η γη, η γη ζηλεύει τον ουρανό. Ζηλεύει επειδή ξέρει ότι δεν είναι ούτε καν άστρο. Η αλήθεια βαθιά, η αλήθεια είναι αποκαρδιωτική, σχετικά ασφαλής· τα πάντα εκτός από τη Γενιά Μπιτ στέκονται μέσα στα βάσανα και στους πόνους της ψευτιάς.»[6]

πηγή: http://thequietus.com/articles/04652-howl-review-allen-ginsberg
Άλλεν Γκίνσμπεργκ

Η γενιά των «μπιτ» είχε διαρκή αντίκτυπο στη δομή της αμερικανικής κοινωνίας. Λόγω του «Ουρλιαχτού» του Γκίνσμπεργκ, η έννοια της αποδεκτής λογοτεχνίας διευρύνθηκε πάρα πολύ. Η λογοκρισία, ως δύναμη για τη διαμόρφωση του δημόσιου λόγου στη λογοτεχνία, έληξε. Η γενιά των «μπιτ» δημιούργησε ένα πλήθος από υπόγειες αξίες, όπως η αγάπη τους για τους ιθαγενείς της Αμερικής και τις Ανατολικές φιλοσοφίες και θρησκείες. Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, ο Άλεν Γκίνσμπεργκ άρχισε να ψάχνει τα νοήματα του Βουδισμού, ενώ ο Τζακ Κέρουακ με τη βοήθεια του Γκάρι Σνάϊντερ, επέκτεινε το ενδιαφέρον του για την Ανατολική θρησκεία. Το 1955, με τη διάσημη ανάγνωση του «Ουρλιαχτού» από τον Γκίνσμπεργκ στο Six Gallery στο Σαν Φρανσίσκο, η Ανατολή και η Δύση συναντήθηκαν. Η ποίηση και η πεζογραφία αυτής της ανθολογίας δείχνουν  ότι η γενιά των «μπιτ» τοποθέτησε – μέσω της νέας συνείδησης της Ανατολικής φιλοσοφίας – τη δύναμη του ατόμου στο πνευματικό κέντρο της ζωής. Αν και μερικοί έχουν επικρίνει τους «μπιτ» ως Βουδιστές του καναπέ με δυτικές αξίες, οι περισσότεροι από αυτούς έλαβαν σοβαρά υπόψη τη μελέτη της ανατολικής θρησκείας μέσω του διαλογισμού και της ανάγνωσης γραφών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, έκαναν ταξίδια στην Ιαπωνία και εντρύφησαν στην εκπαίδευση των  μοναχών.

πηγή : https://ranchsauce.wordpress.com/2013/11/08/yourbuddhismorminebuddhistidentityinthe21stcentury/
Γκ.Σνάϊντερ, Π. Ορλόφσκι, Α. Γκίνσμπεργκ με φόντο τα Ιμαλάϊα (Ινδία, 1960)

Αυτή η εξερεύνηση της ξένης σκέψης συνέβαλε στην παγκοσμιοποίηση, στην πολυθεϊστική θρησκεία και στη δημιουργία σύγχρονης περιβαλλοντικής ηθικής.  Η σύγχρονη ποίηση μετατράπηκε σε αναμόρφωση ως αποτέλεσμα του επαναστατικού λογοτεχνικού στυλ των «μπιτ.» Οι ποιητικές δομές χαλάρωσαν και επέτρεψαν στους συγγραφείς να εκφραστούν με οποιονδήποτε τρόπο επέλεξαν. Ο πειραματισμός με την ουσία, τον τρόπο ζωής και τη σεξουαλικότητα έγινε πιο ομαλοποιημένος. Επέτρεψε τη διερεύνηση και την έκφραση σε αντίθεση με την προσαρμογή σε ένα καλούπι που θεωρείτο φυσιολογικό ή ιδανικό από την αμερικανική κοινωνία. Έτσι, η γενιά των «μπιτ» ήταν στην πραγματικότητα πιο μορφωμένη, εξελιγμένη και η καλλιτεχνική τους εξέγερση ήταν αρκετά υπολογισμένη ώστε να ανοίξει το δρόμο για τις μελλοντικές γενιές.

Κύριοι εκπρόσωποι της «μπιτ λογοτεχνίας»

Ο κεντρικός πυρήνας των «μπιτ λογοτεχνών» περιλάμβανε τον συγγραφέα Τζακ Κέρουακ, τον ποιητή Άλεν Γκίνσμπεργκ και τον Γουίλιαμ Μπάροουζ ενώ σταδιακά προστέθηκαν και άλλες μονάδες, όπως οι ποιητές Γκάρι Σνάιντερ, Μίχαελ Μκλούρ και Γκρέγκορι Κόρσο και o συγγραφέας και εκδότης Λόρενς Φερλινγκέτι, ειδικότερα με την μετακίνηση της ομάδας στην περιοχή του Σαν Φρανσίσκο.

the BeatsΚεντρικό ρόλο στην εξάπλωση της «μπιτ λογοτεχνίας» διαδραμάτισαν δύο σημαντικά έργα, το μυθιστόρημα «Στο Δρόμο» (On the road, 1951) του Κέρουακ και το ποίημα «Ουρλιαχτό» (Howl, 1955) του Γκίνσμπεργκ, που αποτελούν έως σήμερα τα πλέον δημοφιλή δείγματα της «μπιτ λογοτεχνίας».

Τζακ Κέρουακ

Jack-KerouacΟ αλήτης που χάρισε στην ανθρωπότητα το «Στο δρόμο» γεννήθηκε ως Ζαν-Λουί Λεμπρί ντε Κερουάκ (1922-1969) στη Μασαχουσέτη των ΗΠΑ, ως γιος γαλλόφωνων καναδών μεταναστών. Στην παιδική του ηλικία θα γνωρίσει όμως την τραγωδία, όταν το καλοκαίρι του 1926 θα χάσει τον μεγαλύτερο αδελφό του ο οποίος πέθανε χτυπημένος από ασθένεια. Η καθολική οικογένεια θα στραφεί έτσι ακόμα περισσότερο στη θρησκεία, αν και ο μικρός Τζακ μοιράζει τον χρόνο του μεταξύ αθλημάτων και διαβάσματος.

Παρά το γεγονός ότι ονειρεύεται να γίνει συγγραφέας και να γράψει «το μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα», είναι στα σπορ που βλέπει την εξασφάλιση του μέλλοντός του και συγκεκριμένα στο ράγκμπι. Αποφοιτώντας από το γυμνάσιο το 1939, παίρνει υποτροφία για το Πανεπιστήμιο Κολούμπια, κάτι που θα τον φέρει στην πολύβουη Νέα Υόρκη, αλλάζοντας έτσι τη ζωή του μια και καλή.

Ο Κέρουακ έρχεται σε επαφή στο «Μεγάλο Μήλο» με την τζαζ μουσική και κυριολεκτικά μαγεύεται! Ταυτοχρόνως, αρχίζει να γράφει για την πανεπιστημιακή εφημερίδα και δημοσιεύει σύντομα διηγήματα, θεωρώντας πως είναι κοντά τόσο στο όνειρο της συγγραφής όσο και της καριέρας στο ράγκμπι. Δυστυχώς όμως γι’ αυτόν, σπάει το πόδι του και ουσιαστικά ξεκινά η αντίστροφη πορεία, με τον Κέρουακ να παρατά ομάδα, πανεπιστήμιο και όνειρα για καλύτερη -αν και συμβατική- ζωή. Το επόμενο διάστημα θα το περάσει κάνοντας δουλειές του ποδαριού και το 1943 κατατάσσεται στους Πεζοναύτες για να βοηθήσει τη χώρα του στην πολεμική της προσπάθεια. Έπειτα όμως από μόλις 10 μέρες αποτάσσεται από την υπηρεσία, καθώς η ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη έδειξε «σχιζοειδείς τάσεις»!

Επιστρέφει λοιπόν άπραγος στη Νέα Υόρκη και τότε γνωρίζεται με μια ομάδα νεαρών και επίδοξων συγγραφέων, με την οποία θα καθόριζαν αργότερα τα λογοτεχνικά πράγματα της Αμερικής. Γίνεται φίλος λοιπόν με τον Άλεν Γκίνσμπεργκ, φοιτητή στο Κολούμπια, και κάποιον Γουίλιαμ Μπάροουζ, ο οποίος είχε επίσης εγκαταλείψει το κολέγιο για να κυνηγήσει το συγγραφικό όνειρο.

Κι έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του ’40, ο Κέρουακ θα γράψει στη Νέα Υόρκη το πρώτο του μυθιστόρημα, το «Town and City», μια αυτοβιογραφική ιστορία που θα εκδοθεί το 1950, με τη βοήθεια των καθηγητών του Γκίνσμπεργκ στο Κολούμπια, και θα φέρει στον Κέρουακ μια πρώτη φήμη στους στενούς λογοτεχνικούς κύκλους της Νέας Υόρκης.

Ο Κέρουακ είχε ακόμα έναν φίλο, κάποιο Νιλ Κάσαντι, και οι δυο τους όργωναν τις ΗΠΑ, ακόμα και το Μεξικό, ψάχνοντας έμπνευση για τα πάντοτε αυτοβιογραφικά μυθιστορήματά τους. Το «Στο Δρόμο» δεν είναι τίποτα άλλο λοιπόν από την καταγραφή των περιπετειών του ντουέτου στο Σικάγο, το Λος Άντζελες, το Ντένβερ, ακόμα και στην Πόλη του Μεξικού, που ήταν γεμάτες από σεξ, ναρκωτικά και τζαζ. Το βιβλίο γράφτηκε το 1951 και εκδόθηκε μετά από αναθεωρήσεις το 1957. Το βιβλίο γίνεται αυτομάτως κλασικό και σφράγισε με τον ιδανικότερο τρόπο τα λογοτεχνικά κελεύσματα του κινήματος των «μπιτ». Όπως το ήθελε και η τότε σύντροφός του, Joyce Johnson, για τον αντίκτυπο του βιβλίου στη ζωή του Κέρουακ, «ο Τζακ πήγε στο κρεβάτι άσημος και ξύπνησε διάσημος!».

Στα 6 χρόνια που πέρασαν μέχρι να εκδοθεί τελικά το «Στο Δρόμο», ο Κέρουακ συνέχισε να βρίσκεται συνεχώς στον δρόμο, πειραματιζόμενος με το αλκοόλ, τα ναρκωτικά και τον βουδισμό. Ταυτοχρόνως, συνέχισε να γράφει πυρετωδώς, αν και τα μυθιστορήματα αυτά θα έβλεπαν τον δρόμο της έκδοσης μετά την αναγνωρισιμότητα που του έφερε η «Βίβλος» των «μπιτ». Κι έτσι το 1958 θα εκδοθούν οι «Αλήτες του Ντάρμα», που απαθανατίζει τις αδέξιες περιπέτειές του με τον βουδιστικό διαφωτισμό, και οι «Υποχθόνιοι», ενώ το 1959 θα κυκλοφορήσει άλλο ένα πακέτο μυθιστορημάτων: «Δόκτωρ Σαξ», «Mexico City Blues» και «Maggie Cassidy». Ο πολυγραφότατος Κέρουακ θα χαρίσει στο παγκόσμιο κοινό του πολλά ακόμα μυθιστορήματα, από τα οποία ξεχωρίζουν «Τα Όνειρά μου» (1961), «Μπιγκ Σερ» (1962), «Visions of Gerard» (1963), «Μοναχικός Ταξιδιώτης» (1960), «Σατόρι στο Παρίσι» (1966) και «Η Ματαιοδοξία του Ντουλουόζ» (1968).

Σε μια πιο άγνωστη πλευρά της λογοτεχνικής του καριέρας, ο Κέρουακ έγραψε επίσης μακροσκελή ποιήματα με ελεύθερο στίχο, αλλά και τη δική του εκδοχή για τα ιαπωνικά χαϊκού. Ταυτοχρόνως, κυκλοφόρησε ακόμα και δίσκους και με τον ίδιο να διαβάζει την ποίησή του.

Παρά το γεγονός ότι διατήρησε τον φρενιασμένο συγγραφικό ρυθμό σε όλη του τη σχετικά σύντομη ζωή, ο Κέρουακ δεν κατάφερε ποτέ να αποδεχτεί τη φήμη και την αναγνωρισιμότητα που απέσπασε για το «Στο Δρόμο». Αυτά εξάλλου ήταν εκ διαμέτρου αντίθετα με όσα πρέσβευε ο αντικαταναλωτισμός των «μπιτ» και η επίθεση που εκτόξευσαν στις παραδοσιακές κοινωνικές αξίες.

Κι έτσι ο Κέρουακ βουτήχτηκε ακόμα περισσότερο στο ποτό και τα ναρκωτικά, τα μεγάλα του πάθη, από τα οποία δεν ξέφυγε ποτέ. Στην προσωπική του ζωή, παντρεύτηκε τρείς φορές, την τελευταία με την ελληνικής καταγωγής Στέλλα Σάμπας, μια κοπέλα από τη γενέτειρά του στη Μασαχουσέτη. Ο γάμος έμελλε να μην κρατήσει πολύ, καθώς ο ανατρεπτικός συγγραφέας θα έφευγε από τη ζωή, από αιμορραγία που προκλήθηκε από την κίρρωση του ήπατος που έπασχε, σε ηλικία μόλις 47 ετών.

Ο Τζαζ Κέρουακ πέτυχε το παιδικό του όνειρο του «μεγάλου αμερικανικού μυθιστορήματος», καθώς το «Στο Δρόμο» φιγουράρει σε όλες τις λίστες με τα 100 κορυφαία αμερικανικά μυθιστορήματα όλων των εποχών.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κέρουακ ήταν ξεχασμένος, κλεισμένος στο σπίτι του μπροστά στην τηλεόραση, και απογοητευμένος παρ’ όλη του τη δόξα. «Αυτό θα πει μπιτ», όπως το έλεγε ο ίδιος, «Ζήστε τη ζωή σας; Όχι, αγαπήστε τη ζωή σας. Όταν θα ‘ρθουν να σε πετροβολήσουν, δεν θα ‘χεις τουλάχιστον γυάλινο σπίτι, θα ‘χεις μονάχα το γυάλινο κορμί σου.»[7]

Άλεν Γκίνσμπεργκ

Allen-GinsbergΤο «Ουρλιαχτό» του το 1955, μετά από μια δημόσια απαγγελία στο Σαν Φρανσίσκο, ταρακούνησε όχι μόνο τα νερά της τότε ατάραχης αμερικανικής ποιητικής σκηνής αλλά και τα θεμέλια της αμερικανικής κοινωνίας γενικότερα. Ένα χρόνο αργότερα, το 1956, ο εκδότης του «Ουρλιαχτού» Λάρι Φερλινγκέτι, φλερτάροντας με τη λογοκρισία, σέρνεται στα δικαστήρια γιατί τόλμησε να εκδώσει ένα «άσεμνο» ποίημα ενώ ο εκδοτικός του οίκος γίνεται στόχος τρομοκρατικής επίθεσης της αστυνομίας της πόλης του Σαν Φρανσίσκο. Η απόφαση είναι απαλλακτική, το δικαστήριο βρίσκει αθώο τον Φερλινγκέτι και η υπόθεση της ποιητικής συλλογής του 30χρονου Άλεν Γκίνσμπεργκ γίνεται γνωστή σε ολόκληρη την Αμερική, από τον Ειρηνικό ως τον Ατλαντικό Ωκεανό και από τα Βραχώδη Όρη ως τον Κόλπο του Μεξικού.

Τον είπαν «πατριάρχη» και (ανεπίσημο) «εκπρόσωπο του ριζοσπαστικού λογοτεχνικού κινήματος των μπιτ», που άνοιξε διάπλατα τις πύλες μιας ποίησης και μιας γενιάς που χάραξε ανεξίτηλα όχι μόνο την αμερικανική ποίηση αλλά και το παγκόσμιο ποιητικό στερέωμα. Ο ίδιος ήταν μια «φιγούρα καλτ», μια αστραπή που έδινε ενέργεια στον πολιτικό ακτιβισμό και στη σεξουαλική επανάσταση, ένας διεθνής ταραξίας που έθετε υπό συνεχή κατηγορία όσους καταπατούσαν τα ανθρώπινα δικαιώματα σε οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη, ένας ναρκοθέτης του πλούτου, της τυποποιημένης επανάπαυσης και της καταπίεσης των μειονοτήτων, των φτωχών και των κατατρεγμένων,

Ο Άλεν Γκίνσμπεργκ (1926-1997) ήταν γιος μιας Ρωσίδας εμιγκρέ, της μαρξίστριας Ναόμι Λέβι, και ενός μέτριου λυρικού ποιητή, του δάσκαλου Λιούις Γκίνσμπεργκ, ο οποίος μαθαίνει στον Άλεν από μικρό παιδί την τεχνική της ποίησης. Από το 1942 ως το 1948 γράφει τα πρώτα του ποιήματα, με μέτρο και ρυθμό, που θα εκδοθούν 30 χρόνια αργότερα, το 1972. Το 1944, στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, θα γνωρίσει τον Καναδό Ζαν Λουί (Τζακ) Κέρουακ και τον Ουίλιαμ Μπάροουζ, το 1946 τον Νιλ Κάσαντι, το 1951 τον Γκρέγκορι Κόρσο και το 1954 τον Πίτερ Ορλόφσκι που θα είναι ο μόνιμος (και όχι μόνο ερωτικός) σύντροφός του ως το 1989.

Τη δεκαετία του ’60 ο Γκίνσμπεργκ θα ταξιδέψει σε όλη σχεδόν την Ευρώπη, στην Ινδία, στην Κούβα και στο Μαρόκο, όπου, εκτός από την εμπειρία των ναρκωτικών και του έρωτα, θα θέσει τις αρχές των σχέσεων μεταξύ εναλλακτικής και υπερβατικής κουλτούρας και φιλοσοφίας. Ο νεαρός ποιητής ένιωθε να κινείται το ίδιο άνετα ανάμεσα στα καφέ του Σαν Φρανσίσκο και της Νέας Υόρκης και στα κοινόβια των γκουρού της Ινδίας. Υπήρξε η τέλεια γέφυρα που ένωνε την ανατροπή με τον διαλογικό υπερβατισμό.

Κατά τη διάρκεια αυτών των ταξιδιών του και συγκεκριμένα τον Αύγουστο του 1961 ο Γκίνσμπεργκ έρχεται στην Ελλάδα από την Ταγγέρη όπου θα παραμείνει περίπου δύο μήνες και θα επισκεφθεί διάφορα μέρη (Δελφοί, Ολυμπία, Ύδρα, Μυκήνες, Κρήτη) πριν αναχωρήσει για το Ισραήλ και από κει για την Κένυα, με τελικό προορισμό την Ινδία. Στην Αθήνα θα γνωριστεί με διάφορους Έλληνες, όπως οι ποιητές Σπύρος Μεϊμάρης και Νάνος Βαλαωρίτης, ο Πάνος Κουτρουμπούσης, ο Μίνως Αργυράκης, ο Γιώργος Κατσίμπαλης και βεβαίως με την Amy Mims τη σύντροφο του Μίνου Αργυράκη, που θα αποδειχθεί η ξεναγός του. Στην Αθήνα ο Γκίνσμπεργκ θα βρεθεί ν’ ακούει τον Τσιτσάνη στο Φαληρικόν και συνεπαρμένος από την επαφή με το λαϊκό τραγούδι θα φθάσει να γράψει ακόμη και στίχους με στόχο να περαστούν στο μπουζούκι. Ξετρελάθηκε με τους ήχους του ρεμπέτικου, όταν πρωτάκουσε ένα τραγούδι του Βαμβακάρη που παιζόταν στη διαπασών, στο προπολεμικό τζουκμπόξ. Άρπαξε το στυλό του κι άρχισε να γράφει –φουριόζικα– έναν διθύραμβο για το τζουκμπόξ στο Πέραμα.

Γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’70 ο Γκίνσμπεργκ θα στραφεί προς τον βουδισμό και θα διδάξει την ποιητική τέχνη στο Ινστιτούτο Νουρόπα του Τρούμπα Ρίμποσε, ενός θιβετιανού γκουρού που αφιέρωσε τη ζωή του στη διάδοση της βουδιστικής θρησκείας.

Τον Οκτώβριο του 1979 οι Μπιτ, με τον Γκίνσμπεργκ επικεφαλής, κάνουν μια κοινή εμφάνιση στο καφέ Σαβόι Τίβολι του Σαν Φρανσίσκο. Μεταξύ των συμμετεχόντων είναι και οι πέντε του πρωταρχικού πυρήνα του 1955 (Φίλιπ Λαμαντία, Μάικλ Μακλούρ, Γκάρι Σνάιντερ, Φίλιπ Γουόλεν και Λάρι Φερλινγκέτι) και σε αυτούς τώρα έχουν προστεθεί πολλοί άλλοι. Ο «κύκλος των μπιτ» έχει διευρυνθεί αλλά η φωνή τους δεν είναι τόσο ισχυρή όσο ήταν τη δεκαετία του ’50. Ένας από τους λόγους είναι ότι τώρα, το 1979, υπάρχει σεξουαλική απελευθέρωση, τα ναρκωτικά και η ομοφυλοφιλία δεν είναι ταμπού, ο πόλεμος του Βιετνάμ έχει λήξει και οι ίδιοι οι «μπιτ», έχοντας γίνει καθεστώς, έχουν πιο αδύναμα αντανακλαστικά σε ό,τι τόσα χρόνια τούς έβρισκε αντίθετους.

Ουίλιαμ Μπάροουζ

burroughsΟ Ουίλιαμ Μπάροουζ (1914-1997) επαναστάτης, συγγραφέας και καλλιτέχνης υπήρξε μια εμβληματική μορφή του εικοστού αιώνα. Θεωρείται πως «επηρέασε τους πάντες και τα πάντα. Επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την τέχνη, επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τη ζωή. Επηρέασε το γράψιμο, την εικαστική έκφραση, τον κινηματογράφο, το ροκ. Ανακάτεψε την τράπουλα ξανά. Ανέτρεψε τα δεδομένα.»[8]

Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας, λαμπρός φοιτητής, ένας απ’ τους γενάρχες του κινήματος των «μπιτ», ακούσιος φονιάς της συζύγου του, ποιητής, περιπλανώμενος, ιδιωτικός ντετέκτιβ, απολυμαντής, αέναος πειραματιστής, ανατρεπτικός μελετητής της γλωσσικής λειτουργίας, εικαστικός καλλιτέχνης και τόσα άλλα. Σωστά, πολύ σωστά, η ιέρεια του αμερικανικού πανκ, η Πάτι Σμιθ, λέει: «Ήταν ο παππούς όλων μας». Χώθηκε στον λαβύρινθο των τεχνητών παραδείσων, αλλά δεν χάθηκε καθώς με τη βοήθεια του γραψίματος κατάφερε και βγήκε από κει.

Ήταν κάτι πέρα από συγγραφέας, μολονότι θεωρούσε ύψιστη τιμή αυτό που είχε δηλώσει ο Μπέκετ για τον Μπάροουζ: «Ναι, είναι ένας συγγραφέας».

Όπως πολλοί συγγραφείς, ο Μπάροουζ επέδειξε από μικρός αδιαφορία για τις αθλήσεις, τα ομαδικά παιχνίδια, τους εφηβικούς κομπασμούς. Του άρεσε να παίζει σκάκι, του άρεσε να απομονώνεται, του άρεσε να διαβάζει. Και πάνω απ’ όλα, ήθελε να γίνει συγγραφέας. Ο Μπάροουζ θα σπουδάσει φιλολογία στο Χάρβαρντ, όπου θα διακριθεί. Συνεχίζει με σπουδές ιατρικής στη Βιέννη, ενώ μετέπειτα θα παρακολουθήσει σεμινάρια εθνολογίας και αρχαιολογίας. Θα ταξιδέψει πολύ. Στην Ευρώπη, στη Νότια Αμερική, στη Βόρεια Αφρική. Θα καταγράφει διαρκώς τις εμπειρίες του σε σημειωματάρια που με τον καιρό έγιναν μικρά εικαστικά έργα και που έμελλε να αποτελέσουν πολλές φορές το πρώτο υλικό για τα πρωτότυπα αφηγήματά του. Και είναι μία από τις χαρακτηριστικές μεθόδους του: η καταγραφή όσων βλέπει σε συνδυασμό με την καταγραφή όσων αισθάνεται βαθιά μέσα του και όσων συνειρμών διεξάγονται εκείνη την ώρα στον εγκέφαλό του.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1940 ο Μπάροουζ θα συνδεθεί φιλικά με τους Άλεν Γκίνσμπεργκ και Τζακ Κέρουακ, με τους οποίους θα αποτελέσει τον αρχικό και κεντρικό πυρήνα της «γενιάς μπιτ».

Ο Μπάροουζ θα είναι η πιο σεβαστή προσωπικότητα ανάμεσα στους άλλους «μπιτ συγγραφείς και ποιητές», ο αδιαφιλονίκητος αντι-ηγέτης και κρυφός καθοδηγητής τους. Σκοτώνει κατά λάθος τη γυναίκα του και για να εξιλεωθεί γράφει και γράφει και γράφει: «Τζάνκι», «Αδελφή», «Απολυμαντής», «Το εισιτήριο που εξερράγη», «Νόβα Εξπρές», «Η μαλακή μηχανή», «Σε ποιον ανήκει η θανατηφόρος TV», «Οι τελευταίες λέξεις του Ντατς Σουλτς», «Τα άγρια αγόρια».

Κάποιο αχανές, αταξινόμητο, χαοτικό υλικό του θα λάβει, με τον καιρό, μορφή. Ο Τζακ Κέρουακ θα επιχειρήσει μια κρίσιμη τακτοποίηση όλων εκείνων των εκρηκτικών σελίδων και θα τους προσφέρει το όνομα που τις έκαναν τόσο γνωστές: «Γυμνό γεύμα» ένα εφιαλτικό, τραχύ, πρωτότυπο και εκρηκτικό μυθιστόρημα που αναγορεύτηκε σε οδόσημο της πρωτοπορίας του εικοστού αιώνα,.

Ύστερα από ένα τέταρτο του αιώνα όλο εξορίες, περιπλανήσεις, περιπέτειες, ο Μπάροουζ θα επιστρέψει στην Αμερική όπου κάνει περιοδείες διαβάζοντας δημοσίως αποσπάσματα από το έργο του. Το 1977 διάβασε μαζί με τον θρυλικό Τένεσι Γουίλιαμς, τον συγγραφέα του «Λεωφορείον ο Πόθος». Το 1981 διάβασε μαζί με τον μετρ του θρίλερ, τον Στίβεν Κινγκ. Η μορφή του θα επηρεάζει ολοένα και περισσότερο το ροκ. Ήδη οι Beatles τον είχαν συμπεριλάβει στο εξώφυλλο του «Sergeant Pepper’s Lonely Hearts Club Band», ενός από τους πιο ξακουστούς δίσκους στην ιστορία της μουσικής. Θα τον επισκέπτονται συχνά ο Φρανκ Ζάππα, ο Ντέιβιντ Μπερν, ο Ντέιβιντ Μπάουι, η Ντέμπι Χάρι (η Μπλόντι), ο Ίγκι Ποπ, και, φυσικά, η Πάτι Σμιθ.

Τα τελευταία του λόγια, χαραγμένα στο ημερολόγιό του, στις 30 Ιουλίου του 1997, δεν θα πάψουν ποτέ να με συγκλονίζουν: «Τίποτα. Μήτε αρκετή σοφία, εμπειρία – τίποτα. Μήτε Άγιο Δισκοπότηρο, μήτε Ύστατο Σατόρι, καμία τελική λύση. Μονάχα σύγκρουση. Το μόνο που μπορεί ν’ ανακουφίσει τη σύγκρουση είναι η Αγάπη. Η Αγάπη. Τι να ‘ναι; Το πιο φυσικό παυσίπονο. Αυτό είναι. Η ΑΓΑΠΗ» [9]

Σχολιασμός

Όπως συμβαίνει με κάθε καλλιτεχνικό ρεύμα πέρα από την αποδοχή ή την απόρριψή του εγκυμονεί ο κίνδυνος της ειδωλοποίησης του από δεκάδες αναγνωρισμένους «καλλιτεχνίσκους. «Ήταν τόσοι πολλοί οι «ποιητές», οι «διανοούμενοι της εναλλακτικής κουλτούρας», οι «ελευθεριακοί» συγγραφείς και μουσικοί οι οποίοι έχουν προκύψει από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 μέχρι σήμερα, οι οποίοι τους μιμήθηκαν ανώφελα και έκαναν χρήση των κειμένων και των ονομάτων τους με αχαρακτήριστο τρόπο. Τα πουκάμισα, το σακίδιο, τα σκισμένα παπούτσια, ακόμη και το κρανίο του Τζακ Κέρουακ, απέδωσαν τεράστια ποσά σε χυδαίους πλειστηριασμούς. Ας είναι. Οι μπιτ γνώριζαν εξαρχής πως, δεδομένου ότι συνέβαλλαν στη δημιουργία μίας νέας αντίληψης, δεν θα μπορούσαν να λείψουν στην πορεία και τα λογής λογής έκτροπα. Επί των επάλξεων, επίσης, και οι αντιδραστικές δυνάμεις ανά την υφήλιο, που έκαναν και κάνουν τα πάντα για να εξαφανίσουν την ιδέα της παγκοσμιότητας και της κοινής συνείδησης πάνω στον πλανήτη. Οφείλουμε, πάντως, να επισημάνουμε πως υπήρξαν και κάποιες περιπτώσεις όπου ορισμένοι μπιτ αποδέχθηκαν, δυστυχώς, την κακόγουστη φιέστα μιας εκτεταμένης δημοσιότητας μέσω μη ποιοτικών προσώπων και δράσεων· που συντηρούσαν και εξακολουθούν να συντηρούν στις μέρες μας ασαφείς ή ανούσιες υποκουλτούρες.»[10]

beatgenΗ «μπιτ λογοτεχνία» απηχούσε πραγματικά τα πλέον κρίσιμα ερωτήματα μιας εποχής που παραμένουν εξαιρετικά επίκαιρα και εισχώρησε σχεδόν σε κάθε καλλιτεχνικό πεδίο και χώρο που σχετίζονταν με τη νεωτερικότητα.

Προαναγγέλλοντας την κουλτούρα των νέων και την πολιτιστική και σεξουαλική απελευθέρωση της δεκαετίας του 1960, η εμφάνιση της «γενιάς των μπιτ» στα χρόνια που ακολούθησαν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο κι ενώ ξεκινούσε ο Ψυχρός Πόλεμος σκανδάλισε την πουριτανική και μακαρθική Αμερική. Εξεγέρθηκαν ενάντια στις κοινωνικές συμβάσεις και αμφισβήτησαν το κυρίαρχο αμερικανικό όνειρο και τον υλικό ευδαιμονισμό της δεκαετίας του ’50.

Η «γενιά των μπιτ» είχε όμως και τη σκοτεινή της πλευρά. Η ελευθερία δεν είναι πάντα διασκεδαστική. Υπήρχε τρέλα και εγκληματικότητα στα γονίδια της οικογένειας των μπιτ: ο Κέρουακ, ο Γκίνσμπεργκ και ο Μπάροουζ είχαν νοσηλευτεί σε ψυχιατρικά νοσοκομεία από τα 30 τους. Ο Κόρσο τελείωσε την τριτοβάθμια εκπαίδευση στη φυλακή. Ο Μπάροουζ πυροβόλησε τη γυναίκα του στο κεφάλι, σκοτώνοντάς την κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού του Γουλιέλμου Τέλλου στο Μεξικό και ήταν εθισμένος στα ναρκωτικά, με μικρά διαλείμματα, σε όλη του ζωή. Στο Σαν Φρανσίσκο, η σύντροφος του Νιλ Κάσαντι, πήδηξε από την ταράτσα ενός κτιρίου, ενώ μια θαυμάστρια του Γκίνσμπεργκ, αυτοκτόνησε όταν αυτός βρισκόταν στη Βομβάη το 1962. Πολλοί από τους συγγραφείς της «γενιάς των μπιτ» πειραματίστηκαν με ψυχοτρόπες ουσίες, κυρίως παραισθησιογόνα, καταγράφοντας τις εμπειρίες τους στα έργα τους.

«Ίσως να μας χρειάζεται κι άλλος χρόνος για να καταλάβουμε από λογοτεχνική άποψη, την βαθύτερη αλήθεια μιας κραυγής, ενός μακρόσυρτου φρεναρίσματος πάνω στο δρόμο· ίσως να μας χρειαστεί να περάσουμε πρώτα από τα κινούμενα σχέδια –και μετά να ξαναγυρίσουμε. Μα εξαιτίας της απελευθερωμένης εμπειρίας του Κέρουακ, και, πιο συγκεκριμένα, γιατί του οφείλουμε μια σύντομη και ξέφρενη τσάρκα, ενώ θα φυσάει ελεύθερος άνεμος, για όλα αυτά έχουμε τη δυνατότητα να αναμετρήσουμε σήμερα τα παράδοξα μιας καινούργιας διανόησης που, από τότε, δεν μπορεί να εκφραστεί παρά μόνο υπόγεια – με γλυκίσματα, ονοματοποιημένες κραυγές και κάθε λογής αντιγλώσσα. Οι φωλιές των τυφλοπόντικων του αντεργκράουντ άραγε θα είναι τόσο πολλές, τόσο βαθιές, ώστε μια μέρα ηλιόλουστη θα γκρεμιστεί ο κόσμος;»[11]

Τι ήταν, λοιπόν, η «γενιά των μπιτ»; «Μια παρέα φίλων με τον ίδιο τρόπο σκέψης» θα πει κάποτε ο Άλεν Γκίνσμπεργκ. Ο Τζακ Κέρουακ, μιλώντας στο «Esquire» τον Μάρτιο του 1958, υπήρξε πιο αναλυτικός: «Η Γενιά των Μπιτ ήταν ένα όραμα που είχαμε στα τέλη της δεκαετίας του ’40, μιας γενιά “τρελών”, φωτισμένων χίπστερ που ξαφνικά ανατέλλουν και περιπλανώνται στην Αμερική αλητεύοντας, κάνοντας οτοστόπ παντού, ρακένδυτοι, μακάριοι, όμορφοι με έναν άσχημο, αλλά γοητευτικό τρόπο – ένα όραμα που αλιεύαμε από τον τρόπο που αντιλαμβανόμασταν τη λέξη “μπιτ” να μιλιέται στις γωνιές του δρόμου, στην Times Square και στο Village και στο κέντρο άλλων πόλεων τις νύχτες της μεταπολεμικής Αμερικής. Μπιτ σημαίνει να είσαι στην ψάθα, αλλά γεμάτος έντονα “πιστεύω”».[12]   Ενώ ο Άλεν Γκίνσμπεργκ συμπληρώνει: «Ο όρος μ π ι τ είναι ο όρος που δόθηκε σε μια παρέα. Εμάς δεν μας πολυενδιέφερε να βαφτιστούμε κάπως. Άλλοι μας βάφτισαν. Είχαμε δύο επιλογές… Ή να χάσουμε τον χρόνο μας προσπαθώντας να απαλλαγούμε από την ταμπέλα ή να τη χρυσώσουμε!…»[13]

Το παρόν αφιέρωμα στην «μπιτ λογοτεχνία» και τους εκφραστές της βασίστηκε στη συγκέντρωση και μελέτη άρθρων και αναφορών σε βιβλία, περιοδικά και διαδικτυακά sites με κυριότερα τα ακόλουθα:

 

[1] «Ο δημιουργός των Μπιτ – Allen Ginsberg», Ντ. Σιώτης, εφημερίδα Το Βήμα, 13/04/1997

[2] «Τα οράματα μιας απίθανης γενιάς», Γ. Λειβαδάς, BookBar, 14/5/2009

[3] «Το κίνημα των Μπίτνκις ή, η Γενιά Μπιτ (Beat Generation), Βασίλης Ραφαηλίδης “Πέρα από τον κινηματογράφο” Β’ τόμος, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2003

[4] «Το κίνημα των Μπίτνκις ή, η Γενιά Μπιτ (Beat Generation), Βασίλης Ραφαηλίδης “Πέρα από τον κινηματογράφο” Β’ τόμος, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2003

[5] «Τα οράματα μιας απίθανης γενιάς», Γ. Λειβαδάς, BookBar, 14/5/2009

[6] «Τα οράματα μιας απίθανης γενιάς», Γ. Λειβαδάς, BookBar, 14/5/2009

[7] «Τζακ Κέρουακ: ο βασιλιάς των Μπητ», Μ. Αρετάκη, the pressproject.gr, 12/3/2014

[8] «Γιατί ο Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ ήταν ο παππούς όλων μας», Γ-Ι Μπαμπασάκης, lifo.gr, 5/2/2016

[9] «Γιατί ο Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ ήταν ο παππούς όλων μας», Γ-Ι Μπαμπασάκης, lifo.gr, 5/2/2016

[10] «Τα οράματα μιας απίθανης γενιάς», Γ. Λειβαδάς, BookBar, 14/5/2009

[11] «Το κίνημα των Μπίτνκις ή, η Γενιά Μπιτ (Beat Generation), Βασίλης Ραφαηλίδης “Πέρα από τον κινηματογράφο” Β’ τόμος, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2003

[12] «H Beat Generation από τους μεγάλους δρόμους, στα μεγάλα μουσεία», Κ. Φαρμακόρη, lifo.gr, 1/8/2016

[13]  «Άλεν Γκίνσμπεργκ», Θ. Λάλας, Καστανιώτης, Αθήνα 1996

One Comment Add yours

  1. nefelor says:

    Πολύ καλό αφιέρωμα.
    Ο Kaufmann είναι φοβερός παρεπιπτόντως.

    Liked by 1 person

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.