JUNKY

JUNKYΕίναι αδύνατον να αναφερθεί κανείς στην περίφημη γενιά της μπητ λογοτεχνίας χωρίς να μιλήσει για τον Ουίλιαμ Μπάροουζ. Τον ‘παππού όλων μας’ όπως είπε η Πάτι Σμιθ.

Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ υπήρξε μέλος του αρχικού κεντρικού πυρήνα της περιβόητης γενιάς μπητ, της γενιάς που αναστάτωσε την Αμερική στις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Ο Τζακ Κέρουακ και ο Άλεν Γκίνσμπεργκ, είναι οι υπόλοιποι της παρέας αυτής, της οποίας ο αδιαφιλονίκητος ταγός ήταν ο Μπάροουζ.

beat-writers

Ως βαθύς παρατηρητής,  στοχαστής αλλά και επίμονος ταξιδευτής, ο Μπάροουζ αντλούσε εικόνες και εμπειρίες τις οποίες ανασυνέθετε σε κάτι καινούριο με την τεχνική cut up που εισήγαγε στη λογοτεχνία, ένα ‘αντιδάνειο’ θα έλεγε κανείς, από άλλες μορφές τέχνης. Μια τεχνική που ανέπτυξε και σύμφωνα με την οποία έσπαγε ένα κείμενο σε κομμάτια και τα συνέτασσε με διαφορετική σειρά για να δημιουργήσει κάτι καινούργιο.

Στο βιβλίο του με τον τίτλο Junky (πρεζόνι) εξιστορεί το ταξίδι του στον κόσμο των ναρκωτικών. Είναι ένα βιβλίο αυτοαναφορικό με κάποια (λίγα) στοιχεία μυθιστοριογραφίας και -όπως μας ενημερώνει ο Γκίνσμπεργκ στο εισαγωγικό σημείωμα – τυπώθηκε αρχικά «ράχη με ράχη – σε στάση 69, για να το πούμε κι έτσι – με ένα άλλο βιβλίο για ναρκωτικά γραμμένο από έναν τέως πράκτορα, της Υπηρεσίας Διώξεως. Μια άθλια βιβλιοδεσία όπως και να το κάνουμε, απ’ την άλλη όμως, αν ληφθεί υπ’ όψη κι η απειρία μας, ήταν ένα είδος θαύματος γενναιότητας το ότι το βιβλίο τυπώθηκε και διαβάστηκε την επόμενη δεκαετία από ένα εκατομμύριο cognoscenti (επαϊόντων)- που πραγματικά εκτίμησαν το ευφυές του πράγματος, την ξεκάθαρη αντίληψη, την ακριβόλογο λιτή γλώσσα, την κοφτή σύνταξη και τις νοητικές εικόνες – κι ακόμα την εξαιρετική κοινωνιολογική αντιμετώπιση, την καλλιεργημένη-επαναστατική στάση απέναντι στη γραφειοκρατία και το νόμο και τη στωική και γεμάτη ψυχρό χιούμορ ενατένιση του εγκλήματος.»

Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι όλοι ναρκομανείς, πλάσματα βουτηγμένα στην κατάθλιψη που κινούνται στο περιθώριο με μόνο στόχο την εξασφάλιση της δόσης τους. Ο βασικός ήρωας του βιβλίου είναι ο Ουίλιαμ Λη – ένα ψευδώνυμο που χρησιμοποίησε ο Μπάροουζ και στο βιβλίο ‘Αδερφή αλλά και στο ‘Γυμνό Γεύμα. Το βιβλίο επικεντρώνεται στα ναρκωτικά, τους χρήστες, τους τρόπους απόκτησης, τις τεχνικές χρήσης. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες του βιβλίου παρουσιάζονται αποστασιοποιημένα αφού οι όποιες αλληλεπιδράσεις έχει ο κεντρικός ήρωας με άλλα άτομα, αποσκοπούν μόνο στην εξεύρεση δόσης, χρημάτων ή παρέας για χρήση ναρκωτικών.

Από το 1944 ή το 1945 μέχρι το τέλος της ζωής του το 1997, ο Μπάροουζ μπαινόβγαινε στον κόσμο των ναρκωτικών. Ένα κόσμο που του έδωσε μεν εμπειρίες αλλά που ευθύνεται και για τις μεγαλύτερες τραγωδίες της ζωής του.

Στον πρόλογο του βιβλίου, ο Μπάροουζ αναρωτιέται για τις αιτίες που οδηγούν κάποιον στα ναρκωτικά. Προβληματίζεται από το γεγονός ότι αυτός ο απόφοιτος ονομαστών πανεπιστημίων της Αμερικής και γόνος μιας αστικής αξιοσέβαστης οικογένειας, έφτασε να απαρνηθεί αυτόν τον ασφαλή, άνετο τρόπο ζωής και να γίνει τοξικομανής. Αναζητά τα αίτια παντού αλλά τελικά αφού δεν μπορεί να εντοπίσει κάποιο τραυματικό περιστατικό στη ζωή του που θα μπορούσε να δικαιολογήσει αυτή την πορεία, καταλήγει στο συμπέρασμα:

«Γίνεσαι ναρκομανής επειδή δεν  έχεις ισχυρά κίνητρα για να στραφείς προς οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση. Η ηρωίνη κερδίζει ελλείψει αντιπάλου.»

Ίσως ήταν τελικά η ανία που έρχεται σαν αποτέλεσμα της εύκολης ζωής, ή ίσως η ακατανόητη αίσθηση φόβου που τον συντρόφευε από παιδί, που γκρέμισαν τις αντιστάσεις του και τον οδήγησαν στον κόσμο των ουσιών.

«Όμως στ’ αλήθεια, οι πιο παλιές αναμνήσεις μου είναι χρωματισμένες από ένα φόβο για τους εφιάλτες. Φοβόμουν να μένω μόνος, φοβόμουν το σκοτάδι και φοβόμουν να πάω για ύπνο εξαιτίας των ονείρων όπου ένας υπερφυσικός φόβος έμοιαζε πάντα έτοιμος να λάβει συγκεκριμένο σχήμα. Φοβόμουν πως κάποια μέρα το όνειρο θα ήταν παρόν ακόμα κι όταν θα ξύπναγα.»

Ο υπότιτλος του βιβλίου “Εξομολογήσεις ενός Απεξαρτηθέντος” – δίνει την εντύπωση ότι όλο αυτό το ταξίδι θα καταλήξει στην ίαση, την απεξάρτηση και τη σωτηρία του Λή/Μπάροουζ, για να αναιρεθεί όμως περήφανα στην τελευταία παράγραφο :

«Είμαι έτοιμος να τραβήξω προς το νότο και να ψάξω για το αυθεντικό φτιάξιμο που σου ανοίγει τους ορίζοντες αντί να στους περιορίζει σαν την πρέζα. Φτιάξιμο σημαίνει να βλέπεις τα πράγματα από ξεχωριστή σκοπιά. Φτιάξιμο σημαίνει στιγμιαία ελευθερία από τις απαιτήσεις της επιφυλακτικής, τυραννικής, φοβισμένης σάρκας που γερνάει. Ίσως να βρω στο γιάχε αυτό που έψαχνα να βρω στην πρέζα, την μαύρη και την κόκα. Το γιάχε μπορεί να είναι το ύστατο φτιάξιμο.»

Ο άμεσος τρόπος που χρησιμοποιεί ο Μπάροουζ για να μιλήσει για το ταξίδι του στον εθισμό, προκάλεσε έντονες διαμάχες, αλλά σίγουρα έβαλε και τις βάσεις για τα επόμενα έργα του, το ‘Αδερφή’ και το ‘Γυμνό Γεύμα’. Οι διαμάχες προήλθαν κυρίως από τις λεπτομέρειες με τις οποίες ο  Μπάροουζ καθοδηγεί τον αναγνώστη στον τρόπο με τον οποίο η μορφίνη επιδρά στον εξαρτημένο: «Η μορφίνη χτυπάει πρώτα το πίσω μέρος των ποδιών, μετά το πίσω μέρος του λαιμού, ένα κύμα χαλάρωσης απλώνεται και αποσυνδέει τους μύες από τα κόκκαλα και έτσι σου φαίνεται σαν να επιπλέεις χωρίς περίγραμμα, λες και βρίσκεσαι μέσα σε ζεστό αλμυρό νερό…..», λεπτομέρειες για τις οποίες το κοινό της εποχής δεν ήταν έτοιμο. Ο Μπάροουζ χρησιμοποιώντας αυτές τις λεπτομέρειες, αλλά και τις γνώσεις του για τα ναρκωτικά και την ορολογία των κυκλωμάτων και των χρηστών, δίνει ένα βιβλίο ενδεικτικό αυτών που θα ακολουθήσουν.

Το Junky δεν είναι μια ιστορία λύτρωσης αλλά μια ομολογία ενός αγώνα, ένας οδηγός στον κόσμο των εξαρτημένων, λίγο εξομολόγηση, λίγο κριτική για τη στάση της πολιτείας απέναντι στους ναρκομανείς και τελικά μια έξυπνη ανάλυση των εξαρτημένων και της πολύπλοκης ζωής τους.

burroughs2Το βιβλίο Junky κυκλοφόρησε στα  ελληνικά από τις εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ το 1981 σε μετάφραση Νίκου Πρατσίνη και Ντίνας Σώτηρα – στους οποίους αξίζουν συγχαρητήρια για τον άθλο της ερμηνείας και απόδοσης στη γλώσσα μας ενός πραγματικά δύσκολου κειμένου.

Στο τέλος του βιβλίου και πριν το – απαραίτητο για την κατανόηση των όρων που χρησιμοποιούνται στο βιβλίο – γλωσσάρι, έχει συμπεριληφθεί στην έκδοση και ένα κείμενο με τον τίτλο “Σημεία διάκρισης ανάμεσα σε ηρεμιστικά και σε φάρμακα που διευρίνουν τη συνείδηση” το οποίο είναι η ομιλία που απηύθυνε ο Μπάροουζ στο Αμερικανικό Ψυχολογικό Συμπόσιο στις 6 Σεπτεμβρίου 1961.

Εκδόσεις : ΑΠΟΠΕΙΡΑ

6 Comments Add yours

  1. ph1losophie says:

    Εξαιρετική κριτική παρουσίαση κι επιλογή αποσπασμάτων!

    Like

    1. Σ’ ευχαριστώ πολύ!

      Liked by 1 person

  2. Morgana says:

    Reblogged στις tvassila.

    Like

  3. Pingback: ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.