Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ

 

«Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς» γράφτηκε από το Λέοντα Τολστόι στα 1884 και εκδόθηκε δυο χρόνια αργότερα. Αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα γραφής και συγγραφικής σύλληψης του μεγάλου συγγραφέα και αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα όχι μόνο του ιδίου αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Μέσα από ένα λιτό κείμενο, μικρό σε έκταση (στην αρχική του έκδοση καταλάμβανε μόλις 58 σελίδες) ο Ρώσος  δημιουργός μεγαλουργεί καθώς καταφέρνει να δημιουργήσει στον αναγνώστη έντονα και βαθιά συναισθήματα ακόμη πιο δυνατά από εκείνα των γνωστών ογκωδέστατων αριστουργημάτων του (βλέπε «Πόλεμος και Ειρήνη»). Παράλληλα με τα συναισθήματα όμως πυροδοτεί και τα ερωτήματα που απασχολούν και βασανίζουν τον άνθρωπο σ’ όλη του τη ζωή σχετικά με τη θνητότητα, τον ίδιο το θάνατο και τη μετέπειτα ζωή (αν και πως υπάρχει).

O ρεαλισμός του Τολστόι μέσα σ΄ αυτό φτάνει στη μεγαλύτερη τελειότητα. Το κύριο πρόσωπο του βιβλίου με το σύνθετο χαρακτήρα του και την εσωτερική ζωή του αποτελεί, μαζί με τις κοινωνικές καταστάσεις που τον περιβάλλουν, μια καταπληκτική παράσταση της σημασίας, της αξίας, του πλούτου αλλά και της αλήθειας της ζωής.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Τολστόι είχε εμμονή με το θέμα του θανάτου καθώς είχε βιώσει σφαγές συνανθρώπων του στον Κριμαϊκό πόλεμο, τον θάνατο του αδελφού του από φυματίωση, τον πρόωρο θάνατο πέντε παιδιών του και την εκτέλεση ενός ανθρώπου στη γκιλοτίνα μπροστά στα μάτια του στο Παρίσι αλλά είχε, μάλιστα, φλερτάρει και ο ίδιος με την ιδέα της αυτοκτονίας.

Η νουβέλα πραγματεύεται τους τελευταίους λίγους μήνες της σύντομης ζωής (πέθανε 45 ετών) του ευκατάστατου Ρώσου δικαστή -εφέτη Ιβάν Ιλίτς. Ο Ιλίτς αποτελούσε το καμάρι της οικογένειάς του καθώς ήταν άνθρωπος έξυπνος, ευχάριστος, κοινωνικός αλλά και με ξεκάθαρες επιθυμίες για ανέλιξη στην κοινωνική κλίμακα. «Δεν ήταν τόσο ψυχρός και καθωσπρέπει όσο ο μεγαλύτερος ούτε και τόσο ορμητικός όσο ο μικρότερος. Ήταν κάτι μεταξύ αυτών των δυο, ένας έξυπνος, ζωηρός, ευχάριστος και αξιοπρεπής άνθρωπος. Σπούδασε μαζί με τον αδελφό του στην Αυτοκρατορική Σχολή του Δικαίου.» Ο Ιβάν Ιλίτς είναι η προσωποποίηση του ανθρώπου που πασχίζει, μάχεται και προσδοκά σε ένα καλύτερο μέλλον. Από τα πρώτα του νεανικά βήματα έδειξε ότι τον έλκυαν οι άνθρωποι με ανώτερη κοινωνική θέση καθώς παρακολουθούσε και αφομοίωνε τους τρόπους τους, τις αντιλήψεις τους για τη ζωή και προσπαθούσε να αποκτήσει φιλικές σχέσεις μαζί τους. Όταν αποφοίτησε από τη Σχολή του Δικαίου «και πήρε από τον πατέρα του χρήματα για τη νέα του γκαρνταρόμπα, ο Ιβάν Ιλίτς παρήγγειλε  μια στολή στου Σάρμερ, έφτιαξε ένα μπρελόκ με την επιγραφή Respice finem (προέβλεπε το μέλλον)….» Παντρεύτηκε με μια γυναίκα με την οποία οι σχέσεις του ήταν δύσκολες «Χωρίς καμιά αφορμή, όπως νόμιζε ο Ιβάν Ιλίτς, …η γυναίκα του άρχισε να καταστρέφει την ευχάριστη και καθωσπρέπει ζωή τους…» και απέκτησε μια κόρη και ένα γιο. Η ζωή του κυλούσε σχετικά ήρεμα με τα μικροπροβλήματα που αφορούσαν τα οικονομικά, τις βλέψεις για βελτίωση της κοινωνικής θέσης, καυγάδες με τη σύζυγο και πολλή δουλειά «Ο Ιβάν Ιλίτς θεωρούνταν ένας θαυμάσιος υπάλληλος. Και μέσα σε ένα χρόνο έγινε αντιεισαγγελέας.»

Μια πτώση από ένα μικροατύχημα, μια σειρά εσφαλμένων διαγνώσεων των γιατρών (εδώ ο Τολστόι κριτικάρει τους γιατρούς της εποχής του με τις ελλειμματικές κατά τη γνώμη του γνώσεις τους) και ο δικαστής σε διάστημα λίγων εβδομάδων βρίσκεται αντιμέτωπος με την αγωνία, τη μοναξιά και τον τρόμο του ετοιμοθάνατου. Από το σημείο αυτό ξεκινά η κορύφωση του βιβλίου καθώς περιγράφονται με μοναδική ευκρίνεια και επιδεξιότητα τόσο η προσωπική πορεία του ήρωα προς το οριακό σημείο της ανθρώπινης ύπαρξης όσο και οι σχέσεις των οικείων του με τον ίδιο και την καταληκτική πορεία του. Η σύζυγος και τα παιδιά του εμφανίζονται ανεπαρκείς, απόμακροι, κάποιες φορές ανάλγητοι στον πόνο και τον πανικό του ετοιμοθάνατου ενώ συνεχίζουν κανονικά τη ζωή τους…

«Μετά το γεύμα, ενώ η ώρα είχε πάει εφτά, μπήκε στο δωμάτιο η Πρασκόβια Φιόντοροβνα (σύζυγος), ντυμένη σαν να πήγαινε σε δεξίωση, με τα πληθωρικά στήθη της ανασηκωμένα και ίχνη πούδρας στο πρόσωπό της. Από το πρωί του είχε αναφέρει ότι θα πήγαινε στο θέατρο…. Έπειτα άρχισε να λέει αυτά που όφειλε να πει: ότι για τίποτα στον κόσμο δε θα έβγαινε εκείνο το βράδυ, αλλά είχαν κλείσει το θεωρείο και θα πήγαιναν η Ελέν, η κόρη τους και ο Πετρίσεφ (ο ανακριτής, ο αρραβωνιαστικός της κόρης τους) και ήταν αδύνατο να τους αφήσει μόνους…. Στο δωμάτιο μπήκε η κόρη του στολισμένη, με το νεανικό κορμί της μισόγυμνο Η θέα του τον έκανε να υποφέρει. Εκείνη όμως το επιδείκνυε. Ήταν δυνατή, γερή, ολοφάνερα ερωτευμένη –και αγανακτισμένη με την αρρώστια, τους πόνους και το θάνατο που κατέστρεφαν την ευτυχία της.»

Μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα των δύσκολων συναισθημάτων για τον Ιλίτς όπου ενώ κρίνεται η ζωή του η οικογένειά του και οι φίλοι του παραμένουν αμέτοχοι και απόμακροι βρίσκει στήριγμα και εικόνα καλοσύνης στον υπηρέτη του το Γκεράσιμ, ο οποίος αναδεικνύεται σε σύμβολο αγνής και ανιδιοτελούς βοήθειας και στο πρόσωπο του οποίου ο Ιλίτς βρίσκει μια χαραμάδα φωτός και αγάπης στο σκοτάδι που τον καλύπτει. «Ο θάνατος ενός συναδέλφου, πέρα από τις σκέψεις σχετικά με τις μεταθέσεις και τις πιθανές αλλαγές στην υπηρεσία, προκάλεσε, ως συνήθως σε όσους τον πληροφορήθηκαν κι ένα συναίσθημα χαράς: πέθανε εκείνος και όχι εγώ.»

Το βιβλίο στις λιγοστές σελίδες του θίγει μια σειρά από καίρια ζητήματα. Καταρχήν θέματα κοινωνικά και για μια ακόμη φορά ο συγγραφέας εκθειάζει την ηθική υπεροχή των απλών ανθρώπων του λαού οι οποίοι δείχνουν να διατηρούν μια φυσική σχέση με τη ζωή την ηθικά καθαρή. Παράλληλα ξεσκεπάζει με ανελέητο τρόπο την κοινωνία εκείνης της εποχής και μ’ αυτό τον τρόπο αποκαλύπτει την ικανότητά του να βλέπει την κοινωνική τάξη του από την πλευρά του λαού.

Τέλος την πορεία του ανθρώπου προς το τέλος της ζωής του όπου αν αυτή είναι και σύντομη συνήθως αναγκάζει τον άνθρωπο να αναθεωρήσει τα μέχρι τώρα πιστεύω του, ενώ παράλληλα δημιουργεί και τρέφει  απογοητεύσεις για την επιλογή της μοίρας στο πρόσωπό του. Το φόβο του ανθρώπου για το άγνωστο αλλά και τις αγωνίες του για την σημασία της ζωής καθώς όταν έρχεται η στιγμή του απολογισμού αρχίζει να αντιμετωπίζει τα θετικά και τα αρνητικά της ζωής που έζησε ή αυτής που δεν έζησε και ίσως μέλλει να ζήσει σε κάποια άλλη σφαίρα. Και τη μοναχικότητα του ανθρώπου από την αρχή ως το τέλος της ύπαρξης του καθώς βιώνει απόλυτα ατομικά τόσο τα μικρά όσο και τα σημαντικά γεγονότα της ζωής του.

«Πέθανε!» είπε κάποιος που στεκόταν από πάνω του.

Εκείνος άκουσε τα λόγια τούτα και τα επανέλαβε μέσα στην ψυχή του. «Πέθανε ο θάνατος» είπε μέσα του. «Δεν υπάρχει πια».

Πήρε μια βαθιά ανάσα, σταμάτησε στα μισά, το κορμί του τεντώθηκε, και πέθανε.»

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΡΟΕΣ σε μετάφραση από τα ρωσικά της Σταυρούλας Αργυροπούλου.

Εκδόσεις : ΡΟΕΣ

One Comment Add yours

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.