ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΜΑΣ ΦΩΝΑΖΟΥΝ ΑΛΛΙΩΣ

στις

Η σχέση ανάμεσα στην προσωπική ή οικογενειακή μνήμη και την ιστορία αποτελεί έναν από τους πιο γόνιμους τόπους της σύγχρονης αφήγησης. Η Λάουρα Τσβιέρτνια (Laura Cwiertnia)  στο πρώτο της μυθιστόρημα, διερευνά αυτή τη σχέση αντλώντας στοιχεία από την ιστορία της δικής της οικογένειας. Η συγγραφέας που γεννήθηκε στη Βρέμη από Αρμένιο πατέρα και Γερμανίδα μητέρα συνειδητοποίησε πως η οικογενειακή της ιστορία έκρυβε ένα αφήγημα που ξεπερνούσε τα όρια της ιδιωτικής μνήμης και άξιζε να ειπωθεί. Έτσι προέκυψε το μυθιστόρημα ‘Στο δρόμο μας φωνάζουν αλλιώς’ (εκδόσεις LOGGIA, μετάφραση Βασίλης Κωστόπουλος),έναβιβλίο που ακολουθεί μια νεαρή γυναίκα που επιχειρεί να ανασυνθέσει το παρελθόν της οικογένειας της για να κατανοήσει τις σιωπές και τα τραύματα που εξακολουθούν να διαμορφώνουν την ταυτότητα των νεότερων γενεών.

Η ιστορία ξεκινά στη Βρέμη, όπου η ηρωίδα του βιβλίου, η Κάρλα, επιστρέφει μετά τον θάνατο της γιαγιάς της Μαριάμ. Η κηδεία γίνεται η πρώτη στιγμή κατά την οποία η Κάρλα έρχεται ουσιαστικά σε επαφή με τις αρμένικες παραδόσεις της οικογένειας που μέχρι τότε της φαίνονταν μακρινές. Όταν αποκαλύπτεται ότι η γιαγιά της έχει αφήσει ένα χρυσό βραχιόλι σε μια άγνωστη γυναίκα στην Αρμενία, η Κάρλα αποφασίζει να ταξιδέψει εκεί μαζί με τον πατέρα της, Άβι, έναν άνθρωπο που, παρά την αρμένικη καταγωγή του, δεν έχει δει ποτέ τη χώρα των προγόνων του.

Η Τσβιέρτνια οργανώνει το μυθιστόρημά της σε δύο χρονικά επίπεδα. Ξεκινώντας από το παρόν και  το ταξίδι πατέρα και κόρης προς μια χώρα που κανείς τους δεν γνωρίζει, η ιστορία ξεδιπλώνεται, μέσα από αναδρομές, προς τα πίσω, στη Βρέμη της δεκαετίας του 1990, στην Κωνσταντινούπολη της δεκαετίας του 1960 και ακόμη πιο πίσω, στις σκοτεινές στιγμές της αρμένικης ιστορίας. Αυτή η αντίστροφη γενεαλογία, εξυπηρετεί στο να αποκαλυφθούν όχι μόνο τα γεγονότα που διαμόρφωσαν την τύχη μιας αλυσίδας γενεών αλλά και η σύνδεση των μελών της οικογένειας μέσω των τραυμάτων, των μετακινήσεων και της σιωπής.

Ένα από τα θέματα που φωτίζει το βιβλίο μέσα από αυτές τις αναδρομές είναι η σχέση ανάμεσα στην προσωπική ιστορία και τη συλλογική εμπειρία της αρμενικής διασποράς. Γνωρίζουμε τη ζωή της γιαγιάς Μαριάμ, που ανήκε σε εκείνη τη γενιά των φιλοξενούμενων εργατών που στήριξαν την οικονομική ανάπτυξη της μεταπολεμικής Γερμανίας. Η Μαριάμ για να επιβιώσει αυτή και η οικογένειά της, αναγκάστηκε να αποχωριστεί τα παιδιά της και να φύγει από την Κωνσταντινούπολη τη δεκαετία του ’60 για να εργαστεί σε γερμανικά εργοστάσια. Υποβλήθηκε σε εξευτελιστικούς υγειονομικούς ελέγχους, της αφαιρέθηκε το διαβατήριο, καθιστώντας την πλήρως εξαρτημένη από τους εργοδότες της, άντεξε άθλιες συνθήκες μεταφερόμενη από το ένα εργοστάσιο στο άλλο, μόνη ανάμεσα σε αγνώστους που τη θεωρούσαν Τουρκάλα, αγνοώντας ότι στην Τουρκία διωκόταν ως Αρμένισα.

‘Δεν θα ξεχνούσε ποτέ το βλέμμα του Άβι και της Γιέβα, πώς την κοιτούσαν τέτοιες μέρες, όταν αυτή έμπαινε από την πόρτα και τους έγνεφε αρνητικά. Κανένα τίποτα δεν ήταν πιο αλγεινό από το να μην έχεις τίποτα να δώσεις στα παιδιά σου να φάνε.

Μαθαίνουμε όμως και για την παλαιότερη γενιά της οικογένειας, που βίωσε τις δραματικές συνέπειες της γενοκτονίας των Αρμενίων ένα από τα βαθύτερα τραύματα της αρμενικής ιστορίας, καθώς και τις μεταγενέστερες διώξεις, όπως το οργανωμένο πογκρόμ της νύχτας της 6ης Σεπτεμβρίου 1955  κατά των μειονοτήτων της Κωνσταντινούπολης, που επηρέασε επίσης την αρμένικη κοινότητα. Αυτά τα γεγονότα δεν παρουσιάζονται στο βιβλίο απλώς ως ιστορικό υπόβαθρο, αλλά ως εμπειρίες που συνεχίζουν να επηρεάζουν τις ζωές των επόμενων γενεών.  

πηγή : https://genocide-museum.am/eng/online_exhibition_19.php

Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τίτλος του μυθιστορήματος, Στον δρόμο μας φωνάζουν αλλιώς, που παραπέμπει στην ανάγκη πολλών Αρμενίων να αποκρύψουν την ταυτότητά τους για λόγους επιβίωσης. Η  προγιαγιά της Κάρλα, η Αρμίν έχασε όλη της την οικογένεια στη Γενοκτονία εκτός από την αδελφή της. Η ίδια σώθηκε από τύχη, υιοθετήθηκε από μια τούρκικη οικογένεια και υιοθέτησε ένα τούρκικο όνομα για να σωθεί από τις διώξεις. Μ’ αυτό το όνομα έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της και αυτό τον τρόπο σωτηρίας δίδαξε και στην κόρη της, τη Μαριάμ. ‘Από παιδάκι ακόμα είχε μάθει να αφήνει το πραγματικό της όνομα στο κατώφλι της πόρτας λες και ήταν πανωφόρι. Στο σπίτι την έλεγαν Μαριάμ, έξω Μεριέμ. Τον Αγκόπ τον έλεγαν Χουσεΐν.’ Η αλλαγή ονόματος έγινε έτσι σύμβολο μιας ζωής που διαμορφώθηκε ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτισμικές πραγματικότητες και η ταυτότητα αποδείχτηκε κάτι που δεν είναι πάντα κάτι σταθερό αλλά μια διαδικασία διαπραγμάτευσης ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.

πηγή : https://www.protothema.gr/stories/article/1281359/septemvriana-1955-i-nuhta-ton-krustallon-gia-tous-ellines-tis-polis/

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μοτίβα του βιβλίου είναι η σιωπή που περιβάλλει το παρελθόν της οικογένειας. Στις περισσότερες αρμένικες οικογένειες η μνήμη της γενοκτονίας και των διωγμών επιβιώνει κυρίως μέσα από τη σιωπή. Απέφευγαν να μιλούν γι’ αυτό, είτε επειδή ο πόνος ήταν αβάσταχτος είτε επειδή ο φόβος της δίωξης παρέμενε ζωντανός. Η απουσία αυτής της αφήγησης δημιουργεί ένα κενό που η ηρωίδα προσπαθεί να καλύψει μέσα από έρευνα και προσωπική αναζήτηση δείχνοντας ότι η μνήμη μπορεί να επιβιώσει ακόμη και όταν δεν εκφράζεται ανοιχτά.

Το ταξίδι στην Αρμενία γίνεται έτσι μια πορεία ανακάλυψης τόσο για την Κάρλα όσο και για τον πατέρα της. Η συνάντηση με ανθρώπους που συνδέονται με το παρελθόν της οικογένειας και η επίσκεψη σε τόπους μνήμης φέρνουν στην επιφάνεια ιστορίες που παρέμεναν για χρόνια ανείπωτες. Στο τέλος του μυθιστορήματος, η αναζήτηση αυτή οδηγεί σε μια βαθύτερη κατανόηση του παρελθόντος και της πολυπλοκότητας της ταυτότητας. Το ταξίδι της Κάρλα δεν καταλήγει σε μια απλή επιστροφή στις ρίζες, αλλά σε μια συμφιλίωση με μια κληρονομιά που αποτελείται τόσο από μνήμες όσο και από σιωπές.

Laura Cwiertnia

Με γλώσσα λιτή αλλά διεισδυτική, η Τσβιέρτνια μας προσφέρει ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει την προσωπική εξομολόγηση με την ιστορία, αποδεικνύοντας ότι η λογοτεχνία μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος συνάντησης της ιστορικής μνήμης με τις λεπτές, συχνά αθέατες πτυχές της ταυτότητας των ανθρώπων που ζουν ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς. Κάθε σελίδα αυτού του βιβλίου είναι μια πρόσκληση να ακούσουμε όσα παραμένουν κρυμμένα, να δούμε τον πόνο και την αντοχή των γενεών και να κατανοήσουμε ότι η μνήμη δεν είναι ποτέ μόνο προσωπική αλλά ένας ζωντανός δεσμός που συνδέει το παρελθόν με το παρόν.

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.