ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ

στις

‘Το Σπίτι των Άλλων’, η σύντομη νουβέλα του Σίλβιο Ντ’Άρτσο (Silvio D’Arzo, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Έτσιο Κομπαρόνι- 1920-1952), της οποίας η ηθική απήχηση υπερβαίνει κατά πολύ την ολιγοσέλιδη έκτασή της, κατέχει μια μοναδική θέση στην ιταλική λογοτεχνία του εικοστού αιώνα. Γραμμένο λίγο πριν τον πρόωρο θάνατο του συγγραφέα, το έργο αυτό αποτελεί έναν υπαρξιακό στοχασμό και μια θεολογική αντιπαράθεση που διεξάγεται σ’ ένα απρόσμενα σκληρό και αφιλόξενο περιβάλλον. Μια ιστορία που συνοψίζεται στην μοναξιά,  το αίσθημα του ανήκειν,  την  απελπισία της ύπαρξης, τον πόνο και τον θρησκευόμενο άνθρωπο που δεν βρίσκει απαντήσεις.

Η ιστορία εξελίσσεται στο Μοντέλιτσε, ένα απομονωμένο χωριό  με «εφτά σπίτια κολλημένα και τίποτε άλλο», κρυμμένο στα φαράγγια και τις χαράδρες των Απέννινων. Ένα τοπίο που καθρεφτίζει την λιτή, επαναλαμβανόμενη και φθαρμένη από τον χρόνο ζωή των κατοίκων του, ένα χωριό που κατοικούν περισσότερες κατσίκες παρά άνθρωποι κι ένας ιερέας που βρίσκεται εκεί για πάνω από τριάντα χρόνια. Ένας άνθρωπος κουρασμένος, ένας απόηχος του Φάλσταφ, διαποτισμένος με μια διακριτική ειρωνεία, «καλός μόνο για τα πανηγύρια». Ένας ποιμένας με πίστη διεκπεραιωτική και όχι φωτεινή, η οποία διατηρείται μέσω της συνήθειας και όχι από πεποίθηση και ένα ποίμνιο που αποτελείται από μια χούφτα βοσκούς που ακολουθούν τα κοπάδια τους και λείπουν για μεγάλα διαστήματα, γυναίκες που προσλαμβάνονται ως μοιρολογίστρες και μια ομάδα παιδιών που κάνουν αστεία στο δρόμο.

Η φύση που περιβάλλει την πλοκή έχει από μόνη της την ποιότητα ενός χαρακτήρα λόγω της επιρροής που ασκεί σε όλα και σε όλους. Τους σημαδεύει τόσο στην προσωπικότητά τους όσο και στις σχέσεις τους με τους άλλους. Οι περιγραφές του  σκηνικού της ιστορίας, του μεταβαλλόμενου καιρού, του ουρανού και του ανέμου είναι τόσο ρεαλιστικές που μπορεί κανείς να ακούσει τα κουδούνια των αγελάδων να χτυπούν, να δει τις κατσίκες να περνούν και να μυρίσει το γρασίδι στα χωράφια.

Σε αυτόν τον ακίνητο βουνίσιο κόσμο που δεν συμβαίνει ποτέ τίποτα, εμφανίζεται η Ζελίντα, μια ηλικιωμένη γυναίκα που πλένει κουρέλια και έντερα στο κοντινό ρέμα από το πρωί μέχρι το βράδυ. Κάθε μέρα της ζωής της είναι ίδια με την άλλη, σκληρή, κουραστική, στερημένη. Ζει στο περιθώριο της κοινότητας, μοναχική και λιγομίλητη, κάνει κάθε μέρα την ίδια διαδρομή μέχρι το ρέμα, πλένει τα κουρέλια της και τραβώντας πίσω της μια κατσίκα γυρίζει στο καλύβι της για να φάει ένα κομμάτι ψωμί και λίγα χόρτα. Ο ιερέας τη συναντάει για πρώτη φορά σε κάποιο περίπατό του τυχαία και  η θλίψη που αποπνέει η φιγούρα της του τραβάει  την προσοχή. Η τραγωδία της ζωής, η επίγνωση της αδυναμίας της, η απουσία κάθε ελπίδας για αλλαγή προς το καλύτερο την οδηγούν τη Ζελίντα στην πόρτα της εκκλησίας με ένα μεγάλο ερώτημα «αν, χωρίς να προσβάλει κανέναν, μπορούσε να τελειώσει λίγο νωρίτερα… ακόμα και να αυτοκτονήσει». Εξηγεί στον ιερέα ότι νιώθει στα όρια των δυνάμεών της. Η ζωή δεν την καλωσορίζει, δεν νιώθει άνθρωπος, δεν την καταλαβαίνει ως δική της, δεν της δίνει την ηρεμία που χρειάζεται, της είναι ξένη. Δεν ζει, απλώς επιβιώνει. Η αυτοκτονία, για εκείνη, δεν είναι μια δραματική χειρονομία αλλά μια προσπάθεια να βγει από έναν χώρο στον οποίο δεν ανήκει πια, να εγκαταλείψει το σπίτι των άλλων. Ζητά αυτή την άδεια από την εκκλησία ώστε να μην παραβεί τα όρια της πίστης, οδηγημένη από το βαθιά ριζωμένο θρησκευτικό της συναίσθημα. Ο εκπρόσωπος του Θεού όμως το μόνο που έχει να της  προσφέρει είναι η αμηχανία του και η δογματική απάντηση ότι η αυτοκτονία απαγορεύεται.  Χιλιοειπωμένα λόγια που δεν καταπραΰνουν, που δεν θεραπεύουν, που δεν αγκαλιάζουν, κούφια λόγια που δεν αρμόζουν στη στιγμή που χρειάζεται να νιώσει κανείς άνθρωπος. Δεν την απορρίπτει, ούτε επικαλείται την εξουσία της εκκλησίας, αντίθετα, καθυστερεί ψάχνοντας για ένα παραθυράκι, κάποια σκοτεινή θεολογική απόχρωση που θα μπορούσε να τον απαλλάξει από το βάρος της απόφασης. Με αυτόν τον τρόπο, αποκαλύπτει το κεντρικό παράδοξο του ρόλου του ως εκπροσώπου ενός απόλυτου ηθικού νόμου που είναι ανίκανος να ανταποκριθεί στη ιερότητα του ατομικού πόνου. Η γλώσσα του γίνεται υπεκφυγή ακριβώς τη στιγμή που χρειάζεται περισσότερο σαφήνεια.

Η αφήγηση περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα της ηλικιωμένης γυναίκας και τη σιωπή του ιερέα που σε κάνει να ντρέπεσαι για όλα τα λόγια του κόσμου, σ’ έναν κύκλο  που δεν φτάνει ποτέ στην επίλυση. Και είναι αυτή η άρνηση επίλυσης που αποτελεί τον ηθικό και αισθητικό πυρήνα του έργου του Ντ’ Άρτσο και αποδίδεται με εξαιρετική αφηγηματική πυκνότητα μέσα από τις σιωπές, τις απουσίες και τους υπαινιγμούς.

Όταν η Ζελίντα πεθαίνει -χωρίς να διευκρινίζεται αν ο θάνατός της επήλθε από φυσιολογικά αίτια ή από την εκπλήρωση της επιθυμίας της-, ο ιερέας συντετριμμένος αναζητά εκείνη τη φιλανθρωπία και την κατανόηση που η ηλικιωμένη γυναίκα είχε ζητήσει πριν από αυτόν. Η Ζελίντα στην πραγματικότητα αναζήτησε έναν εμπνευσμένο συνομιλητή ικανό να αντέξει το βάρος της απελπισίας της, εκείνος όμως ήταν ανίκανος να γίνει αυτός ο συνομιλητής και η διαπίστωση αυτή τον οδηγεί στην συνειδητοποίηση ότι το χωριό, η εκκλησία, ο ίδιος ο κόσμος βιώνονται κι από εκείνον ως χώροι που διέπονται από κανόνες που κανείς δεν μπορεί ή δεν τολμά να αλλάξει, ως το σπίτι των άλλων.

Το Σπίτι των Άλλων, που ο νομπελίστας Eugenio Montale χαρακτήρισε  ως την καλύτερη ιστορία του εικοστού αιώνα,  διαβάζεται σαν τον επίλογο ή τη διαθήκη ενός συγγραφέα που κατάλαβε ότι η υψηλότερη αποστολή της λογοτεχνίας δεν είναι να παρηγορεί αλλά να διευκρινίζει, ακόμη και όταν η σαφήνεια δεν προσφέρει παρηγοριά.

«Εδώ πάνω υπάρχει μια συγκεκριμένη ώρα. Οι χαράδρες και τα δάση και τα μονοπάτια και τα βοσκοτόπια παίρνουν το χρώμα της σκουριάς, κι ύστερα γίνονται βιολετιά και μετά μπλαβιά· στο πρώτο σκοτάδι οι γυναίκες μένουν σκυμμένες στο κατώφλι να φυσούν τα καμίνια, και τα μπρούντζινα κουδούνια αντηχούν καθαρά στο χωριό. Οι κατσίκες προβάλλουν στις πόρτες των σπιτιών με μάτια που μοιάζουν με τα δικά μας,

Και τότε όλο και πιο συχνά μου ‘ρχεται στο μυαλό η σκέψη πως είναι πια καιρός να ετοιμάσω τις βαλίτσες μου και αθόρυβα να πάρω τον δρόμο για το σπίτι. Νομίζω πως έχω κιόλας εισιτήριο.»

Το κείμενο διατρέχει, όχι τυχαία, η αίσθηση του επείγοντος. Ο Ντ’ Άρτσο έγραψε το Σπίτι των Άλλων ενώ ο ίδιος βρισκόταν ήδη στη σκιά του πρόωρου θανάτου του από λευχαιμία και αυτή η προσωπική αναμέτρηση με το τέλος μεταμόρφωσε τη γραφή του σε μια άσκηση αφαίρεσης. Στο κείμενό του δεν υπάρχει χώρος για περιττά στολίδια, παρά μόνο για την ουσία. Ο θάνατος δεν περιγράφεται ως ένα εξωτερικό γεγονός, αλλά ως μια εσωτερική αναχώρηση που προετοιμάζεται σιωπηλά ενώ η ταύτισή του με την κούραση της Ζελίντα και την αμηχανία του ιερέα προσδίδει στο κείμενο μια σπάνια ειλικρίνεια. Είναι η φωνή κάποιου που γνωρίζοντας ότι ο χρόνος του τελειώνει, αρνείται τις εύκολες παρηγοριές και επιλέγει να κοιτάξει κατάματα το κενό, μετατρέποντας την προσωπική του αγωνία σε μια οικουμενική σπουδή πάνω στην ανθρώπινη μοίρα.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ σε μετάφραση και σπουδαίο επίμετρο της Δήμητρας Δότση.

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.