Η συνηθέστερη απώλεια που βιώνει κανείς κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής του είναι η απώλεια των γονέων. Παρόλο που ο θάνατος του γονιού ενός ενήλικα αποτελεί ένα φυσιολογικό και αναπόδραστο κομμάτι του κύκλου της ζωής, η απώλεια εκείνων που υπήρξαν οι θεματοφύλακες του δικού μας παρελθόντος, που μας γνώρισαν και μας θυμούνταν ως παιδιά, που είχαν αποτυπώσει στη μνήμη τους κάθε στάδιο της εξέλιξής μας, δεν μπορεί παρά να ξυπνά μέσα μας μια σειρά από μικρά και μεγάλα πένθη, πέρα από αυτό του οριστικού αποχωρισμού.

Περιγράφοντας την περίοδο της ασθένειας και του θανάτου του πατέρα του στο βιβλίο ‘Ο κηπουρός και ο θάνατος’ (εκδόσεις Ίκαρος, μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου), ο βραβευμένος Βούλγαρος συγγραφέας Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Georgi Gospodinov, 1968 -), πατάει πάνω στη συναισθηματική και υπαρξιακή κρίση αυτής της απώλειας και, χρησιμοποιώντας τη λογοτεχνία ως ύστατο μέσο αντίστασης, επιχειρεί να μιλήσει για τον τρόπο που κουβαλάμε μέσα μας τους ανθρώπους που μας διαμόρφωσαν, για την αγωνία μας να μη χαθεί η ιστορία τους, αλλά και για την προσπάθεια διατήρησης της δικής μας ταυτότητας.
Ο ίδιος ο συγγραφέας επισημαίνει ότι ‘αυτό το βιβλίο δεν είναι εύκολο είδος, πρέπει να το επινοήσεις μόνος σου… πρόκειται για τη βοτανική της θλίψης’. Η παρατήρηση αυτή λειτουργεί σαν ερμηνευτικό κλειδί αφού το βιβλίο δεν χωρά σε λογοτεχνικές κατηγορίες, όπως δεν χωρούν σε κατηγορίες ο θάνατος και η ζωή. Το ‘μυθιστόρημα-κήπος’ που προτείνει ο Γκοσποντίνοφ υπαινίσσεται μια αφήγηση που αναπτύσσεται οργανικά, με παρακλάδια, παρακάμψεις και υπόγειες συνδέσεις, όπως ένας ζωντανός κήπος. Κι αυτή η εικόνα της «βοτανικής» αποδίδει την προσεκτική, τρυφερή αλλά αμείλικτα ειλικρινή παρατήρηση της θλίψης που διατρέχει το έργο.
‘Υπάρχουν πολλά βιβλία για μητέρες’, λέει ο συγγραφέας, ‘αλλά λίγα για πατέρες’ και το έργο αυτό γίνεται η δική του προσπάθεια να συγκρατήσει στη μνήμη τη ζωή του πατέρα του που φτάνει στο τέλος της. Ο πατέρας του συγγραφέα είναι ο ήρωας που πεθαίνει πολύ πριν από το τέλος του βιβλίου. Ένας ήρωας που ξαναζωντανεύει μέσα από τις ιστορίες της ζωής του, όπως τις ανασύρει ο γιος προκειμένου να εκτρέψει την αφήγηση ‘σε άλλο μονοπάτι όταν γίνεται επικίνδυνο και πλησιάζει ο θάνατος — όπως ο κηπουρός εκτρέπει το νερό προς το επόμενο παρτέρι στον κήπο’.
Στο επίκεντρο αυτού του συναισθηματικά φορτισμένου χρονικού βρίσκονται η σχέση πατέρα–γιου και η σκληρή στιγμή του οριστικού αποχωρισμού. Ο γιος κάθεται δίπλα στο κρεβάτι του άρρωστου πατέρα και καταγράφει με τρυφερότητα τη ζωή ενός ανθρώπου που γεννήθηκε στη Βουλγαρία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενός αμετανόητου καπνιστή, ενός επαναστάτη που ‘ήξερε πώς να αποτυγχάνει’ φτιάχνοντας ιστορίες για τις ματαιώσεις που βίωσε, ενός κηπουρού που δημιούργησε έναν ζωντανό κόσμο στην άγονη αυλή του. Γιατί για τον άνθρωπο που μεγάλωσε σε μια κουλτούρα που δεν ενθάρρυνε την έκφραση των συναισθημάτων, ο κήπος ήταν ο τρόπος του να αγαπά, και μετά τον θάνατό του παραμένει η ζωντανή κληρονομιά του, ένας μικρόκοσμος που συνεχίζει να αντιστέκεται στη λήθη. ‘Ο κήπος ήταν η άλλη του πιθανή ζωή, η φωνή του και όλες οι σιωπές του.
Ο Γκοσποντίνοφ περιγράφει με συγκλονιστική ακρίβεια την πορεία του πατέρα του προς τον θάνατο. Κάθε επίσκεψη στο νοσοκομείο είναι συνάντηση όχι μόνο με το τέλος ενός ανθρώπου, αλλά και με το τέλος ενός κόσμου. Θυμάται τον τρόπο που ο πατέρας προσπαθούσε να διαπραγματευτεί με τους γιατρούς τον χρόνο που του απέμενε, πώς έσφιγγε τα δόντια για να μη βογκήξει από τον πόνο ζητώντας μόνο λίγο ακόμη χρόνο με την οικογένειά του, να αντέξει ως του Αγίου Γεωργίου για να μαζέψει γύρω του άλλη μια φορά τα παιδιά του.
Ο γιος κουβαλά το βάρος της ταπείνωσης που ένιωσε ο πατέρας από την σωματική κατάρρευση που επέφερε η αρρώστια του. Θυμάται την προσωπική του αμηχανία μπροστά στη φροντίδα του ανήμπορου γονιού του, την αγωνία του για τον πόνο του πατέρα την αγωνία του αν έκανε το καλύτερο γι’ αυτόν. Η ενοχή για τις απουσίες του επανέρχεται βασανιστικά. Κι όταν ο πατέρας φεύγει, διαπιστώνει ότι αλλάζει ο ίδιος ο ρυθμός του χρόνου. ‘Φαίνεται πως μετά από κάθε θάνατο, όπως και μετά από κάθε γέννηση, ο κόσμος ξεκινά από την αρχή.’
Στο μέσο του βιβλίου σημειώνει: ‘Ο πατέρας μου πέθανε και ο πατέρας μου πεθαίνει — είναι δύο εντελώς διαφορετικές προτάσεις. Η πρώτη είναι γεγονός· η δεύτερη είναι αφήγηση, ιστορία, ένας ατελείωτος κύκλος ελπίδας και απόγνωσης.’ Η σκέψη αυτή οδηγεί τον συγγραφέα σε μια σειρά από ερωτήματα που θέτει εμπλέκοντας και τον αναγνώστη σε διάλογο: Πώς αποχαιρετά κανείς μια ζωή στις τελευταίες της μέρες; Πώς αποδέχεται ένα παιδί τον θάνατο του ανθρώπου που το προστάτευσε; Για τι μιλάμε όταν μιλάμε για τον θάνατο; Για εκείνον που έφυγε ή για εμάς τους ίδιους; Συνεχίζουμε να υπάρχουμε όταν ο τελευταίος άνθρωπος που μας θυμόταν ως παιδιά έχει φύγει; Εδώ εντάσσεται και η σκέψη του ότι ‘κάθε ιστορία, ακόμη κι αν έχει συμβεί και είναι προσωπική, μόλις περάσει από τη γλώσσα, μόλις ντυθεί με λέξεις, δεν μας ανήκει πια’. Η αφήγηση μεταμορφώνει το βίωμα που γίνεται εξίσου πραγματικότητα και φαντασία. Μόλις ειπωθεί μια προσωπική εμπειρία γίνεται κοινός τόπος, ένα πεδίο συνάντησης με τον άλλον — κι αυτό είναι μέρος της δύναμης του βιβλίου.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Γκοσποντίνοφ συνειδητοποιεί ότι τον έχει μαζί του περισσότερο από ποτέ. ‘Τώρα μπορεί να ταξιδεύει μαζί μου ελεύθερα’, γράφει. Η παρουσία του, η φωνή του, ο τρόπος που πρόφερε κάποιες λέξεις, οι γκριμάτσες, το βλέμμα του όταν η σκέψη του ταξίδευε μακριά, αναδύονται μέσα από τη μυρωδιά του δυόσμου, από έναν ήχο, μια τυχαία εικόνα.
Το βιβλίο είναι γεμάτο παρεκβάσεις, παράλογες ιστορίες, λίστες, στοχασμούς για την αρρώστια και τα γηρατειά, ακόμη και μια σκηνή όπου ένας γιατρός, αφού ανακοινώνει μια τρομερή διάγνωση ζητά αμήχανα ένα αυτόγραφο. Ανατρέχει στον πρωτόγονο φόβο της παιδικής ηλικίας για τον θάνατο του γονιού ‘Ο άνθρωπος θάβει τους γονείς του ξανά και ξανά μέσα στο μυαλό του.’ Θυμάται την ανάγκη για τον έπαινό τους, την επιθυμία να τους κάνει περήφανους και μελαγχολεί για τη φτώχεια και τις δυσκολίες που σημάδεψαν τη ζωή τους. Αυτές οι παρεκβάσεις δεν αποσπούν την προσοχή από την αφήγηση, αντιθέτως, αντανακλούν τον τρόπο που θρηνούμε: λοξοδρομώντας, παρακάμπτοντας ή με τη σιωπή.
Η εξιστόρηση του Γκοσποντίνοφ αγγίζει ιδιαίτερα όσους έχουν βιώσει παρόμοιες εμπειρίες. Όποιος έχει συνοδεύσει έναν γονιό στις τελευταίες του μέρες αναγνωρίζει τις σιωπές, τις ενοχές, τις μικρές λεπτομέρειες που αποκτούν δυσανάλογο βάρος. Το βιβλίο λειτουργεί σαν αθόρυβη συντροφιά δίνοντας μορφή σε συναισθήματα που δύσκολα ομολογούνται.
Στο Ο Κηπουρός και ο Θάνατος ο Γκοσποντίνοφ δεν γράφει για τον θάνατο, αλλά για τη ζωή που σβήνει. Ο κήπος με τη χαρμολύπη της ανθοφορίας και την επιμονή της ζωής μέσα στην απώλεια, γίνεται το αντίβαρο του θανάτου. Ενώ ο πατέρας πεθαίνει, ο κήπος του ανθίζει, επιμένει και γίνεται σύμβολο συνέχειας και ανθεκτικότητας.
‘Ο πατέρας μου ήταν κηπουρός. Τώρα είναι κήπος.’