Όταν η Αν Μπροντέ δημοσίευσε το βιβλίο ‘Η Ένοικος του Γουάιλντφελ Χολ’ το 1848 με το ψευδώνυμο Άκτον Μπελ, δύσκολα θα μπορούσε να προβλέψει την οργή που θα προκαλούσε στους, συνηθισμένους στην ηθικολογία της βικτωριανής λογοτεχνίας, αναγνώστες της. Σε μια εποχή που η νομική ταυτότητα μιας συζύγου εξαφανιζόταν μέσα σε αυτήν του συζύγου της, το μυθιστόρημα της Αν Μπροντέ τους έφερε αντιμέτωπους με την εικόνα ενός γάμου δηλητηριασμένου από την απιστία, τον αλκοολισμό και τη σκληρότητα – και μιας ηρωίδας που τόλμησε να εγκαταλείψει τη συζυγική εστία. Ακόμη και η Σαρλότ Μπροντέ, μετά τον θάνατο της Αν το 1849, αποθάρρυνε την αναδημοσίευση του βιβλίου. Μόνο τον εικοστό αιώνα οι κριτικοί άρχισαν να αναγνωρίζουν τον ριζοσπαστισμό του, χαιρετίζοντάς το ως ένα πρωτοποριακό φεμινιστικό κείμενο και ορόσημο στην ρεαλιστική λογοτεχνία.
Η ιστορία του βιβλίου – που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις LOGGIA σε μετάφραση και εξαιρετικό επίμετρο της Σοφίας Αυγερινού -, αναπτύσσεται μέσα από μια σειρά από επιστολές που γράφει ο Γκίλμπερτ Μάρκαμ προς έναν φίλο του, στις οποίες ενσωματώνεται το ημερολόγιο της Χέλεν Γκρέιαμ, μιας μυστηριώδους χήρας που φτάνει στο ερειπωμένο Γουάιλντφελ Χολ με τον μικρό γιο της. Τα κουτσομπολιά της επαρχιακής κοινότητας την παρουσιάζουν ύποπτη, ακόμη και σκανδαλώδη. Μόνο όταν η Χέλεν εμπιστεύεται στον ερωτευμένο Γκίλμπερτ το ημερολόγιό της, αποκαλύπτεται η ιστορία του γάμου της με τον γοητευτικό Άρθουρ Χάντινγκτον του οποίου οι εθισμοί στο αλκοόλ και τον τζόγο και η κακοποιητική του συμπεριφορά, μετατρέπουν την υπόσχεση της συζυγικής ευδαιμονίας σε φυλακή. Πιστεύοντας ότι το ανώτερο καθήκον της είναι απέναντι στον Θεό και το παιδί της και όχι απέναντι σε έναν σύζυγο που καταστρέφει τον εαυτό του και θέτει σε κίνδυνο τους άλλους, η Χέλεν αναζητά ανεξαρτησία και ασφάλεια τόσο για την ίδια όσο και τον γιό της. Έτσι καταφεύγει στο Γουάιλντφελ Χολ χρησιμοποιώντας ψεύτικο όνομα και προσπαθώντας να συντηρηθεί μέσω της ζωγραφικής.
‘Δεν πρέπει να εγκαταλείψω το αγόρι μου μέσα σ’ αυτή τη διαφθορά. Χίλιες φορές καλύτερα να ζήσει στη φτώχεια και την ανωνυμία με μια μητέρα φυγάδα, παρά στην πολυτέλεια και την αφθονία με έναν τέτοιο πατέρα.’

Η ιστορία που αφηγείται η Αν Μπροντέ σ’ αυτό το βιβλίο είναι πολλά περισσότερα από μια ιστορία έρωτα και πάθους˙ είναι μια καταγγελία για τους νόμους και τα έθιμα της εποχής για τον γάμο, μια διερεύνηση της σύγκρουσης μεταξύ προσωπικής συνείδησης και κοινωνικών επιβολών αλλά και ένα λογοτεχνικό πείραμα αφηγηματικής τεχνικής. Τοποθετώντας το ημερολόγιο μιας γυναίκας στο ηθικό κέντρο του βιβλίου, η Αν Μπροντέ έδωσε φωνή σε μια γυναικεία εμπειρία που συχνά αγνοείτο στην εποχή της, προβλέποντας έτσι τις μεταγενέστερα διατυπωμένες φεμινιστικές ανησυχίες. Όταν ο νόμος όσο και το έθιμο έδιναν στις γυναίκες σημαντικά λιγότερα δικαιώματα και προνόμια από τους άνδρες, η Χέλεν αψήφησε τις βικτωριανές αντιλήψεις για την υπακοή της συζύγου επιδεικνύοντας μια αντίδραση τόσο θαρραλέα όσο και σκανδαλώδη. Μέσα από τον ακλόνητο ρεαλισμό της, με τις λεπτομερείς απεικονίσεις του μεθυσμένου γλεντιού, της οικογενειακής δυστυχίας και της μητρικής αντοχής, η Αν Μπροντέ επισήμανε ότι η ηθική αδυναμία δεν είναι απλώς μια ιδιωτική αποτυχία, αλλά μια κοινωνική μόλυνση ενώ τόλμησε να αναδείξει την τέχνη και την εργασία ως λυτρωτικές εναλλακτικές λύσεις – η Χέλεν συντηρεί τον εαυτό της μέσω της ζωγραφικής, διεκδικώντας την ανεξαρτησία που στερήθηκαν οι περισσότερες γυναίκες της εποχής της.
Η Χέλεν Γρέιαμ/Χάντινγκτον είναι αναμφισβήτητα μια από τις πιο ηθικές ηρωίδες της βικτωριανής μυθοπλασίας η οποία τολμά να εγκαταλείψει τον γάμο της, υποκινούμενη από το μητρικό καθήκον. Ο Άρθουρ από την άλλη, αποτελεί ένα ρεαλιστικό σύμβολο εθισμού και εγωισμού. Η εξέλιξή του από γοητευτικός σύζυγος σε σκληρός δυνάστης αποδίδεται από την Μπροντέ με εντυπωσιακή ακρίβεια. (Οι αδελφές Μπροντέ αντιμετώπισαν τον εθισμό και την αστάθεια του αδελφού τους Μπράνγουελ και είναι πιθανό αυτό να επηρέασε τον χαρακτήρα του Άρθουρ Χάντινγκτον, αν και το μυθιστόρημα δεν αποτελεί μια συγκαλυμμένη βιογραφία του.) Γύρω από τους δύο συζύγους κινείται πλήθος χαρακτήρων- άλλοι συνένοχοι στην ασωτία και άλλοι υποστηρικτές των αδύναμων. Ανάμεσά τους ο αναγνώστης γνωρίζει τους ακόλαστους φίλους του Άρθουρ που ενθαρρύνουν τους εθισμούς και την κακοποιητική του συμπεριφορά, τους γείτονες της Χέλεν στο χωριό που διαδίδουν για εκείνη κακόβουλα κουτσομπολιά, τον ερωτευμένο Γκίλμπερτ Μάρκχαμ, του οποίου η ηθική εξέλιξη από αφελή ερωτευμένο σε υπομονετικό και υποστηρικτικό σύντροφο ακολουθεί το ταξίδι του αναγνώστη από την εσφαλμένη αντίληψη στην αλήθεια.
‘Τι σκηνή ήταν αυτή! Μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα ήμουν καταδικασμένη να ανέχομαι τέτοιες προσβολές κάτω από τη στέγη του σπιτιού μου, να ακούω τέτοια πράγματα να λέγονται μπροστά μου – όχι, να λέγονται σε εμένα και για εμένα -, και μάλιστα από εκείνους που απέδιδαν στον εαυτό τους τον χαρακτηρισμό «κύριος»; Και μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα ήμουν ικανή να το αντέξω με τόση ηρεμία και να αποκρούσω τις προσβολές τους με τόση σταθερότητα και θάρρος; Τέτοια αντοχή μας τη διδάσκει μόνο η σκληρή εμπειρία και η απόγνωση.’
Με μια γραφή απλή που προτιμά τη νηφάλια παρατήρηση από το μελό επιλέγει να ενθέσει το ημερολόγιο της ηρωίδας της στο κείμενο δίνοντας αμεσότητα και αυθεντικότητα στη φωνή της˙ μια φωνή που ακούγεται χωρίς διαμεσολάβηση από ανδρική ερμηνεία – μια τολμηρή κίνηση σε μια λογοτεχνική κουλτούρα που κυριαρχείτο από άνδρες αφηγητές και άνδρες κριτικούς. Ακόμη και η αντίθεση μεταξύ της αρχικά ζηλότυπης, μερικές φορές αναξιόπιστης φωνής του Γκίλμπερτ και της μετρημένης μαρτυρίας της Χέλεν υπογραμμίζει το ενδιαφέρον της συγγραφέως για την αλήθεια και την έμφυλη κυριαρχία. Δίνοντας στην Χέλεν Γκρέιαμ τη δύναμη της μαρτυρίας, η Αν Μπροντέ χάρισε στη βικτωριανή λογοτεχνία ένα από τα πρώτα και πιο συναρπαστικά πορτρέτα μιας γυναίκας που αρνείται τη σιωπή.

Η σύντομη ζωή της Αν Μπροντέ -πέθανε από φυματίωση στα 29 της- χαρακτηριζόταν από ήρεμη ανθεκτικότητα, αλλά το έργο της μας αποκαλύπτει μια οξυδερκή ηθικολόγο αποφασισμένη να πει ανεπιφύλακτες αλήθειες. Στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης του βιβλίου και αφού η συγγραφέας είχε δεχτεί σειρά επικριτικών σχολίων για όσα τόλμησε να προβάλει, αισθάνθηκε την ανάγκη να εξηγήσει ότι αυτό που σκόπευε ήταν να συμβάλει στην διόρθωση των σφαλμάτων και των κοινωνικών αδικιών λέγοντας την αλήθεια «Επιθυμούσα να πω την αλήθεια, γιατί η αλήθεια πάντοτε μεταδίδει το δικό της ηθικό δίδαγμα». Και πιο κάτω : «αν καταφέρω να ψυχαγωγήσω, θα επιχειρήσω και να ωφελήσω˙ και όταν νιώθω πως είναι καθήκον μου να πω μια πικρή αλήθεια, με τη βοήθεια του Θεού, θα την πω, έστω και αν διακινδυνεύω τη φήμη μου, έστω και εις βάρος της άμεσης απόλαυσης τόσο του αναγνώστη μου, όσο και της δικής μου.» Ακριβώς αυτή η άρνηση να αποφύγει τις άβολες αλήθειες κάνει το μυθιστόρημα να έχει απήχηση σήμερα. Τα ερωτήματα σχετικά με την ενδοοικογενειακή βία, την ανεξαρτησία των γυναικών και τον αγώνα για την ανατροφή των παιδιών σε επιβλαβή περιβάλλοντα παραμένουν οδυνηρά επίκαιρα. Η επιμονή της Αν Μπροντέ ότι η αλήθεια πρέπει να λέγεται -ακόμα και όταν η κοινωνία προτιμά τη σιωπή- είναι επείγουσα σε κάθε εποχή.
Η Αν Μπροντέ άφησε μόνο δύο μυθιστορήματα, με το «Η Ένοικος του Γουάιλντφελ Χολ» να παραμένει το αριστούργημά της και αυτό που άλλαξε την εικόνα της δημιουργού του από την μικρότερη, ήσυχη των διάσημων αδελφών Μπροντέ σε μία από τις πιο θαρραλέες φωνές της εποχής της.