ΧΡΟΝΟΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

στις

Η προσκόλληση στο παρελθόν και η ελπίδα που φωλιάζει στην προσπάθεια ανάκτησής του είναι το θέμα γύρω από το οποίο περιστρέφεται το μυθιστόρημα του Βούλγαρου συγγραφέα Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Georgi Gospodinov, 1968) με τίτλο ‘Χρονοκαταφύγιο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ σε μετάφραση Αλεξάνδρας Ιωαννίδου.

Κάπου στις Άνδεις πιστεύουν ακόμα και σήμερα πως το μέλλον είναι πίσω σου. Έρχεται ξαφνικά και απρόσμενα πίσω από την πλάτη σου, ενώ το παρελθόν βρίσκεται συνεχώς μπροστά στα μάτια σου, έχει ήδη συμβεί. Όταν μιλούν για παρελθόν, οι άνθρωποι της φυλής Αϋμάρα δείχνουν με το χέρι μπροστά τους. Περπατάς προς τα εμπρός με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν και στρέφεσαι πίσω προς το μέλλον. Ποια θα ήταν η παραβολή για τη γυναίκα του Λοτ σε αυτή την περίπτωση;

Προχωράμε προς τα εμπρός και μπαίνουμε στα ατελείωτα Ηλύσια Πεδία του παρελθόντος.

Προχωρώ μπροστά και μεταμορφώνομαι σε παρελθόν.’

Στο Χρονοκαταφύγιο ο Γκοσποντίνοφ αναζητά την επίδραση του παρελθόντος όταν η καταφυγή σ’ αυτό γίνεται είτε από νοσταλγία, είτε επειδή το παρόν δεν είναι ανεκτό. Προβληματίζεται για το παρελθόν το ατομικό όσο και το συλλογικό, το παρελθόν κάποιου που το έχει ξεχάσει και το ιστορικό ένδοξο ή αιματοβαμμένο παρελθόν μιας χώρας και αναρωτιέται: ‘Υπάρχει ημερομηνία λήξης προς τα πίσω;’ – ‘Μπορεί το παρελθόν να βιωθεί ή να αρθρωθεί εκ νέου; Και χρειάζεται; -Και πόσο παρελθόν μπορεί στην πραγματικότητα να σηκώσει στους ώμους του ένας άνθρωπος;

Γραμμένο σχεδόν σαν δοκίμιο το Χρονοκαταφύγιο  είναι ένα βιβλίο στο οποίο νοσταλγικά και με χιούμορ δοκιμάζεται αυτό που όλοι μας κάποια στιγμή έχουμε ευχηθεί: να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω και να ζήσουμε ή να ξαναζήσουμε μια περασμένη εποχή.

Βοηθός του συγγραφέα-αφηγητή σ’ αυτή την φιλοσοφική αναζήτηση είναι ο Γκαουστίν ένας φίλος που δεν έχει δει για χρόνια, άπιαστος και συναρπαστικός, ένας ‘άστεγος στο χρόνο’, ένας γεροντολόγος ψυχίατρος, βυθισμένος σε μια αύρα μυστηρίου, με τον οποίο μοιράζεται την ίδια εμμονή για το παρελθόν. 

‘Τον Γκαουστίν τον επινόησα πρώτος εγώ, και μετά τον συνάντησα με σάρκα και οστά. Ή έγινε το αντίθετο. Δεν θυμάμαι. Ο αόρατος φίλος, πιο ορατός και αληθινός και από μένα τον ίδιο. Ο Γκαουστίν της νιότης μου. Ο Γκαουστίν του ονείρου να είμαι άλλος, κάπου αλλού, να κατοικώ σε άλλο χρόνο και σε άλλα δωμάτια.’

Ο Γκαουστίν συλλέγει παρελθόν, φιλοσοφεί, περιπλανιέται στον κόσμο και το χρόνο και καταλήγει στη Ζυρίχη, μια πόλη ‘για τα γεράματα’ όπου ανοίγει μια κλινική για το παρελθόν προορισμένη αρχικά για να βοηθήσει τους ασθενείς που τους εγκαταλείπει η μνήμη τους. ‘Σύμφωνα με τον Γκαουστίν, για εμάς το παρελθόν είναι παρελθόν και, ακόμα και αν μπαίνουμε σε αυτό, ξέρουμε πως η πόρτα πίσω μας παραμένει ανοιχτή, επιστρέφουμε εύκολα. Για όσους έχουν χάσει τη μνήμη τους, αυτή η πόρτα έχει κλείσει ερμητικά για πάντα. Γι’ αυτούς, η άγνωστη χώρα δεν είναι το παρελθόν, παρά το παρόν, το παρελθόν είναι η πατρίδα τους.΄’  Η επιλογή της Ελβετίας για την εφαρμογή της ιδέας του έγινε από τον Γκαουστίν αρχικά από αγάπη για το Μαγικό Βουνό του Τ.Μαν αλλά και γιατί είναι μια χώρα με ‘μηδενικό επίπεδο του χρόνου. Μια χώρα χωρίς χρόνο μπορεί πολύ εύκολα να γεμίσει με κάθε είδους εποχές’.

Το πείραμα ξεκινά με ένα δωμάτιο διαμορφωμένο έτσι που να θυμίζει περιβάλλον της δεκαετίας του ’60. Στη συνέχεια επεκτείνεται σε μια κλινική που ο κάθε όροφος αναπαράγει περιβάλλοντα διαμορφωμένα σύμφωνα με το στυλ και την ατμόσφαιρα της κάθε δεκαετίας του περασμένου αιώνα. Και ενώ η θεραπεία απευθυνόταν αρχικά σε όσους έπασχαν από Αλτσχάιμερ, σταδιακά στην κλινική θα προστρέχουν και οι συγγενείς των ασθενών ενώ σύντομα η εμπειρία θα είναι προσιτή και από το ευρύ κοινό. Έτσι ο Γκαουστίν, με τη βοήθεια του αφηγητή, θα χρειαστεί να ανοίξουν παραρτήματα σε άλλες πόλεις και άλλες χώρες αφού η τάση για ανάκτηση όσων έχουν χαθεί, για τη διατήρηση της μνήμης όσων έχουν ζήσει, αποδεικνύεται ότι είναι μια σχεδόν φυσιολογική ανάγκη. 

‘Η στιγμή που ο Γκαουστίν αποφάσισε να ανοίξουμε κλινικές για το παρελθόν όχι μόνο για τους ασθενείς, αλλά και για τους συγγενείς τους, ήταν το επόμενο βήμα. Μετά εμφανίστηκαν κάποιοι που επιθυμούσαν να ζήσουν σε συγκεκριμένες χρονιές, χωρίς να συνοδεύουν κανέναν. Οι άνθρωποι που δεν ένιωθαν οικεία στον παρόντα χρόνο. Μερικοί, οι περισσότεροι υποθέτω, το έκαναν από νοσταλγία για τα ευτυχισμένα χρόνια τους, άλλοι, από τρόμο πως ο κόσμος είχε πάρει την κατηφόρα και πως το μέλλον είχε καταργηθεί. Μια ιδιαίτερη ανησυχία κυκλοφορούσε γύρω, μπορούσες να νιώσεις τη λεπτή μυρωδιά της όταν εισέπνεες.’        

Η απόδραση από το παρόν περιγράφεται ως ένα από τα μεγάλα όνειρα του σύγχρονου ανθρώπου.  Αυτή η συνεχής ένταση ανάμεσα σε ένα καταπιεστικό παρόν και ένα παρελθόν γεμάτο μελαγχολία βρίσκει διέξοδο σ’ αυτό το πρωτότυπο πείραμα, σ’ αυτούς τους τόπους που βρίσκονται χρονικά αλλού και μέσα από την ανασύνθεση των θραυσμάτων των εικόνων που φαίνονται ως άπιαστα όταν φιλτράρονται από την αδιαφανή πατίνα της μνήμης, μοιάζει να θεραπεύει την ακραία ανάγκη του ανθρώπου να ανακτήσει αυτό που δεν υπάρχει πια.  

Πέρα όμως από την επίδραση που έχει στους νοσταλγούς του παρελθόντος το πρωτοπόρο πείραμα του Γκαουστίν φαίνεται να προκαλεί και ένα βαθύ σοκ στην ευρωπαϊκή κουλτούρα, η οποία εδώ και πολύ καιρό έχει πληγεί από τη βεβαιότητα για την κατάλυσή της και την παρακμή της ιστορικής και γραμμικής αντίληψης του χρόνου.

Σαν πραγματική επιδημία, η ανάγκη επιστροφής στο παρελθόν εξαπλώνεται σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, όπου θα διεξαχθούν μια σειρά από εθνικά δημοψηφίσματα, με κάθε χώρα να θέλει να επιστρέψει στην πιο ευτυχισμένη δεκαετία της ιστορίας της· μια απόκοσμη επιστροφή του παρελθόντος, οργανωμένη χάρη στις ψεύτικες ανακατασκευές που μοιραία αναμειγνύονται με το παρόν.

Μια τέτοια Ευρώπη, νομίζω, ονειρευόμασταν ο Γκαουστίν κι εγώ, με μικρές πλατείες γεμάτες κουβεντολόι. Τα πρωινά να είναι αυστρο-ουγγρικά, ενώ οι νύχτες ιταλικές. Η μελαγχολία και η νοσταλγία γι’ αυτήν την Ευρώπη – βουλγαρικές.’

Η Γερμανία επιστρέφει τις γραφομηχανές  σε κάποια από τα τμήματα των μυστικών υπηρεσιών της για να προστατευθεί από τη διαρροή πληροφοριών, στη Βρετανία επιστρέφουν οι γαλατάδες που αφήνουν τα γυάλινα μπουκάλια στις εξώπορτες των σπιτιών το πρωί, η Γαλλία επιστρέφει στην εποχή του Μιτεράν, η Ισπανία στα χρόνια της κινηματογραφικής της δόξας του ΄80 ενώ στη Βουλγαρία, όπου ο αφηγητής επιστρέφει για το σχετικό δημοψήφισμα, δύο στρατόπεδα συγκρούονται μεταξύ της αυθεντικής νοσταλγίας και της τηλεκατευθυνόμενης ουτοπίας. Από τη μια, αυτοί που πρεσβεύουν την επιστροφή στη λεγόμενη ευλογημένη εποχή του ώριμου σοσιαλισμού, στις δεκαετίες δηλαδή του 1960 και του 1970. Από την άλλη, οι ακούραστοι ονειροπόλοι μιας «Μεγάλης Βουλγαρίας» που θα ξεπερνά τους αιώνες. Τελικά μετά το δημοψήφισμα, η Βουλγαρία επιλέγει να ζήσει σε μια εποχή που είναι μια συμφωνία μεταξύ του πιο παραδοσιακού παρελθόντος και του κομμουνιστικού, εγκαινιάζοντας έτσι μια δικτατορία του παρελθόντος και όχι πλέον του μέλλοντος που θα περιλαμβάνει το κλείσιμο των συνόρων και το άνοιγμα των τόπων βασανιστηρίων για τους αντιφρονούντες.  

Georgi Gospodinov

Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε διαφορετικές ενότητες, όπου κυριαρχεί μια αφηγηματική δομή που ξεφεύγει από τους παραδοσιακούς κανόνες. Με εγκιβωτισμένες ιστορίες, χρονικά άλματα και όρια, αιχμηρές παρατηρήσεις και ευφάνταστες ανατροπές μεταξύ αλήθειας και νοσταλγίας ο Γκοσποντίνοφ οδηγεί σταδιακά τον αναγνώστη του, στο τελευταίο μέρος του βιβλίου, όπου καταλήγει να αμφισβητήσει τα δώρα του παρελθόντος που ξεπήδησαν από το κουτί της Πανδώρας.

Το Χρονοκαταφύγιο είναι μια γλυκόπικρη αλληγορία για τον  κόσμο μας στον οποίο φαίνεται να κυριαρχεί ακόμη η πρωταρχική συνθήκη του χάους και για την ανθρωπότητα που αναζητά ερεθίσματα στη μελαγχολία. Ένα φανταστικό πολιτικό μυθιστόρημα που ξεκινά ως ένας ποιητικός και μελαγχολικός στοχασμός για την απώλεια και την αξία της μνήμης για να καταλήξει ένας ιστορικο-πολιτικός, κριτικός και σαρδόνιος προβληματισμός για την Ευρώπη του χθες και του σήμερα. ‘Υπάρχει κάτι, υπάρχει μια μελαγχολία και μια νοσταλγία που αντί να εξασθενούν είναι σαν να ενισχύονται με τα χρόνια. Και αυτό συνδέεται σίγουρα με ένα όλο και πιο γρήγορο άδειασμα των δωματίων της μνήμης μου. Ένας που ανοίγει τη μια πόρτα πίσω από την άλλη, περνώντας από το ένα δωμάτιο στο άλλο, με την ελπίδα, ελπίδα και φόβο να συναντήσει σε ένα απ’ αυτά τον ίδιο τον εαυτό, εκεί όπου ακόμα είναι ολόκληρος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.