ΤΟ ΟΛΛΑΝΔΕΖΙΚΟ ΣΠΙΤΙ

στις

Μπορεί κανείς να ξεφύγει από το παρελθόν του; Αυτό είναι το σημαντικότερο ερώτημα που διερευνά η Ανν Πάτσετ (Ann Patchett, 1963-) στο τελευταίο της βιβλίο ‘Το Ολλανδέζικο Σπίτι’ που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΔΩΜΑ σε μετάφραση Μαργαρίτας Ζαχαριάδου.  Ένα ερώτημα που διερευνάται μέσα από ένα οικογενειακό χρονικό που εκτείνεται από τη δεκαετία του ’50 μέχρι σήμερα .

Στη μεταπολεμική Αμερική, όταν η αγορά των ακινήτων ήταν στις δόξες της ο Σύριλ Κόνροϋ με σκληρή δουλειά και αρκετή τύχη κατάφερε να βγάλει την οικογένειά του από τη φτώχεια και να της προσφέρει μια άνετη ζωή. Ως έκπληξη προς τη γυναίκα του αγόρασε το Ολλανδέζικο Σπίτι, ένα πολυτελές οίκημα έξω από τη Φιλαδέλφεια. Το σπίτι, που ονομάστηκε «ολλανδέζικο» όχι χάρη στην τεχνοτροπία του, αλλά λόγω των πρώτων ιδιοκτητών του που ήταν Ολλανδοί, ήταν μια εντυπωσιακή έπαυλη με μαρμάρινα πατώματα, επίχρυση οροφή, πίνακες, καρέκλες με μεταξωτές ταπετσαρίες και  αντικείμενα που θύμιζαν αίθουσες μουσείου. Ένα σπίτι που έμοιαζε να έχει βγει από παραμύθι και προκαλούσε το δέος όχι μόνο των επισκεπτών αλλά και όσων κατοικούσαν σε αυτό. ‘Το Ολλανδέζικο Σπίτι ήταν εκεί όπου έμεναν κάτι Ολλανδοί με όνομα που ήταν αδύνατο να το προφέρεις. Αν το κοιτούσες από ορισμένες γωνίες και συγκεκριμένες αποστάσεις , έμοιαζε να αιωρείται αρκετούς πόντους πάνω απ’ το λοφάκι όπου έστεκε. Οι τζαμαρίες που περιέβαλλαν τις γυάλινες εξώπορτες ήταν μεγάλες σαν βιτρίνες καταστήματος, με σφυρήλατα σιδερένια πλαίσια σε σχήμα περικοκλάδας. Τα παράθυρα άφηναν να μπαίνει το φως του ήλιου και ταυτόχρονα το αντανακλούσαν πάνω στον μεγάλο κήπο με το γκαζόν.’

Για τη σύζυγο του Σύριλ όμως, την Έλνα, το σπίτι αλλά και ο νεοαποκτημένος  πλούτος έγιναν βάρος που δεν μπόρεσε να αντέξει. Η καθολική της ανατροφή δεν της επέτρεψε να ζει άνετα ενώ γύρω της υπήρχε ανέχεια, δεν είχε μάθει να έχει υπηρέτες και να ζει στην εξοχή. Η αμηχανία για τον καινούργιο τρόπο ζωής την κυρίευσε και μια μέρα εγκατέλειψε την οικογένειά της.

Η απρόσμενη φυγή της μητέρας στιγμάτισε ανεξίτηλα τα δύο παιδιά της, την Μέιβ και τον Ντάνι, που στράφηκαν το ένα στο άλλο για παρηγοριά. Επτά χρόνια νεότερος από την αδερφή του, ο Ντάνι, ισχυρίζεται ότι δεν του έλειψε η μητέρα του αφού δεν μπορεί καν να τη θυμηθεί. Οι συνθήκες της φυγής της παραμένουν και για τα δύο παιδιά μυστηριώδεις και στο σπίτι, παρά τις ανέσεις του, υπάρχει διάχυτη μια μυρωδιά μυστικών και θλίψης.

Όταν ο Σύριλ ξαναπαντρεύεται, ο Ντάνι και η αδερφή του, εξορίζονται από το σπίτι όπου μεγάλωσαν από τη νέα θετή μητέρα τους. Τα δύο αδέρφια χάνουν την κληρονομιά τους και το μόνο που τους μένει είναι αυτός ο ακλόνητος δεσμός μεταξύ τους που σώζει τη ζωή τους και ανατρέπει το μέλλον τους.

Την ιστορία αφηγείται ο Ντάνι ως φόρο τιμής στην αδερφή του: τη ανεξάρτητη, λαμπερή Μέιβ η οποία εγκατέλειψε τις φιλοδοξίες της και ανέλαβε τον ρόλο της μητέρας για να τον προστατέψει. Ο Ντάνι θυμάται πώς τον ώθησε να σπουδάσει ιατρική, πώς αντλούσαν δύναμη ο ένας από τον άλλο στη διάρκεια όλης τους της ζωής αλλά και τις συνέπειες που είχε αυτός ο δεσμός και για τους δύο.

Για χρόνια τα δύο αδέρφια πηγαίνουν κοντά στο Ολλανδέζικο Σπίτι, παρκάρουν σε σημείο που να μπορούν να το παρατηρήσουν και θυμούνται ιστορίες από την εποχή που ζούσαν εκεί  προσπαθώντας ταυτόχρονα να συνθέσουν τους γρίφους της νιότης τους. Μ’ αυτό τον τρόπο η Ανν Πάτσετ μας οδηγεί στις φάσεις της ιστορίας του ίδιου του σπιτιού και τις τύχες των ανθρώπων που έζησαν σ’ αυτό. Η ανεξήγητη παρόρμηση του Ντάνι και της Μέιβ να επιστρέφουν και να κοιτάζουν το παιδικό τους σπίτι είναι μια ασυνήθιστη εμμονή· μια ματιά σε μια ζωή και μια παιδική ηλικία που θα μπορούσαν να έχουν ζήσει.

Πίσω όμως από την ιστορία του το βιβλίο κρύβει έναν έντονο προβληματισμό σχετικά με το πώς διαμορφώνονται οι ιστορίες που λέμε στους εαυτούς μας και εάν οι ρόλοι που αποδίδουμε κάποια στιγμή στη ζωή μας στους κοντινούς μας ανθρώπους, είναι σωστοί ή χρειάζεται να επανεξεταστούν αργότερα, με περισσότερη ωριμότητα και ίσως περισσότερη ενσυναίσθηση.

‘Είναι μερικές φορές στη ζωή που κάνεις το άλμα και το παρελθόν  στο οποίο στεκόσουν γκρεμίζεται κάτω από τα πόδια σου, ενώ το μέλλον στο οποίο σκοπεύεις να προσγειωθείς δεν είναι ακόμα στη θέση του, και τότε, για μια στιγμή, μένεις μετέωρος και δεν ξέρεις τίποτα και κανέναν, ούτε καν τον εαυτό σου.’

Το ίδιο το σπίτι εμφανίζεται στην αφήγηση σαν  χαρακτήρας από μόνο του· ένας χαρακτήρας όμως που η εξουσία του παραμένει ασαφής. Για τα δύο αδέλφια είναι ο λόγος που οδήγησε τη μητέρα τους να τα εγκαταλείψει, ήταν το πρόσχημα για τον δεύτερο γάμο του πατέρα τους, ήταν τελικά η απαρχή όλων των δεινών για την οικογένεια. Οι γυάλινοι τοίχοι του μπορεί να επιτρέπουν να βλέπεις από τη μία άκρη του στην άλλη, αλλά η αλήθεια μέσα σ’ αυτούς τους τοίχους παρέμεινε κρυμμένη στις γωνίες του ή κρεμασμένη στα πορτρέτα στους τοίχους. Οι άνθρωποι της ιστορίας μεγαλώνουν, ωριμάζουν από τις εμπειρίες, αλλάζουν ‘…ντύνουμε το παρελθόν με το παρόν μας’, λέει ο Ντάνι σε μια σκηνή, ‘Κοιτάζουμε προς τα πίσω μέσα από το πρίσμα των όσων ξέρουμε τώρα, άρα δεν το βλέπουμε με τα μάτια του ανθρώπου που ήμασταν τότε, κι αυτό σημαίνει ότι το παρελθόν έχει αλλάξει ριζικά.’ αλλά, το σπίτι μένει σκόπιμα και δυσοίωνα όπως ήταν πάντα, δεν αλλάζει ποτέ. ‘Γιατί δεν έβλεπες απλώς μέσα στο Ολλανδέζικο Σπίτι· έβλεπες από τη μία άκρη του μέχρι την άλλη. Το σπίτι ήταν πιο στενό στη μέση, και το μεγάλο χολ έβγαζε κατευθείαν στο δωμάτιο που ονομάζαμε παρατηρητήριο, το οποίο είχε έναν τοίχο μόνο παράθυρα με θέα στον πίσω κήπο. Από το δρομάκι για το γκαράζ το βλέμμα σου μπορούσε ν’ ανέβει τα μπροστινά σκαλιά, να διασχίσει τη βεράντα, να διαπεράσει την εξώπορτα, να περιδιαβεί το μακρόστενο μαρμάρινο πάτωμα στο χολ, να μπει στο παρατηρητήριο και να διακρίνει λιγάκι ακόμα και τις πασχαλιές να λικνίζονται μακαρίως στον κήπο, στο πίσω μέρος του σπιτιού.’

Ann Patchett

Το ‘Ολλανδέζικο Σπίτι’  της Ανν Πάτσετ είναι ένα σύγχρονο παραμύθι, κατασκευασμένο από δοκιμασμένα, παραδοσιακά υλικά όπως ο αρχετυπικός μύθος της κακιάς μητριάς, η μητέρα με τα ανώτερα ιδανικά, η αδελφική αγάπη, η φτώχεια που δίνει τη θέση της στον πλούτο· όλα τους στοιχεία που επισημαίνουν και τις επιρροές της Πάτσετ από το έργο του Χένρυ Τζέϊμς. ‘Το στρίψιμο της βίδας’ και ‘Τα λάφυρα του Πόιντον’ είναι τα βιβλία που έχει στη βιβλιοθήκη της η Μέιβ και αφορούν ιστορίες με απούσες μητέρες και αποστασιοποιημένους πατέρες, με  τρομοκρατημένα παιδιά και μεγάλα σπίτια με έργα τέχνης.

Τα θεμελιώδη ερωτήματα της ζωής για την αγάπη, την εμπιστοσύνη, τη νοσταλγία, τους οικογενειακούς δεσμούς που λύθηκαν και τη δια βίου επίδραση της παιδικής εμπειρίας, αναμοχλεύονται σ’ αυτή την ιστορία αναγκάζοντας τον αναγνώστη να κοιτάξει το δικό του παιδικό παρελθόν κάτω από την οπτική του ενήλικα, ενώ η Πάτσετ δεν παραλείπει να απευθύνει και μια ερώτηση για τη μητρική ευθύνη · μια ερώτηση που μένει τελικά αναπάντητη.

Ένα Σχόλιο Προσθέστε το δικό σας

  1. Ο/Η Δέσποινα λέει:

    Ήθελα να το διαβάσω από όταν βγήκε το ’19. Βλέπω πως στο ελληνικό κοινό δεν έχει κάνει την αίσθηση που περίμενα, αλλά μου άρεσε πολύ η περιγραφή σας και η αναφορά στα αρχέτυπα των παραμυθιών. Το ξαναβάζω στη λίστα!

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.