Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ

στις

Η Αλγερινής καταγωγής Γαλλίδα συγγραφέας Αλίς Ζενιτέρ (Alice Zeniter, 1986 -) με το μυθιστόρημά της ‘Η τέχνη της απώλειας’ ταξιδεύει τον αναγνώστη στις πολυπλοκότητες και τις αντιφάσεις του οδυνηρού χωρισμού της Αλγερίας από τη Γαλλία καθώς και στις συνέπειες γι’ αυτούς που ακούσια παγιδεύτηκαν στο παρασκήνιο αυτού του χωρισμού.

Η βραβευμένη με το λογοτεχνικό βραβείο της εφημερίδας Le Monde και το βραβείο Goncourt των μαθητών λυκείου  ιστορία, επικεντρώνεται στην οικογένεια της αφηγήτριας που αναγκάστηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αλγερίας να εγκαταλείψει το βιός της στα βουνά της Καβυλίας και να ξεκινήσει μια νέα ζωή στη Γαλλία. Ο πατριάρχης της οικογένειας, ο Αλί, βρίσκεται από τη μια μέρα στην άλλη να θεωρείται από τους ομοεθνούς του ξένος, εχθρός και προδότης της χώρας του και γίνεται ένας Αρκί που αναζητά καταφύγιο στη Γαλλία· ένας πρόσφυγας, ένας φυγάς που παρόλο που πολέμησε στο πλευρό της Γαλλίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο εντούτοις ποτέ δεν αφομοιώθηκε από τη χώρα που τον υποδέχτηκε. Οι Αρκί (Harkis) αναγνωρίστηκαν ως ισότιμοι πολίτες στη Γαλλία μόλις το 2001 ενώ η Αλγερία ακόμη και σήμερα δεν τους επιτρέπει να επισκεφθούν τη χώρα.

Η Ναϊμά, η εγγονή του Αλί, γεννημένη και μεγαλωμένη στη Γαλλία γνωρίζει πολύ λίγα για τη χώρα της πατρικής καταγωγής της. Ο παππούς και ο πατέρας της δεν της μίλησαν ποτέ για την Αλγερία και η γιαγιά της, που θα μπορούσε να της μεταδώσει την ιστορία της οικογένειας, δεν μπορεί να επικοινωνήσει μαζί της αφού ποτέ δεν έμαθε γαλλικά. Για να συνθέσει την ιστορία της οικογένειάς της η Ναϊμά συνδυάζει τις όποιες αποσπασματικές πληροφορίες έχει από συζητήσεις των μελών της οικογένειας με πληροφορίες από βιβλία ιστορίας και το διαδίκτυο.

Μέσα από την καταγραφή της ζωής τριών γενεών – του παππού της, του πατέρα της και τη δική της – η Ναϊμά σηκώνει το πέπλο της σιωπής που καλύπτει την καταγωγή της για να μάθει για το παρελθόν της και να κατανοήσει το παρόν της. Γιατί σ’ αυτό το παρόν υπήρχε και υπάρχει πάντα η Αλγερία.

‘Φυσικά, αν έγραφα την ιστορία της Ναϊμά, δεν θα άρχιζε από την Αλγερία. Εκείνη γεννήθηκε στη Νορμανδία. Γι’ αυτό θα έπρεπε να μιλήσω.  Για τις τέσσερις κόρες του Χαμίντ και της Κλαρίς που παίζουν στον κήπο. Για τους δρόμους της Αλανσόν. Για τις διακοπές στο Κοτεντέν.

Αν όμως πιστέψουμε τη Ναϊμά, κάπου υπήρχε πάντα και η Αλγερία. Ήταν ένα άθροισμα από συστατικά στοιχεία : το μικρό της όνομα, το σκούρο δέρμα της, τα μαύρα μαλλιά της, οι Κυριακές στο σπίτι της Γιεμά. Αυτά είναι μια Αλγερία που δεν μπόρεσε ποτέ να ξεχάσει, αφού τα κουβαλούσε μέσα της και πάνω στο πρόσωπό της. Αν κάποιος της έλεγε ότι αυτό για το οποίο μιλάει δεν είναι σε καμία περίπτωση η Αλγερία, ότι είναι δείκτες μιας μετανάστευσης από το Μαγκρέμπ στη Γαλλία, όπου εκείνη αντιπροσωπεύει τη δεύτερη γενιά (λες και οι άνθρωποι δεν σταματάνε ποτέ να μεταναστεύουν, λες και βρίσκεται και η ίδια σε διαρκή κίνηση), ενώ η Αλγερία είναι μια πραγματική χώρα με φυσική υπόσταση στην άλλη πλευρά της Μεσογείου, η Ναϊμά θα το σκεφτόταν ίσως μια στιγμή και έπειτα θα παραδεχόταν πως ναι, έτσι είναι, η άλλη Αλγερία, η πατρίδα, δεν άρχισε να υπάρχει  γι’ αυτή παρά μόνο πολύ αργότερα, τη χρονιά που έκλεισε τα είκοσι εννιά.

Για να γίνει αυτό, θα χρειαστεί το ταξίδι. Θα χρειαστεί να δει από τη γέφυρα του πλοίου να εμφανίζεται το Αλγέρι για να μπορέσει η χώρα να αναδυθεί από τη σιωπή που είχε σκεπάσει καλύτερα κι από την πιο πυκνή ομίχλη.

Χρειάζεται χρόνος για να κάνεις να αναδυθεί μια χώρα από τη σιωπή, κυρίως η Αλγερία. Η έκτασή της είναι 2.381.741  τετραγωνικά χιλιόμετρα, πράγμα που την κάνει να είναι η δέκατη μεγαλύτερη χώρα του κόσμου, η πρώτη στην αφρικανική ήπειρο και τον αραβικό κόσμο· το 80% αυτής της έκτασης το καταλαμβάνει η Σαχάρα. Αυτό η ΝαΪμά το ξέρει από τη Βικιπαίδεια, όχι από οικογενειακές αφηγήσεις, ούτε επειδή έχει οργώσει το έδαφος της Αλγερίας. Το να καταντάς να ψάχνεις στη Βικιπαίδεια πληροφορίες για μια χώρα από την οποία υποτίθεται ότι κατάγεσαι σημαίνει ότι ίσως να υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Μπορεί ο Μωχάμεντ να έχει δίκιο. Αν είναι έτσι, η ιστορία δεν αρχίζει από την Αλγερία.

Ή μάλλον ναι, αλλά όχι από τη Ναϊμά.’

Η Ζενιτέρ έχει δομήσει το βιβλίο της σε τρία κεφάλαια. Στο πρώτο επικεντρώνεται στον Αλί, τον πατριάρχη της οικογένειας, που υπήρξε μια αξιοσέβαστη φιγούρα στο απομακρυσμένο γενέθλιο χωριό του στην Καβυλία. Ο Αλί – που πολέμησε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Γάλλων – ζούσε στο χωριό του μια άνετη ζωή έχοντας γύρω του ανθρώπους που τον σεβόντουσαν και βασιζόντουσαν σ’ αυτόν για τη διαβίωσή τους. Αποσκοπώντας στην απόκτηση αρσενικού διαδόχου παντρεύτηκε για τρίτη φορά. Η νέα νύφη που ήταν μόλις δεκατεσσάρων χρόνων, του χάρισε μια μεγάλη οικογένεια και τον στήριξε μέχρι το τέλος της ζωής του∙ η Γιέμα, η μάνα,  η κοντούλα στρογγυλοπρόσωπη, γελαστή γυναίκα του Αλί που έφυγε χωρίς διαμαρτυρίες από το σπίτι της για να φυτευτεί σε μια χώρα που την υποδέχτηκε σαν βάρος. Παρόλο που η Γιέμα γέννησε τα περισσότερα από τα δέκα παιδιά της στη Γαλλία, ποτέ δεν έμαθε να μιλάει γαλλικά, ποτέ δεν εγκατέλειψε τα έθιμα της θρησκείας της και παρέμεινε για πάντα συναισθηματικά αγκυροβολημένη την Αλγερία.

H βίαιη κατάκτηση της Αλγερίας από τους Γάλλους, 4 Ιουλίου 1830 | Πηγή : cdha.fr

Εγκλωβισμένος από τις πιέσεις και τις απειλές για τη ζωή των μελών της οικογένειάς του τόσο από τους Αλγερινούς επαναστάτες όσο και από τους Γάλλους, ο Αλί αναγκάστηκε να διαφύγει στη Γαλλία το 1962 με τη Γιέμα και τα τρία τους παιδιά. Η τελευταία φορά που ο Αλί είδε την Αλγερία ήταν μέσα από το πλοίο που τους απομάκρυνε από τον κίνδυνο. Η Γαλλία που τους υποδέχτηκε όμως δεν είχε τίποτα κοινό με αυτό που εκείνοι πίστευαν και προσδοκούσαν. Δεν θεωρούνταν Γάλλοι, αλλά πρόσφυγες. Η οικογένεια βρέθηκε φυλακισμένη σε μια δομή μεταναστών, ένα άθλιο στρατόπεδο, χωρίς χρήματα, με αδυναμία επικοινωνίας και άδηλο μέλλον για να μεταφερθεί μετά από λίγο καιρό σ’ ένα συγκρότημα εργατικών κατοικιών που βρισκόταν σε μια γειτονιά όπου οι περισσότεροι Γάλλοι δεν άφηναν τα παιδιά τους να πλησιάσουν. Ο περήφανος Αλί που ήταν συνηθισμένος να διευθύνει ένα σμάρι άντρες, εργάτες κι αδέλφια στα λιόφυτα της Καβυλίας, παρόλο που κατέληξε να εργάζεται εργάτης σε ένα εργοστάσιο αισθανόταν εντελώς άχρηστος για την οικογένειά του. Δεν μπορούσε να συνεισφέρει πολλά στη φροντίδα τους, και ήταν απόλυτα  εξαρτημένος από τις κοινωνικές παροχές των Γάλλων.

Στο δεύτερο κεφάλαιο η Ζενιτέρ παρατηρεί την εξέλιξη του μεγάλου γιού του Αλί,  του Χαμίντ. Ο Χαμίντ έκανε τα πάντα για να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, έμαθε τη γλώσσα, προσπάθησε να συνδεθεί κοινωνικά ενώ ταυτόχρονα απομακρυνόταν από τους γονείς τους και την ιστορία τους. Η χωρίς προοπτική κατάσταση της οικογένειας, οι τραυματικές εμπειρίες της παιδικής του ηλικίας και το στίγμα της προδοσίας που ακολουθεί τον πατέρα του – και κατά συνέπεια όλη την οικογένεια – τον έκαναν να αισθάνεται περιθωριοποιημένος και να θέλει να ξεφύγει με τον μόνο τρόπο που ήξερε,  θάβοντας δηλαδή το παρελθόν πίσω από ένα αδιαπέραστο τείχος σιωπής. Στη γυναίκα του μίλησε αποσπασματικά για την Αλγερία κι αυτό μόνο όταν αναγκάστηκε να το κάνει – άλλωστε τι να πει; Κι αυτός μισές κουβέντες κληρονόμησε από τον πατέρα του. Στις κόρες του δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους αναγκάστηκαν να φύγουν από την Καβυλία, ενώ τις συμβούλευε να αποφεύγουν να απαντούν όταν τις ρωτούν πότε ήρθε η οικογένεια στη Γαλλία – αφού οι Αλγερινοί που διέφυγαν από την οργή των επαναστατών και έφτασαν στη Γαλλία το 1962 ήταν για πάντα στιγματισμένοι σαν προδότες.

Το τρίτο μέρος  του βιβλίου επικεντρώνεται στη Ναϊμά και στη στιγμή εκείνη της ζωής της που αποφασίζει να ανακαλύψει το παρελθόν της οικογένειας, να αντιμετωπίσει τις δυσάρεστες αλήθειες, να αναγνωρίσει τη γενιά της, να συμβιβαστεί με την πολυπλοκότητα και τις ασάφειες της ζωής και να ελευθερωθεί από την ντροπή και τα ερωτηματικά του παρελθόντος.

Η Ζενιτέρ με έναν απλό, ανθρώπινο και ταυτόχρονα συγκρατημένο τρόπο φωτίζει την ιστορία της γαλλικής κατοχής της Αλγερίας εστιάζοντας στις συνέπειες που είχε αυτός ο ηθικά περίπλοκος πόλεμος σε όσους βρέθηκαν εγκλωβισμένοι ανάμεσα στους επαναστάτες και τα αντίποινα των κατακτητών. Η τέχνη της απώλειας αφορά στην προσφυγιά και το πώς η εμπειρία της επιδρά στις επόμενες γενιές αλλά είναι αναμφίβολα και ένας διαλογισμός για την απώλεια της πατρίδας αφού Μπορείς να κατάγεσαι από μια χώρα χωρίς να της ανήκεις. Υπάρχουν πράγματα που χάνονται… Μπορούμε να χάσουμε και μια πατρίδα’.

‘Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.

Τόσα πολλά πράγματα μοιάζουν αποφασισμένα           

να χαθούν που η απώλειά τους καταστροφή δεν είναι.

Χάνε κάτι κάθε μέρα. Αποδέξου το νευρίασμα               

των χαμένων κλειδιών, της κακοξοδεμένης ώρας.       

Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.

Ύστερα εξασκήσου να χάνεις περισσότερα, να χάνεις

γρηγορότερα: τόπους κι ονόματα, και το πού σκόπευες

να ταξιδέψεις. Τίποτα απ’ αυτά καταστροφή δεν φέρνει.

Έχασα της μητέρας το ρολόι. Και κοίτα! Το τελευταίο,       

ή το προτελευταίο από τρία αγαπημένα σπίτια πάει.    

Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.

Έχασα δυο πόλεις, αξιολάτρευτες. Και, ακόμη πιο τεράστιους

κάποιους δικούς μου κόσμους, δυο ποταμούς, μιαν ήπειρο.

Μου λείπουν, μα δεν ήταν δα καταστροφή.

(Ελίζαμπεθ Μπίσοπ)

Το βιβλίο ‘Η τέχνη της απώλειας’ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ σε ωραία μετάφραση στα ελληνικά από την  Έφη Κορομηλά.

Ένα Σχόλιο Προσθέστε το δικό σας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.