ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΒΑΡΕΛΙ και άλλες ιστορίες

στις

Ο Μπέρναρντ Μάλαμουντ (Bernard Malamud, 1914-1986) γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, από γονείς μετανάστες, προερχόμενους από τη Ρωσία,  οι οποίοι διατηρούσαν ένα μικρό παντοπωλείο στο Μπρούκλιν. Στα δεκαπέντε του χρόνια έχασε τη μητέρα του και μέχρι να φύγει για σπουδές έζησε με τον πατέρα του, τη θετή του μητέρα και τον αδελφό του ο οποίος νοσηλευόταν συχνά σε ψυχιατρεία. Αυτό είναι το περιβάλλον στον οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε ο μεγάλος συγγραφέας, ένα περιβάλλον δύσκολο αλλά ταυτόχρονα γενναιόδωρο αφού του έδωσε άφθονο υλικό και έμπνευση για το λογοτεχνικό του έργο. Ιδιοφυής συγγραφέας 8 μυθιστορημάτων, ο Μάλαμουντ συνέδεσε τη λογοτεχνική του πορεία στενά με τη συγγραφή διηγημάτων τα οποία ξεκίνησε να γράφει το 1940 και συνέχισε μέχρι το θάνατό του το 1986 αφήνοντας πίσω του ένα πλούσιο έργο 55 ιστοριών.

Τα πρώτα  25 από αυτά  τα διηγήματα, ταξινομημένα με σειρά συγγραφής από το 1940 μέχρι το 1963, εκδόθηκαν από τις εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ το 2020 μεταφρασμένα από την Σταυρούλα Αργυροπούλου σε ένα τόμο με τον τίτλο ‘Το Μαγικό Βαρέλι και άλλες ιστορίες’.

Τα διηγήματα αυτής της έκδοσης κυμαίνονται από φανταστικά παραμύθια έως πιο ρεαλιστικές αφηγήσεις αλλά και άλλες στις οποίες το φανταστικό και το ρεαλιστικό αναμιγνύονται με διφορούμενο τρόπο.  Ο Μάλαμουντ στις ιστορίες του επικεντρώνεται στη λεγόμενη εβραϊκή εμπειρία – κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ιταλία – και παρουσιάζει τους Εβραίους περισσότερο σαν μια ενσάρκωση των πολύπλοκων ηθικών εμπειριών του πόνου, της ευθύνης και της αγάπης παρά σαν ρεαλιστικούς εκπροσώπους μιας συγκεκριμένης εθνικής και κοινωνικής κατάστασης. Οι χαρακτήρες του είναι απλοί, καθημερινοί βιοπαλαιστές, μπακάληδες, τσαγκάρηδες, ράφτες, ραβίνοι, σερβιτόρες, εισπράκτορες αλλά και φοιτητές που σπουδάζουν να γίνουν ραβίνοι, μεθυσμένοι άγγελοι και καλοπροαίρετοι γείτονες, που αγωνίζονται να ξεπεράσουν τη φτώχεια τους και σκοντάφτουν από τη μία αναποδιά στην άλλη. Δουλεύοντας αφαιρετικά ο Μάλαμουντ ακολουθεί το μονοπάτι της σύγκρουσης ανάμεσα στη μνήμη, τον πολιτισμό και την πίστη για να μπορέσει να λύσει τους κόμπους της ζωής αυτών των χαρακτήρων.

Ο Μάλαμουντ έχει επαινεθεί για την ειρωνική αλλά συμπονετική απεικόνιση του ανθρώπου που βιώνει τα διλήμματα και τις αντιξοότητες της ζωής,  και η συμπόνια με την οποία απεικονίζει κάθε δυστυχή ήρωά του είναι χαρακτηριστική στο έργο του.  Όλοι οι χαρακτήρες του έχουν κοινό αναγνωριστικό, τα βάσανά τους. Ο Εβραίος, ως σύμβολο, αντιπροσωπεύει το πανόραμα του πόνου καθώς η ιστορία του είναι γεμάτη από διωγμούς και εγκλήματα όπως αυτά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. «Το Μαγικό Βαρέλι», η ιστορία του τίτλου της συλλογής – που κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου το 1959 -, μπορεί να θεωρηθεί χαρακτηριστική της συμβολικής γραφής του Μάλαμουντ. Θεματικά η ιστορία συνδυάζει τα τραγικά με τα κωμικά στοιχεία ενώ παράλληλα συνταιριάζει τη φαντασία με τον ρεαλισμό. Χρησιμοποιώντας μια αρχετυπική φιγούρα, ο συγγραφέας επικεντρώνεται στην κρίση ταυτότητας ενός χαρακτήρα που δεν μπορεί να δει καθαρά τον πραγματικό του εαυτό. Στο ‘Μαγικό Βαρέλι’  ο βασικός χαρακτήρας είναι ο Λίο Φίνκλ· ένας νεαρός άνδρας που σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης για να γίνει ραβίνος. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του έχει απομακρυνθεί από την κοινωνική ζωή και τώρα που μια σύζυγος θα τον βοηθούσε να διοριστεί πιο εύκολα αναγκάζεται να προσφύγει σε έναν προξενητή για να του βρει νύφη.  Ο προξενητής, ο Σάλτσμαν, είναι εν μέρει φανταστική φιγούρα, καθώς μιλάει για ένα γραφείο κάπου στον αέρα και ένα βαρέλι γεμάτο όμορφες υποψήφιες συζύγους από τις οποίες ο Λίο μπορεί να επιλέξει. 

‘Ο προξενητής εμφανίστηκε μια νύχτα στο σκοτεινό πλατύσκαλο του τέταρτου πατώματος σ’ εκείνο το πέτρινο κτίριο με τα ενοικιαζόμενα δωμάτια όπου έμενε ο Φινκλ, κρατώντας σφιχτά στο χέρι του έναν μαύρο χαρτοφύλακα δεμένο με κορδέλες και φθαρμένο απ’ την πολλή χρήση. Ο Σάλτσμαν, που έκανε πολύ καιρό αυτή τη δουλειά, είχε σκαρί λεπτό και αξιοπρεπή εμφάνιση, και φορούσε ένα παλιό καπέλο και ένα πανωφόρι που τουέπεφτε πολύ στενό και κοντό για τα μέτρα του. Ήταν ολοφάνερο πως ανάδινε ψαρίλα, μια που του άρεσε να τρώει ψάρια, και μολονότι του έλειπαν κάμποσα δόντια, η παρουσία του δεν ήταν αποκρουστική, λόγω των ευγενικών του τρόπων που έρχονταν σε παράξενη αντίθεση με τα θλιμμένα μάτια του. Η φωνή του, τα χείλη του, το γενάκι του, τα κοκαλιάρικα δάχτυλά του έσφυζαν από ζωή, έφτανε όμως μια στιγμή χαλάρωσης, και τα γλυκά γαλάζια μάτια του φανέρωναν μια βαθιά θλίψη, ένα χαρακτηριστικό που έκανε τον Λίο να νιώθει κάποια άνεση, έστω κι αν για τον ίδιο η κατάσταση ήταν από μόνη της τεταμένη.’

Όπως σε πολλές ιστορίες του Μάλαμουντ, ο Λίο ξυπνά ξαφνικά από το βύθισμά του στις σπουδές του και βρίσκεται μπροστά στην οδυνηρή συνειδητοποίηση ότι του λείπει η αγάπη στη ζωή του, τόσο η ανθρώπινη όσο και η πνευματική. Μόνη του παρηγοριά ‘ότι ήταν ένας Εβραίος, και ένας Εβραίος υπέφερε’. Όπως και στις περισσότερες από τις ιστορίες του έτσι και στο ‘Μαγικό Βαρέλι’ ο Μάλαμουντ καταλήγει την ιστορία με μια έκρηξη συναισθηματική που αποδίδεται με τη χρήση μιας μεταφορικής αφήγησης. Η μαγεία κατακλύζει τους ήρωες και δίνει χρώμα στη γκρίζα ζωή τους. Ο Λίο τρέχει να προσφέρει λουλούδια στη γυναίκα των ονείρων του ενώ ο Σάλτσμαν ψέλνει προσευχές για τους νεκρούς!

Τα περισσότερα από τα διηγήματα της συλλογής αυτής έχουν θρησκευτικές προεκτάσεις, αλλά η εκδοχή του Μάλαμουντ για τη θρησκεία είναι σίγουρα ηθική και όχι μυστικιστική. Οι χαρακτήρες του συνήθως βρίσκονται σε σημεία καμπής στη ζωή τους, αντιμέτωποι με ηθικά σημαντικές αποφάσεις, και συμβολικά είτε σώζονται είτε καταδικάζονται ανάλογα με τις αποφάσεις που παίρνουν. Στο διήγημα ‘Ο Άγγελος Λεβίν’ ο Μάλαμουντ γράφει την εμπειρία ενός σύγχρονου Ιωβ, ο οποίος πρέπει να πιστέψει ότι ένας μαύρος άνδρας που γυρίζει στα μπαρ του Χάρλεμ είναι ένας άγγελος σταλμένος από τον Θεό για να τον βοηθήσει. Ο Μανισέβιτς έχει χάσει  την επιχείρησή του από πυρκαγιά, έχει χάσει τον γιό του στον πόλεμο, η κόρη του έχει εξαφανιστεί και η γυναίκα του είναι βαριά άρρωστη.  Ο ίδιος ταλαιπωρείται από έναν εξουθενωτικό σωματικό πόνο που δεν του επιτρέπει να εργάζεται για πάνω από δύο ώρες. Μέσα σε όλη αυτή τη δυστυχία προσφεύγει στην προσευχή και ζητά από το Θεό να τον βοηθήσει.

‘Μέσα σ’ όλες του τις δοκιμασίες ο Μανισέβιτς παρέμενε κατά κάποιο τρόπο στωικός, χωρίς σχεδόν να πιστεύει ότι όλα αυτά έπεσαν στο δικό του το κεφάλι, σαν, ας πούμε, να συνέβαιναν σε κάποιο γνωστό του ή έναν μακρινό συγγενή του. Όλα αυτά ήταν, αλίμονο, ακατανόητα στο μεγαλύτερο μέρος τους. Ήταν επίσης γελοία, άδικα· και επειδή εκείνος υπήρξε πάντα ένας θρήσκος άνθρωπος, συνιστούσαν και προσβολή προς τον Θεό. Μέσα σ’ όλα του τα βάσανα, αυτό πίστευε ο Μανισέβιτς. Όταν το φορτίο του έγινε συντριπτικά βαρύ για να μπορεί να το κουβαλήσει, αυτός καθισμένος στην καρέκλα του προσευχήθηκε με κλειστά τα βαθουλωμένα μάτια του: «Καλέ μου Θεέ, αγαπημένε μου, άξιζε να μου συμβεί εμένα αυτό το πράγμα;». Έπειτα αναγνωρίζοντας πόσο μάταιο ήταν αυτό, άφησε κατά μέρος τα παράπονα και προσευχήθηκε ταπεινά ζητώντας βοήθεια: «Δώσε στη Φάνι την υγειά της, κι όσο για μένα, κάνε να μην πονάω σε κάθε μου βήμα. Βόηθα σήμερα γιατί αύριο θα ‘ναι πολύ αργά». Και τον Μανισέβιτς τον πήραν τα κλάματα.’

Η βοήθεια έρχεται στο πρόσωπο ενός μαύρου με ατημέλητη εμφάνιση που εμφανίζεται στο καθιστικό του Μανισέβιτς και ισχυρίζεται ότι είναι άγγελος και το όνομά του είναι Αλεξάντερ Λεβίν. Μπερδεμένος ο Μανισέβιτς αμφισβητεί την ταυτότητα του επισκέπτη του αφού δεν μπορεί να συνδυάσει μέσα του το χρώμα του δέρματος και το εβραϊκό όνομα. Ο Λεβίν φεύγει λέγοντας ότι μπορεί να βοηθήσει μόνο αν ο Μανισέβιτς πιστέψει σ’ αυτόν.  Όταν η υγεία της συζύγου του επιδεινώνεται ο Μανισέβιτς στην απελπισία του στρέφεται στη μόνη βοήθεια που του προσφέρθηκε ποτέ και αναζητά τον Λεβίν ο οποίος ανταποκρίνεται. Η υγεία της γυναίκας του αποκαθίσταται, οι πόνοι του ίδιου του Μανισέβιτς εξαφανίζονται κι εκείνος περιχαρής αναφωνεί ‘Έγινε κάτι υπέροχο, Φάνι. Πίστεψέ με, υπάρχουν Εβραίοι παντού’.

Είναι βέβαιο ότι η εβραϊκή ταυτότητα κυριαρχεί μέσα του παρόλα αυτά όμως ο Μάλαμουντ δεν περιορίζεται σε μια απλή θρησκευτική έκφραση, αλλά προβληματίζεται και για την έννοια του πεπρωμένου, βλέποντας σ’ αυτό άλλοτε την έκφραση μιας θεϊκής παρέμβασης και άλλοτε αυτή μιας ατομικής βούλησης που στέκεται απέναντι στους κοινωνικούς περιορισμούς. Στις περισσότερες από τις ιστορίες του το ερώτημα που φαίνεται να τον απασχολεί είναι το ποιος τελικά αποφασίζει πραγματικά για τη μοίρα του. Στο διήγημα ‘Προηγούνται οι ηλίθιοι’ ο ηλικιωμένος Μέντελ πρέπει να βρει επειγόντως τριάντα πέντε δολάρια για να αγοράσει το εισιτήριο του τρένου που θα στείλει τον γιό του Άιζακ, που νοητικά έχει μείνει σε μικρή ηλικία, σε έναν θείο του που θα μπορεί να τον συντηρήσει. Ο εξαθλιωμένος από τη φτώχια και τα βάσανα Μέντελ γυρίζει με αγωνία σε όποιον μπορεί να του προσφέρει αυτή τη βοήθεια· μια βοήθεια που όμως δεν βρίσκει πουθενά. Μπροστά του εμφανίζεται ο Γκίνσμπουργκ, η προσωποποίηση του θανάτου, που απειλεί τις προσπάθειες του δύστυχου Μέντελ. Ο Μέντελ δεν είναι διατεθειμένος να δεχτεί τον θάνατό του αν δεν εξασφαλίσει πρώτα την ασφάλεια του Άιζακ και με μια απόγνωση που ο Μάλαμουντ αποδίδει συγκλονιστικά πολεμάει τον ίδιο το θάνατο και στέλνει τον γιό του στην ασφάλεια.

‘«Τι είχα εγώ σ’ όλη μου τη ζωή;» κραύγασε ο Μέντελ και το κορμί του έτρεμε. «Ήμουν φτωχός. Υπέφερα με την υγεία μου. Όταν δούλευα, δούλευα πολύ σκληρά. Όταν δεν δούλευα, ήταν ακόμη χειρότερα. Η γυναίκα μου πέθανε πάνω στα νιάτα της. Εγώ όμως δεν σου ζήτησα τίποτα για κανέναν. Τώρα σου ζητώ μια μικρή χάρη. Δείξε καλοσύνη, κύριε Γκίνζμπουργκ.»’

Bernard Malamud

Ο Μάλαμουντ με τα διηγήματά του – που είναι γεμάτα ηθικές ανησυχίες – εξοικειώνει τους αναγνώστες του με την εβραϊκή κουλτούρα χρησιμοποιώντας μια γλώσσα απλή, καθημερινή στην οποία εμφανίζονται συχνά λέξεις από τα γίντις που κάνουν την αφήγηση πιο αυθεντική. Κάθε ιστορία σκιαγραφεί μια ευκαιρία για μια καλύτερη μέρα μέσα από το γάμο ενός παιδιού, ένα ταξίδι, έναν έρωτα, την πρόοδο μέσα από το διάβασμα, την υποστήριξη από ένα φίλο, την πίστη στο Θεό. Και όλοι οι ήρωες αγωνίζονται να παρακάμψουν τα εμπόδια και να τιμήσουν τη ζωή τη δική τους ή των αγαπημένων τους. Με ένα ανυποχώρητο χιούμορ που συχνά εναλλάσσεται με τον θρήνο ο συγγραφέας καταγράφει την αποφασιστικότητα που διακρίνει τους ήρωές του να ζήσουν παρά τις αντιξοότητες, να παραμείνουν όρθιοι ακόμα και αν δεν υπάρχει καμία  ελπίδα.

Υπέροχος ζωγράφος των δοκιμασιών της ανθρώπινης ψυχής ο Μάλαμουντ σκιαγραφεί τους ήρωές του με λίγες προτάσεις και με ένα χιούμορ τόσο σκοτεινό όσο και λεπτό, τους βάζει μπροστά στις ενοχές τους και τις ανθρώπινες ευθύνες τους εκφράζοντας δυναμικά τη μοναξιά τους αλλά και την ακαταμάχητη θέλησή τους να διορθώσουν τα συντρίμμια της ζωής τους.

Είναι σίγουρο ότι όσοι αναγνώστες απολαύσουν αυτή τη συλλογή διηγημάτων θα περιμένουν ανυπόμονα και την έκδοση με τα υπόλοιπα.

Ένα Σχόλιο Προσθέστε το δικό σας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.