ΤΑ ΑΓΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΕΛ

στις

Ο Κόλσον Γουάιτχεντ (Colson Whitehead, Νέα Υόρκη 1969-) έγινε γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό το 2018 με το βιβλίο του Υπόγειος Σιδηρόδρομος’ που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ και έχει σαν θέμα του τη δουλεία και τη φυλετική καταπίεση· ένα παλιό και επώδυνο θέμα σε σύγχρονη αναδιατύπωση. Με το βιβλίο του ‘Τα αγόρια του Νίκελ’ επανέρχεται σ’αυτή τη σελίδα της αμερικανικής ιστορικής αδικίας που στέρησε και εξακολουθεί να εξαιρεί κάποιους από την ισοτιμία, τη δικαιοσύνη και το έλεος.

Το πολυβραβευμένο μυθιστόρημα  ‘Τα αγόρια του Νίκελ’ (Pulitzer 2020, Kirkus Prize 2019, National Book Award 2019) είναι τόσο γεμάτο με σκληρότητα, αδικία και εγκατάλειψη, που μερικές φορές πρέπει να σταματάς το διάβασμα για να μπορέσεις να αναπνεύσεις. Ένα βιβλίο εύκολα αναγνώσιμο με βαρύ όμως πολιτικό και συναισθηματικό περιεχόμενο. Η ρεαλιστική γραφή του Whitehead, αλλά και τα μηνύματα που επιδιώκει να μεταφέρει στον αναγνώστη προοικονομούνται και από την εναρκτήρια πρόταση του βιβλίου: ‘Ακόμη και νεκρά τα αγόρια δημιουργούσαν προβλήματα’.

Αφορμή γι’ αυτό το βιβλίο ήταν η αποκάλυψη της φρίκης που βίωσαν εκατοντάδες αγόρια στο Dozier School στη Φλόριντα. Το Dozier School – που αναφέρεται σαν αναμορφωτήριο ή σχολείο ή ακαδημία Νίκελ στο βιβλίο – λειτούργησε  για πάνω από 100 χρόνια  παρά τις φήμες που κυκλοφορούσαν κατά καιρούς για κακοποιήσεις, βασανιστήρια και δολοφονίες τροφίμων από το προσωπικό του ιδρύματος.  Μετά το κλείσιμο αυτού του κολαστηρίου το 2011 και την ανακάλυψη πολλών αταυτοποίητων τάφων, αρκετοί από τους επιζώντες τρόφιμους κατέθεσαν δημόσια τις εμπειρίες τους για τον σωματικό πόνο, την ψυχική αγωνία, τον φόβο και τον τρόμο που βίωσαν εκεί και τους ακολουθούν μέχρι σήμερα.

Στο βιβλίο ‘Τα αγόρια του Νίκελ’ ο συγγραφέας, σαν φόρο τιμής στη μνήμη αυτών των ανθρώπων, συνθέτει την ιστορία του βασικού του χαρακτήρα, ενός έξυπνου και γενναίου αγοριού που εμπνέεται από τις ομιλίες του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και προσπαθεί να ζήσει σύμφωνα με τα ιδανικά του. Παίρνοντας στοιχεία από τις ιστορίες των επιζώντων, ο συγγραφέας δημιουργεί ένα μοναδικό λογοτεχνικό ήρωα· τον Έλγουντ Κέρτις.

Ο Έλγουντ  μεγάλωσε σε μια σκληρή γειτονιά, μακριά από τους γονείς του, με τη γιαγιά του, η οποία εργαζόταν σαν καθαρίστρια σε ένα ξενοδοχείο. Η γιαγιά Χάριετ που είδε τον πατέρα της να πεθαίνει στη φυλακή γιατί μια λευκή κυρία στο κέντρο τον κατηγόρησε ότι δεν έκανε στην άκρη όταν εκείνη περνούσε από το πεζοδρόμιο. Υπεροπτική επαφή, όπως το όριζαν οι νόμοι του Τζιμ Κρόου. Έτσι γινόταν τον παλιό καιρό., παίρνει καθημερινά τον εγγονό της στο ξενοδοχείο για να τον προσέχει. Όσο η γιαγιά του εργάζεται εκείνος κάθεται στην κουζίνα του ξενοδοχείου κρυφοκοιτάζοντας το εστιατόριο και αναρωτώμενος πότε θα δει τον πρώτο μαύρο πελάτη να κάθεται σε ένα από τα τραπέζια. Μελετά τα μαθήματά του με πάθος, ενώ ταυτόχρονα εργάζεται στο κοντινό καπνοπωλείο με συνέπεια και αφοσίωση.  Ο Έλγουντ είναι άνθρωπος με ισχυρή ηθική πυξίδα και σε αντίθεση με άλλα αγόρια γύρω του θέλει να γίνει καλύτερος, να προχωρήσει, να ζήσει με τιμή και αξιοπρέπεια.  Ακούει ξανά και ξανά τον δίσκο που του έκαναν δώρο τα Χριστούγεννα του 1962, με τη θρυλική ομιλία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στο Ζάιον Χιλ που δίνει φωνή σε αυτά που σκέφτεται, που πιστεύει και για τα οποία αγωνίζεται.

‘Πρέπει να πιστέψουμε στην ψυχή μας ότι είμαστε κάτι, ότι είμαστε σημαντικοί, ότι είμαστε άξιοι και πρέπει να περπατάμε στον δρόμο της ζωής κάθε μέρα με αυτή την αίσθηση αξιοπρέπειας και αυτή την αίσθηση ότι είμαστε κάποιοι.’

Με την παρότρυνση ενός καθηγητή του αποφασίζει να παρακολουθήσει κάποια δωρεάν μαθήματα σε ένα κολλέγιο της περιοχής. Μια παρανόηση για ένα κλεμμένο αυτοκίνητο όμως τον στέλνει στο Νίκελ να παλεύει για την επιβίωσή του χωρίς όμως ποτέ να χάσει την πίστη και την αφοσίωσή του στις αξίες του.

Στο Νίκελ ο Έλγουντ ενημερώνεται για τους κανόνες και κάνει ό,τι μπορεί για να τους ακολουθήσει και να βγει γρήγορα από αυτή την περιπέτεια ώστε να επανασυνδεθεί με την προηγούμενη ζωή του και τα όνειρά του. Αυτό που αγνοεί όμως είναι ότι από τη στιγμή που κάποιος δρασκελίζει την πύλη του Νίκελ χάνονται αυτομάτως όλες οι δυνατότητες επιστροφής και επανασύνδεσης. Πολύ σύντομα και με οδυνηρό τρόπο αντιλαμβάνεται ότι το Νίκελ δεν είναι το μέρος που λειτουργεί με επιβραβεύσεις αλλά με βασανιστήρια και είναι αυτή η ανατροπή της έννοιας της έννομης τάξης όπως την είχε στο μυαλό του μέχρι εκείνη τη στιγμή που δεν μπορεί να αντέξει.

Ο Τέρνερ είναι ένας από τους πρώτους μαθητές που συναντά ο Έλγουντ στο Νίκελ και ο πρώτος που προσπάθησε να τον ξαρματώσει από τις πεποιθήσεις και τα ιδανικά του. ‘Το κλειδί εδώ μέσα είναι το ίδιο μ’ αυτό που χρειάζεται για να επιβιώσεις εκεί έξω – πρέπει να βλέπεις πώς φέρονται οι άνθρωποι και μετά πρέπει να καταλάβεις πώς να τους παρακάμψεις σαν εμπόδιο σε αγώνα δρόμου’.

Σε αντίθεση με τον Έλγουντ, ο Τέρνερ είναι εξασκημένος στο να παρακολουθεί, να μαθαίνει και να κρατάει τον εαυτό του μακριά από τα προβλήματα όσο το δυνατόν περισσότερο. Όμως, καθώς γίνεται όλο και πιο φανερό ότι η παραμονή τους στο Νίκελ θα μπορούσε να τους οδηγήσει στο θάνατο, ο Τέρνερ αρχίζει να αποκτά ένα τρόπο σκέψης εξίσου επικίνδυνο με εκείνον του Έλγουντ. Οι αρχικές αντιθέσεις τους δίνουν σιγά σιγά τη θέση τους στην εμπιστοσύνη και το όνειρο της διαφυγής από τον εφιάλτη του Νίκελ μεταφέρει αυτή τη φιλία σε ένα νέο επίπεδο με σοβαρές επιδράσεις στους ενήλικες χαρακτήρες.

Ο Whitehead απεικονίζει τη φρικτή εικόνα ενός σχολείου που χρησιμοποιεί απάνθρωπες διαδικασίες οι οποίες μπορούν να σπάσουν κάθε ανθρώπινο πνεύμα και ελπίδα για το μέλλον και αποτυπώνει αυτή τη βαναυσότητα σε αρκετά επεισόδια· στον τρόπο που τιμωρείται ο Έλγουντ, στο τέχνασμα του Τέρνερ που προτιμά να φάει σαπούνι για να αρρωστήσει, στις επισκέψεις στο Εργοστάσιο Παγωτού που το έλεγαν έτσι ‘γιατί έβγαινες από κει με μελανιές κάθε χρώματος’, στους στημένους αγώνες μποξ με την τραγική κατάληξη του διαγωνιζόμενου, στα στοιχειώδη γεύματα που παραχωρούνται στα παιδιά αφήνοντάς τα πεινασμένα ενώ οι προμήθειες πωλούνται προς όφελος των υπαλλήλων.  Αλλά το χειρότερο είναι ο τρόπος με τον οποίο το Νικέλ δουλεύει στο μυαλό των τροφίμων του, έτσι ώστε μετά από μερικούς μήνες εκεί, ο Έλγουντ θεωρεί τον εαυτό του «κατεστραμμένο».

‘Η λωρίδα είχε μήκος ένα μέτρο και μια ξύλινη λαβή, και την έλεγαν Μαύρη Καλλονή πριν και από την εποχή του Σπένσερ, παρόλο που αυτή που κρατούσε στο χέρι του δεν ήταν η αρχική : κάθε τόσο έπρεπε να την επισκευάζουν ή να την αλλάζουν. Το δέρμα χτυπούσε το ταβάνι προτού χτυπήσει τα πόδια σου, για να σου πει ότι ερχόταν, και τα ελατήρια του κρεβατιού έκαναν θόρυβο με κάθε χτύπημα. Ο Έλγουντ κρατιόταν από την κορυφή του κρεβατιού και δάγκωνε το μαξιλάρι, αλλά λιποθύμησε προτού τελειώσουν, κι έτσι όταν τον ρωτούσαν αργότερα πόσες βουρδουλιές έφαγε, δεν ήξερε.’

Και πίσω από όλο αυτό το σκηνικό υπάρχει μια κοινωνία με επίφαση πολιτισμού. Ένας κόσμος που ξέρει ακριβώς τι συμβαίνει και αντί να αντιδράσει συμμετέχει στο έγκλημα είτε εκμεταλλευόμενος τους αδύναμους είτε κλείνοντας τα μάτια. Υπάρχει ένα  δίκαιο ‘κατηγορώ’ του Whitehead προς τον κόσμο που περιβάλλει το Νίκελ· τον έξω κόσμο, τον ελεύθερο κόσμο, τον μη παραβατικό. Ένας κόσμος που αγοράζει μυστικά τις προμήθειες που στέλνονται για τη σίτιση και τις άλλες ανάγκες των μαύρων παιδιών ‘ο Έλγουντ αναρωτιόταν γιατί τα παιδιά δεν είχαν οδοντόκρεμα – τώρα ήξερε’, που απασχολεί παιδιά σε ‘κοινωνική εργασία’ που μόνο κοινωνική δεν είναι, επίλεκτα μέλη της τοπικής κοινωνίας που παρακολουθούν, συμμετέχουν και κλείνουν το στόμα και τις ενοχές τους μπροστά στο δικό τους συμφέρον.

Οι επιζώντες του Dozier/Νίκελ κατάφεραν να ακουστούν μόνο μετά το 2011 όταν μια ομάδα ανθρωπολόγων ανακάλυψε αρχικά 55 αταυτοποίητους τάφους και αργότερα περισσότερους, σε ένα τμήμα της έκτασης του σχολείου που αποδείχτηκε μυστικό νεκροταφείο.  Οι δημοσιευμένες ιστορίες τους μιλούν για ακραία σωματική, ψυχολογική και σεξουαλική βία. Οι μνήμες δεν ξύπνησαν τώρα. Τους ακολουθούν σε κάθε στάδιο της ζωής τους. Είναι κάποιοι που τις αναμασούν ξανά και ξανά προσπαθώντας έτσι να ξορκίσουν τον φόβο και τη φρίκη αλλά και κάποιοι άλλοι που μόνο τώρα καταφέρνουν να μιλήσουν γι’ αυτές. Η ιστορία του Whitehead είναι μοναδική, διαχρονική και με αδιαμφισβήτητη ιστορική σημασία. Είναι ένα μνημείο περισσότερων από 100 πεσόντων στη μάχη της απανθρωπιάς και του ρατσισμού.

Το βιβλίο του Κόλσον Γουάιτχεντ, ‘Τα αγόρια του Νίκελ’ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ σε υπέροχη μετάφραση Μυρσίνης Γκανά.

Αρκετές από τις θέσεις που αναφέρονται στο πιο πάνω κείμενο ακούστηκαν από τα μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης Passe Partout Reading  κατά τη συζήτηση του βιβλίου στη συνάντηση του Μαρτίου ’21.

Άλλες πηγές που χρησιμοποιήθηκαν και προτείνονται για ανάγνωση:

Ένα Σχόλιο Προσθέστε το δικό σας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.