ΨΑΡΑΣ ΤΗΣ ΙΣΛΑΝΔΙΑΣ

‘Ήταν πέντε, με γιγάντια κορμοστασιά, κι έπιναν καθισμένοι με τους αγκώνες στηριγμένους στο τραπέζι, σε μια σκοτεινή καμπίνα που μύριζε σαλαμούρα και θάλασσα. Το μέρος, πολύ χαμηλοτάβανο για τα κορμιά τους, χαμήλωνε ακόμα περισσότερο στην μιαν άκρη όπως στο εσωτερικό μεγάλης άδειας μαούνας και ταλαντευόταν ελαφρά, αφήνοντας μονότονο παράπονο, αργό, υπναλέο, θαρρείς.’

Έτσι  ο Πιερ Λοτί  (Pierre Loti 1850-1923)  ξεκινά στο βιβλίο του Ψαράς της Ισλανδίας’ να αφηγείται με λυρισμό μια ιστορία στην οποία πρωταγωνιστούν το σκληρό τοπίο της Βρετάνης, με τα θεόρατα κύματα που κτυπούν τις βραχώδεις ακτές του και οι σκληροτράχηλοι ναυτικοί που περνούν τη μισή τους ζωή μεσοπέλαγα.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι λίγο πριν το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, οι ψαράδες από την Βόρεια Βρετάνη εγκατέλειπαν τα σπίτια τους για εξαμηνιαίες εκστρατείες αλιείας μπακαλιάρου κοντά στην Ισλανδία. Η άφιξη της άνοιξης ήταν γι’ αυτούς το σήμα για την έναρξη του ψαρέματος. Τεράστια σκάφη ετοιμαζόντουσαν να βγουν στη ανοιχτή θάλασσα. Οι άντρες άφηναν τα σπίτια και τις οικογένειές τους για να ξεκινήσουν ένα ταξίδι στα βαθιά νερά της Ισλανδίας για να ψαρέψουν μπακαλιάρους. Το ταξίδι διαρκούσε έξι μήνες. Σ’ αυτό το διάστημα δούλευαν ασταμάτητα πάνω στα σκάφη είτε ψαρεύοντας είτε πολεμώντας με την αγριεμένη θάλασσα – αυτή την άλλη σύζυγο τη ‘σύζυγο του τάφου’, όπως την αποκαλούσαν. Η δουλειά ήταν πολύ σκληρή και επικίνδυνη, αλλά τα χρήματα τους επέτρεπαν να συντηρούν τις οικογένειές τους. Τουλάχιστον για όσους κατάφεραν να επιστρέψουν. Περισσότεροι από δύο χιλιάδες άνδρες δεν επέστρεψαν ποτέ από την Ισλανδία. 

‘Κατά τη διάρκεια της μέρας, αυτοί οι άνδρες, που ήταν πιο έγκλειστοι και από μοναχούς, κουβέντιαζαν ελάχιστα μεταξύ τους. Κρατώντας ο καθένας την πετονιά του, έμεναν για πολλές ώρες στο ίδιο πόστο χωρίς να το αλλάζουν – μόνο τα χέρια τους ήταν απασχολημένα, αφοσιωμένα στον αδιάκοπο μόχθο του ψαρέματος. Απείχαν μόλις δύο ή τρία μέτρα ο ένας από τον άλλο και κατέληγαν να μη βλέπονται σχεδόν.

Αυτή η ηρεμία της ομίχλης, αυτή η λευκή σκοτεινιά αποκοίμιζε το πνεύμα. Ενώ ψάρευαν, τραγουδούσαν για τον εαυτό τους κάποιο σκοπό της πατρίδας τους σιγανά, από φόβο μήπως απομακρύνουν τα ψάρια. Οι σκέψεις γίνονταν αργόσυρτες και σπάνιες· έμοιαζαν να επιμηκύνονται, να διαρκούν πολύ ώστε να γεμίζουν τον χρόνο, χωρίς να αφήνουν κενά, ενδιάμεσα διαστήματα ανυπαρξίας. Δεν είχαν καθόλου το μυαλό τους στις γυναίκες, γιατί έκανε ήδη κρύο· ονειρεύονταν όμως πράγματα άλλοτε ασυνάρτητα, άλλοτε θαυμαστά, όπως όταν είχε ήλιο, και το νήμα αυτών των ονείρων ήταν επίσης χαλαρό όπως η ομίχλη …’

Οι γυναίκες, από την άλλη, οι μητέρες, οι σύζυγοι, οι κόρες και οι αγαπημένες περίμεναν, γράφοντας γράμματα που δεν ήταν ποτέ σίγουρες ότι θα φτάσουν στους παραλήπτες τους, ελπίζανε και προσευχόντουσαν να πάνε όλα καλά. Κι έτσι περνούσε το καλοκαίρι. Η εποχή του χρόνου με τη ζέστη και τις ηλιόλουστες μέρες ήταν εποχή θλίψης για τη Βρετάνη. Η ζωή επανερχόταν με τα πρώτα σύννεφα του φθινοπώρου. Οι γυναίκες άνοιγαν τα σπίτια, τα καθάριζαν και τα στόλιζαν για να υποδεχτούν τους ταξιδιώτες. Ντυνόντουσαν με τα καλύτερα ρούχα τους και έβγαιναν να αγναντέψουν τη θάλασσα και να εντοπίσουν στον ορίζοντα το καράβι που θα έφερνε τον άνθρωπό τους πάλι στο σπίτι του. Κι είχε τότε μια αγωνία η ματιά τους κι ένα φόβο η καρδιά τους γιατί δεν ήξεραν αν ο ταξιδιώτης τους είναι στο δρόμο της επιστροφής ή κοιμάται για πάντα στα σκοτεινά βάθη της θάλασσας.

Η πλοκή του βιβλίου είναι απλή. Είναι ένα είδος αφιερώματος σε όλους αυτούς τους ανθρώπους – ναυτικούς και γυναίκες που περίμεναν την επιστροφή τους – που έζησαν στη Βρετάνη τον 19ο αιώνα. Ένα βιβλίο που παρά την κοινωνιολογική του προσέγγιση αποπνέει εξωτισμό. Είναι μια ιστορία αγάπης μεταξύ ενός ψαρά, του Γιάν, και της αγαπημένης του, της Γκωντ, που δεν ευτύχησαν να ζήσουν μαζί για αρκετό καιρό. Ο Γιαν, όπως τόσοι και τόσοι ψαράδες της Βρετάνης, χάθηκε στη θάλασσα. Ενώ η ίδια η ιστορία δεν είναι πρωτότυπη, το ενδιαφέρον του βιβλίου έγκειται στο στυλ του Πιερ Λοτί. Η Βρετάνη είναι μια χώρα μύθων και μυστηρίων, που σε κάνει να ονειρεύεσαι. Ο Λοτί προσθέτει σ’αυτό το σκηνικό τον κόσμο της θάλασσας και τους ψαράδες,  αναδεικνύει το ιστορικό πλαίσιο και προβάλει τα εθνολογικά στοιχεία της εποχής. Με λέξεις απλές προκαλεί ισχυρές εικόνες, χωρίς όμως να το παρακάνει με το συναίσθημα. Το ύφος του -ένας συνδυασμός της γαλλικής ρεαλιστικής σχολής και του λογοτεχνικού ιμπρεσιονισμού – δημιουργεί σκέψεις και συναισθήματα που παραμένουν για καιρό στο μυαλό του αναγνώστη.

Η ιστορία της Γκωντ και του Γιάν είναι μόνο μία μεταξύ πολλών άλλων. Υπάρχει ακόμη η ιστορία του 19χρονου  Συλβέστρ, του παιδικού φίλου της Γκωντ που χάθηκε κάπου στην Κίνα αφήνοντας πίσω του την γιαγιά Υβόν που είχε χάσει ένα ένα όλα τα μέλη της οικογένειάς της και είχε εναποθέσει τις τελευταίες της ελπίδες στο μέλλον αυτού του αγαπημένου εγγονού. Ο πιο εμβληματικός όμως χαρακτήρας του βιβλίου είναι η ίδια η θάλασσα με την ηρεμία της, το θυμό της, τη δύναμή της, αυτή η άλλη νύφη που απερίσκεπτα ο Γιαν δήλωσε ότι θα παντρευτεί, κυριαρχεί και ορίζει τη μοίρα και τις ζωές των ηρώων.

‘Εγώ!… Μία των ημερών, πράγματι θα παντρευτώ – και χαμογελούσε ο Γιαν, πάντα περιφρονητικός, υψώνοντας το ζωηρό του βλέμμα στον ουρανό – αλλά με καμία από τις κοπέλες του χωριού· όχι, εγώ θα παντρευτώ τη θάλασσα, και σας καλώ όλους, μια και βρεθήκατε εδώ, στον χορό που θα δώσω …’

“Χήρες Ισλανδών” Μνημείο που αναπαριστά τις ηρωίδες του Π.Λοτί, την Γκωντ και τη γιαγιά Υβόν. Το έργο στήθηκε τον Απρίλιο του 2017 με τη συνδρομή του Συλλόγου Φίλοι του Πιέρ Λοτί του Παιμπόλ.
 
Πιέρ Λοτί

Ο Πιέρ Λότι ήταν αξιωματικός του γαλλικού ναυτικού και για δέκα περίπου χρόνια – από το 1875 μέχρι το 1885 – θήτευσε στη Βρέστη όπου είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τους ψαράδες της Ισλανδίας. Λέγεται ότι εκεί συνάντησε δύο ψαράδες που τους χαρακτήρες τους μετέφερε στο βιβλίο του· ο ένας ήταν το πρότυπό του για τον Γιαν και ο άλλος για τον Συλβέστρ. Εκτός από αυτούς τους δύο ψαράδες ο Λοτί γνώρισε στο Πλουμπαλανέκ την κόρη ενός ψαρά της περιοχής, η οποία όμως δεν ανταποκρίθηκε στο φλερτ του. Ο απογοητευμένος συγγραφέας έχτισε πάνω σ’ αυτή τον χαρακτήρα της όμορφης Γκωντ της ιστορίας του. Πολλές περιγραφές στον Ψαρά της Ισλανδίας είναι βασισμένες σε αληθινά γεγονότα όπως γράφει ο Jean Balcou  στον πρόλογο του βιβλίου «Από τη μια πλευρά οι γιορτές, λαϊκές και πολιτιστικές, οι προετοιμασίες των αποστολών, το μπαρκάρισμα, οι αναχωρήσεις των πληρωμάτων αρχές Φεβρουαρίου και η επιστροφή τους κατά τον Σεπτέμβρη, και παράλληλα η λιτανεία των γυναικών, συζύγων και μητέρων που μοιράζονται την ίδια αγωνία και μετατρέπουν όλο τον τόπο σε μεγάλο θέατρο της προσμονής. Από την άλλη, οι ψαράδες εν δράσει, ο καθένας στο πόστο του να ψαρεύει διαρκώς χωρίς ανάπαυλα, κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες, μέσα στην απατηλή ηρεμία της ομίχλης ή την απειλή της καταστροφικής καταιγίδας. Τέτοιοι ήρωες είναι οι σκληροί μας Ισλανδοί, των οποίων ο Λοτί αναδεικνύεται ο συγκινητικός και ανεπανάληπτος χρονικογράφος.»

Το βιβλίο  Ψαράς της Ισλανδίας’ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΣΤΕΡΕΩΜΑ σε εξαιρετική μετάφραση και σχολιασμό της Ιφιγένειας Μποτουροπούλου και εισαγωγικό σημείωμα του Jean Balcou.

Εκδόσεις : ΣΤΕΡΕΩΜΑ

One Comment Add yours

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.