Ο ΕΝΟΙΚΟΣ

To 1934, η χρονιά που εκδίδεται ο «Ένοικος» ή καλύτερα «ο Eνοικιαστής», είναι η χρονιά που ο Georges Simenon, αποφασίζει να σταματήσει τα μυθιστορήματα με τον επιθεωρητή Μαιγκρέ. Τρία χρόνια πριν, ο Μαιγκρέ ήταν ο πρωταγωνιστής στον περίφημο Χορό που διοργάνωσε ο συγγραφέας στο Παρίσι, σε ένα καμπαρέ του Montparnasse, στον οποίο οι καλεσμένοι έπρεπε να είναι μεταμφιεσμένοι σε γκάνγκστερ ή σε γυναίκες ελαφρών ηθών. Ο Σιμενόν,  φτωχός γιός ενός λογιστή από τη Λιέγη, γεννημένος το 1903, με καθολική εκπαίδευση, εργάστηκε από το 1919 στην συντηρητική και φιλοκληρική εφημερίδα la Gazette de la Liège. Μεταξύ αστυνομικών τμημάτων, νοσοκομείων και δικαστηρίων συγκέντρωσε την πρώτη ύλη για πολλά από τα μεταγενέστερα βιβλία του. Τη χρονιά του «Ενοίκου», ο Simenon, ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του περασμένου αιώνα, είχε ήδη  τεράστια φήμη στους κύκλους των διανοουμένων και των καλλιτεχνών του Παρισιού και είχε ταξιδέψει ανά τον κόσμο. Ο τίτλος του συγγραφέα-φαινόμενο τον συνόδευσε σε όλη τη ζωή του. Το «φαινόμενο» ήταν τόσο ο όγκος της συγγραφικής του παραγωγής, τετρακόσια περίπου βιβλία, όσο και μια πρωτοφανής εκδοτική επιτυχία.    

Στον «Ένοικο» δεν ξεδιπλώνεται τόσο το μυστήριο ενός φόνου όσο η ιστορία της συμβίωσης του δολοφόνου με τους αρχικά ανυποψίαστους συγκατοίκους του έως να κορυφωθεί η ένταση της κλιμακούμενης υποψίας και να συλληφθεί ο πλούσιος και ευυπόληπτος ενοικιαστής δωματίου, ο οποίος για λόγους -υποτίθεται – πολιτικούς κρύβεται  στο Charleroi. Το τραίνο Παρίσι-Βρυξέλλες – το γνωστό Étoile du Nord που έδωσε και τον τίτλο στην κινηματογραφική ταινία – στο οποίο ο Ελί Νεζεάρ, εβραίος από την Κωνσταντινούπολη, δολοφονεί έναν πλούσιο Ολλανδό για να τον ληστέψει, οι Βρυξέλλες, όπου έχει φθάσει με την πρόσφατη ερωμένη του και όπου αποτυγχάνει να βγάλει τα πολλά χρήματα, που ονειρεύεται,  και το Charleroi στο οποίο καταφεύγει, είναι οι τρείς τόποι του σύντομου μυθιστορήματος. Στην ασπρόμαυρη πόλη των ανθρακωρύχων, όπου «τα σπίτια ήταν μαύρα από την καρβουνόσκονη και το οδόστρωμα λευκό από τον πάγο» η μητέρα τής νεαρής χορεύτριας και ερωμένης τού Νεζεάρ, η κυρία Baron, νοίκιαζε δωμάτια σε φοιτητές, που έρχονταν να κάνουν την πρακτική τους εξάσκηση στα εργοστάσια ή στα ανθρακωρυχεία. Ο κοσμοπολίτης Νεζεάρ, ύστερα από μια πλούσια ζωή στην Κωνσταντινούπολη του μεσοπολέμου, «ήταν πρόθυμος αν του το επέτρεπε, ακόμη και να καθαρίσει πατάτες και να γυαλίσει μπρούτζους. Μόνο ένα πράγμα μετρούσε: να μείνει εδώ στα ζεστά, ανάμεσα στους λαδομπογιατισμένους τοίχους, μέσα σ αυτή τη μυρωδιά που του ήταν περισσότερο οικεία πλέον και από του πατρικού του σπιτιού». Σ’ αυτήν τη φτωχική κουζίνα, με δεκατρείς βαθμούς υπό το μηδέν,  ανάμεσα στα επτά πρόσωπα, ιδιοκτήτες και ενοικιαστές, αναπτύσσεται μια ατμόσφαιρα ψυχολογικής έντασης, πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης, υποψίας και αθωότητας, εχθρότητας, φόβου και αλληλεγγύης, έως ότου καταφθάσει η αστυνομία. Τότε, «όλως παραδόξως, κανείς δεν έδειχνε να αγχώνεται. Αντίθετα. Όλοι ήταν ήρεμοι, αλλά με μια θλιβερή ηρεμία. Η κατάσταση θύμισε στην κυρία Μπαρόν την είσοδο των Γερμανών στο Σαρλερουά, όταν συγκεντρώθηκαν στο υπόγειο καμιά εικοσαριά γείτονες. Δεν ήξεραν τι να κάνουν. Απλώς περίμεναν».

Δύο γυναικείες φιγούρες πρωταγωνιστούν στο αριστουργηματικό τελευταίο κεφάλαιο, έξω από τη La Rocelle, όταν πενηντατρείς κλούβες μεταφέρουν κατάδικους. Συγγενείς έχουν κατακλύσει τον τόπο μόνο για να τους δουν από μακριά.  «Οι φακοί ήταν στραμμένοι προς την πομπή. Οι χωροφύλακες έσπρωχναν πίσω το πλήθος και οι Tσιγγάνοι που εντόπισαν ξαφνικά αυτόν που ήθελαν να δουν άρχισαν να ουρλιάζουν τόσο δυνατά, τόσο σπαρακτικά που προς στιγμήν ο κόσμος όλος έμοιαζε να μένει μετέωρος». Η αδελφή του Νεζεάρ, από την Κωνσταντινούπολη, «που είχε καταλύσει στο καλύτερο ξενοδοχείο, φορούσε γκρίζο ταγιέρ και ήταν πάντα γαντοφορεμένη». Και μια μαυροφορεμένη βελγίδα, «που κοιτούσε γύρω της σαν χαμένη… κρατούσε μόνο ένα βαλιτσάκι με το οποίο έκανε βόλτες. Το μεσημέρι καθισμένη στην προκυμαία έβγαλε από μέσα διάφορα φαγώσιμα». Η κυρία Baron, η ιδιοκτήτρια του σπιτιού όπου έμεινε ο Νεζεάρ, «αυτός που σκότωσε τον Ολλανδό με ένα γαλλικό κλειδί στην ταχεία των Βρυξελλών». Την ενσάρκωσε τέλεια η Simon Signoret στην ταινία του 1982. Μια μητρική φιγούρα, που ψάχνει να βρει τρόπο να στείλει στον καταδικασμένο γλυκά και σκέπτεται με ανακούφιση ότι τουλάχιστον έχει μια καλή κουβέρτα. Η μητρική φιγούρα του τέλους, που αποδέχεται,  συγχωρεί και συμπαρίσταται σε έναν ξένο δολοφόνο, οδηγεί τον αναγνώστη να την συσχετίσει με την μητέρα του συγγραφέα και την δύσκολη σχέση τους. Ιδίως όταν σκεφτεί ότι η Ανριέτ Σιμενόν νοίκιαζε δωμάτια σε ξένους, στο πατρικό σπίτι του συγγραφέα, στη Λιέγη.

Το βιβλίο «o Ένοικος» με πρωτότυπο τίτλο “Le locataire”  εκδόθηκε το 2018 στη σειρά των πάντα φροντισμένων εκδόσεων της ΑΓΡΑΣ, σε μετάφραση της έμπειρης μεταφράστριας του Σιμενόν, Αργυρώς Μακάρωφ.

Εκδόσεις : ΑΓΡΑ

 

One Comment Add yours

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.