Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821 κατά τον Γιάννη Κορδάτο

γράφει η Αγγελική Προμπονά

Όταν ο Μωάμεθ ο κατακτητής άλωσε την Κωνσταντινούπολη, πολλοί ήταν εκείνοι που προτίμησαν την οθωμανική εξουσία από αυτήν των Λατίνων, γι’αυτό  και παραδόθηκαν αμαχητί. Όχι μόνον εντός της Πόλης, αλλά και σε περιοχές του ελλαδικού χώρου ουδεμία αντίσταση προέβαλαν, εφ’ όσον  γνώριζαν πως σύμφωνα με τον λόγο του Μωάμεθ, όσοι παραδίδονταν θα  διατηρούσαν τις ιδιοκτησίες τους. Όταν οι Οθωμανοί άλωσαν την Πόλη 29 Μαίου 1453, η Ελλάδα ήταν χωρισμένη ήδη από τους Βυζαντινούς σε μεγάλες γαίες-κτήματα, για τα οποία οι τιμαριούχοι-ιδιοκτήτες πλήρωναν βαρείς φόρους-χαράτσια. Ο αγροτικός πληθυσμός ζούσε στενάζοντας κάτω από αυτούς τους φόρους που απέδιδε σε χριστιανούς προύχοντες-γαιοκτήμονες και σε Οθωμανούς κατακτητές. 

Φόροι, τόκοι για δανεισμό και ληστείες έφεραν σε δυστυχία και αφανισμό τον αγροτικό πληθυσμό που ζούσε σε πρωτόγονη εποχή. Οι Τούρκοι τοκογλύφοι δάνειζαν με τόκο 40% και όταν έληγε η προθεσμία, μη έχοντας να πληρώσουν οι χριστιανοί έχαναν όλον τον καρπό ή τους σκλάβωναν τα παιδιά.

Κατά τους τελευταίους χρόνους της Τουρκοκρατίας οι Έλληνες φεουδάρχες έπαιζαν τον ίδιο ρόλο με τους Τούρκους φεουδάρχες. Επειδή οι Οθωμανοί είχαν αποκεντρωμένο σύστημα διοίκησης, οι πλούσιοι δηλ. οι έχοντες μεγάλη περιουσία χριστιανοί- προεστοί ή δημογέροντες ή κατά την τουρκική ορολογία κοτζαμπάσηδες-ασκούσαν επί των κατακτημένων Ελλήνων την εξουσία τους συγκεντρώνοντας και αποδίδοντας φόρους, επιβάλλοντας ποινές.

Ο ανώτερος κλήρος με τον ανθενωτικό, διορισμένο από τον Μωάμεθ, Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, κατέστη παντοδύναμος με προνομιακή θέση στην οθωμανική διοίκηση.

Εντός της Πόλης αναπτύχθηκε μία ισχυρή τάξη μεταξύ των χριστιανών, η αριστοκρατία του πλούτου, οι Φαναριώτες, συνεργάτες των Οθωμανών σε θέσεις διερμηνέων, αλλά και στην διοίκηση, ως ηγεμόνες στην Μολδοβλαχία.

Από το  1650 άλλαξαν οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της τουρκοκρατούμενης Βαλκανικής. Η κλειστή οικονομία παύει να αποτελεί βασικό φαινόμενο και δειλά-δειλά αναπτύσσεται το εμπόριο και η ναυτιλία. Νησιά και η Ναύπακτος στην Ρούμελη φτιάχνουν πλεούμενα. Στο Αιγαίο και την Μεσόγειο πλέουν καράβια γαλλικά, αγγλικά αυστριακά και ελληνικά. Εξαιτίας του εμπορίου –ναυτιλίας, μέρος του πληθυσμού μετανάστευε στην  Πόλη, την  Σμύρνη, την  Μολδοβλαχία, Αυστρία, Νότιο Ρωσία, Δυτική  Ευρώπη, δηλαδή σε περιοχές με μεγάλη οικονομική ανάπτυξη. Έτσι οι Έλληνες αποκτούν σε αυτές τις περιοχές μεγάλες περιουσίες. Τα τρία νησιά  Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά, όπως και οι Κυκλάδες και οι Σποράδες, συνέδεσαν το όνομά τους με την ιστορία του Απελευθερωτικού Αγώνα του 1821 εξ’ αιτίας της οικονομικής ακμής που γνώρισαν λόγω εμπορίου, ναυτιλίας και αντικειμενικών συνθηκών (αδρανές γαλλικό ναυτικό λόγω των αγώνων της Γαλλικής Επανάστασης εναντίον της Αγγλίας, ναυτικό Βενετίας σε κρίση).

Το 1770 η συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή, που έδωσε δικαίωμα ρώσικης σημαίας σε ελληνικά πλοία, ήταν το εφαλτήριο για εμπόριο, μεταφορές προϊόντων στην Νότιο Ρωσία. Η ελληνική ναυτιλία απέκτησε σπουδαίους εφοπλιστές (Κουντουριώτης, Ορλάνδος), οι οποίοι εξόπλισαν τα καράβια τους με την άδεια του Σουλτάνου, ώστε να αντιμετωπίσουν τους ληστές-πειρατές με αποτέλεσμα να ασκηθούν και στην πολεμική τέχνη. Επίσης οι πόλεις Βόλος, Μέτσοβο, Ιωάννινα, Δημητσάνα, έχοντας αποκτήσει οικονομική ισχύ, αποτέλεσαν τα αστικά κέντρα της προεπαναστατικής Ελλάδας. Και μετά την οικονομία ακολουθεί η πνευματική ανάπτυξη. Αβίαστα λοιπόν βγάζουμε το συμπέρασμα πως οι συνθήκες που επικράτησαν εντός του ελλαδικού χώρου, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή, έδωσαν ισχυρή βάση στην Επανάσταση.

Για να δημιουργηθεί επαναστατική κίνηση πρέπει να δημιουργηθούν και οι προϋποθέσεις που θα αποτελέσουν το έναυσμα γι΄ αυτήν. Ενώ η βασική προϋπόθεση, αυτή της οικονομικής εξαθλίωσης, δεν έλειπε, αυτή ακριβώς η εξαθλίωση καθιστούσε κάθε ενδεχόμενη εξέγερση αδύνατη. Η ιδεολογική προετοιμασία, όπως και η συνεννόηση μεταξύ των αγροτών ήταν δύσκολη. Επιπλέον το βάρος της συνήθειας, της υποταγής, η αμάθεια, η θρησκοληψία τους παρέπεμπαν στην επουράνια ζωή για καλύτερο βίο. Η δυσκολία της μαζικής οργάνωσης εναντίον των Οθωμανών οδήγησε ένα μέρος του πληθυσμού σε ατομική δράση. Γέμισαν τα βουνά της Ελλάδας και της Βαλκανικής από κλέφτες που αποτέλεσαν μια ιδιότυπη μορφή πάλης, γνωστή σε όλους. Χριστιανοί προεστοί μαζί με Τούρκους πολεμούσαν τους κλέφτες.

Από την άλλη μεριά η ανάπτυξη του εμπορίου-ναυτιλίας και η δημιουργία της αστικής τάξης ήταν σε θέση να διεκδικήσει τα δικαιώματά της μέσω των συντεχνιών. Η διάδοση των νέων επαναστατικών ιδεών έγινε πραγματικότητα με βασικό μοχλό την διάδοση της παιδείας με την εκτύπωση βιβλίων και την ίδρυση σχολείων. Εδώ βρέθηκαν αντίθετοι και πάλι οι ολιγαρχικοί και ο ανώτερος κλήρος, δυνάμεις εναντίον των νεωτεριστικών, επαναστατικών ιδεών.

Με τις αντιθέσεις που προαναφέρθηκαν ήταν επόμενο να καλλιεργηθεί η εθνική ιδέα της παλιγγενεσίας στο εξωτερικό. Οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης εισήλθαν στην Ελλάδα μέσω των ελληνικών παροικιών του εξωτερικού. Την περίοδο αυτή εμφανίστηκε και η μεγάλη προσωπικότητα ο Ρήγας Βελεστινλής με πνευματικά προσόντα και διορατικότητα. Αυτός ήταν η συνισταμένη των απελευθερωτικών ιδεών και ρευμάτων και έγινε ο εμψυχωτής του Νεοελληνικού Εθνισμού και ο οραματιστής της παμβαλκανικής εξέγερσης στην Βουλγαρία, Σερβία, Ρουμανία, Ήπειρο, Ρούμελη, χωρίς να χωρίζει φυλές και εθνότητες. Μετά την σύλληψη και θανάτωση του Ρήγα συνεχίζει η απελευθερωτική κίνηση στο εξωτερικό με την Φιλική Εταιρεία. Πρωταγωνιστές έμποροι, βιομήχανοι, ναυτικοί, λίγοι ολιγαρχικοί και λίγοι ανώτατοι κληρικοί.

Όμως η πτώση του Ναπολέοντα, η Ιερά Συμμαχία (Ρώσοι, Αυστριακοί, Πρώσοι) αποτέλεσαν εμπόδιο σημαντικό του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα. Παρ’ όλα αυτά ο πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, αξιωματικός του ρώσικου στρατού, ευνοούμενος της τσαρικής αυλής, ανέλαβε την αρχηγεία.  Τότε ο  ΚΥΒΟΣ ΕΡΡΙΦΘΗ.

Αγροτικοί πληθυσμοί επαναστάτησαν σε διάφορα σημεία, όπως στις Κυκλάδες, στα Ψαρά, στην Σάμο, στην Χίο, στην Αθήνα, στην Λειβαδιά. Σε αυτές τις επαναστατικές κινήσεις αντιστάθηκαν οι ολιγαρχικοί, οι οποίοι είχαν συχνά άμεση  σχέση με τους Τούρκους.

Επαναστατικές και αντεπαναστατικές κινήσεις λάμβαναν χώρα με αποτέλεσμα προσπάθειες να χάνονται, ολόκληρα χωριά να προσκυνούν-συνθηκολογούν (Αττική 1826).

Εμφύλιοι σπαραγμοί ξέσπασαν ήδη από τον δεύτερο χρόνο της Επανάστασης, όχι σαν αποτέλεσμα προσωπικών αντιθέσεων ή συνεπεία  της μακράς τυραννίας, αλλά σαν αποτέλεσμα ταξικών αντιθέσεων, γι΄αυτό και έπαιρναν μαζικό χαρακτήρα. Κυριότερη αιτία ήταν η προσπάθεια των ολιγαρχικών να σφετεριστούν εθνικές γαίες. Δημιουργήθηκαν κόμματα και φατρίες κατά την περίοδο αυτή που εκπροσωπούσαν τις διάφορες τάξεις και ομάδες.

Η Επανάσταση του 1821 από εθνική εξελίχθηκε και σε κοινωνική.  Δυστυχώς επροδόθη από τους αστούς. Αυτοί σιγά-σιγά συμμάχησαν με τους κοτζαμπάσηδες και έτσι ενόθευσαν το περιεχόμενο του αγώνος και ημπόδησαν να πάρει την ολοκληρωτικήν μορφή. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια.’

Πηγή:   Γιάνης Κορδάτος  ‘Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ 1821’, εκδόσεις ΑΛΦΕΙΟΣ, 1977